Εβραϊκό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εβραϊκό Κοιμητήριο της Θεσσαλονίκης
Cementry-Salonika.jpg
Είδοςαρχαιολογική θέση
Γεωγραφικές Συντεταγμένες40°37′48″N 22°57′29″E
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Θεσσαλονίκης
ΧώραΕλλάδα
  1. Το Εβραϊκό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε κατά την πρώιμη ρωμαϊκή εποχή, και αναπτύχθηκε μετά την έλευση στη Θεσσαλονίκη των Σεφαραδιτών Εβραίων το 1492. Η καταστροφή του ξεκίνησε στις 6 Δεκεμβρίου 1942, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, και συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια μεταπολεμικά. Σήμερα στη θέση του βρίσκεται το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ένα μνημείο στο χώρο του Πανεπιστημίου εγκαινιάστηκε στις 9 Νοεμβρίου 2014[1].

Ίδρυση και γεωγραφική θέση[1][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαίο εβραϊκό νεκροταφείο ιδρύθηκε κατά την πρώϊμη ρωμαϊκή εποχή, όταν οι πρώτοι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Μετά το 1492 και την άφιξη των Σεφαραδιτών η εβραϊκή νεκρόπολη, συνεχώς επεκτεινόταν. Στην πόλη υπήρχαν ακόμη δύο τουρκικά νεκροταφεία, ένα στην δυτική πλευρά της πόλης και το δεύτερο στην ανατολική, έξω από τα ανατολικά τείχη, νοτιότερα από το εβραϊκό νεκροταφείο, εκεί που είναι σήμερα η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης. Βορειότερα και ανατολικά από τα κάστρα υπήρχε το νεκροταφείο όπου θάβονταν τα θύματα της πανούκλας. Οι χριστιανοί έθαβαν τους νεκρούς στο Σέιχ Σου και στο χώρο όπου σήμερα είναι το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Η διαρκής επέκταση του εβραϊκού νεκροταφείου οφειλόταν κυρίως στο ότι, σύμφωνα με την ιουδαϊκή θρησκευτική αντίληψη απαγορεύεται η εκταφή νεκρού για οποιονδήποτε λόγο. Η Παλαιά Διαθήκη τονίζει την ιερότητα του τάφου και θεωρεί την σύληση του, πράξη ιδιαιτέρως ιερόσυλη. Η ιερότητα του ταφικού χώρου και ο σεβασμός στο νεκρό επισημαίνεται και στο βιβλίο του Ταλμούδ. Η εβραϊκή νεκρόπολη έχει εντοπιστεί στο τμήμα ανάμεσα στα κτίρια της Νομικής και Θεολογικής Σχολής, καθώς επίσης και στο κτίριο της Διοικήσεως του ΑΠΘ.

Ιστορική πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία του εβραϊκού νεκροταφείου υπήρξε μακραίωνη όπως μαρτυρεί και ο αριθμός των τάφων που το αποτελούσαν. Στο νεκροταφείο υπήρχαν περίπου 400.000 τάφοι ατόμων από 12 ετών και πάνω και 400.000 τάφοι παιδιών κάτω των δώδεκα. Η ονομασία του παλιού εβραϊκού νεκροταφείου ήταν Λα Πουέρτα Ρεδόντα (Στρογγυλή Πύλη).[2][3]

Από το 1821 ξεκίνησαν οι περιπέτειες που θα έκριναν την τύχη του νεκροταφείου ενάμισι σχεδόν αιώνα αργότερα. Αυτή τη χρονιά χρησιμοποιήθηκαν μαρμάρινες πλάκες του νεκροταφείου προκειμένου να ενισχυθούν τα τείχη της πόλης. Ακολούθως, το 1889 κατεδαφίστηκε ένα μέρος του ανατολικού τείχους της πόλης. Ο ρόλος του ανατολικού τείχους στην πολεοδομία της πόλης πέρα από οχυρωματικός, ήταν και ένα τεχνητό όριο ανάμεσα στην πόλη και το εβραϊκό νεκροταφείο.[4]

Κομμάτι από ταφόπλακα με εβραϊκή επιγραφή στη Θεσσαλονίκη. Το έτος 5673 από κτήσεως κόσμου, αντιστοιχεί περίπου με το 1913 μ.Χ..

Το εβραϊκό νεκροταφείο επεκτάθηκε πολλές φορές στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του. Η Ισραηλίτικη Κοινότητα Θεσσαλονίκης αγόραζε συχνά τμήματα νέας γης για την επέκταση του νεκροταφείου για την κάλυψη των αναγκών της. Κατά διαστήματα υπέστη πολλές περιπέτειες από απαλλοτριώσεις και βανδαλισμούς, ειδικά με την αύξηση του πληθυσμού και την ανάγκη επέκτασης της κατοικήσιμης περιοχής στην πόλη. Όταν το 1890 δημιουργήθηκε η οδός Χαμιδιέ, σημερινή Εθνικής Αμύνης, ένα τμήμα του νεκροταφείου στο ανατολικό τείχος απαλλοτριώθηκε. Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, το κύμα των προσφύγων το 1922, αύξησε τις στεγαστικές ανάγκες και πολλοί ήταν αυτοί που εγκαταστάθηκαν στα βόρεια και ανατολικά του νεκροταφείου. Το αποτέλεσμα ήταν να κοπεί η πόλη στα δύο, επειδή το νεκροταφείο βρισκόταν πλέον στη μέση.

Μετά την πυρκαγιά του 1917 ο Γάλλος πολεοδόμος και αρχαιολόγος Ερνέστ Εμπράρ, ανέλαβε την πολεοδομική αναμόρφωση της πόλης. Εκπόνησε δε, μια ιδιαίτερη μελέτη για την πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης, στην οποία ο χώρος του εβραϊκού νεκροταφείου θα δεντροφυτευόταν και θα λειτουργούσε ως επέκταση του Πανεπιστημίου. Αυτά τα σχέδια όμως δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν γιατί υπήρχε νόμος του 1918, που όριζε τα νεκροταφεία σαν προστατευόμενους χώρους και ιδρύματα δημόσιας ωφέλειας.

Το 1929 όμως ένα τμήμα του εβραϊκού νεκροταφείου κηρύχθηκε απαλλοτριώσιμο, για την εγκατάσταση προσφύγων. Η αντίδραση της Ισραηλίτικης Κοινότητας, για άρση της απαλλοτρίωσης και το κλείσιμο της πύλης του νεκροταφείου στις 9 μ.μ., που εμπόδιζε την σύντομη πρόσβαση στους προσφυγικούς συνοικισμούς, οδήγησε ένα βράδυ του Ιανουαρίου του 1930, δυσαρεστημένους Μικρασιάτες πρόσφυγες να καταστρέψουν 70 τάφους.  Αργότερα το 1931 η οργάνωση ΕΕΕ, κατέστρεψε και λεηλάτησε εκατοντάδες τάφους του εβραϊκού νεκροταφείου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός σταθμού που επέβλεπε το χώρο και προστάτευε τους τάφους.[5]

Ήδη από το 1931 οι πρυτανικές αρχές είχαν επισκεφθεί τον Στυλιανό Γονατά, γενικό διοικητή της Μακεδονίας και του ζήτησαν την άδεια να αρχίσουν τις εργασίες ανέγερσης του κτιρίου της Φυσικομαθηματικής Σχολής, μέσα στο εβραϊκό νεκροταφείο, κοντά στο κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου. Μετά από διαπραγματεύσεις του Δήμου Θεσσαλονίκης και της Ισραηλίτικης κοινότητας, επιτράπηκε η ταφή νεκρών για έναν ακόμη χρόνο στο παλιό νεκροταφείο. Το εβραϊκό νεκροταφείο μετατράπηκε σε άλσος και ο Δήμος υποχρεώθηκε να φυτέψει δέντρα, χωρίς να θίγει τους τάφους που βρισκόταν εκεί. Ακόμη ο Δήμος παραχώρησε έκταση στην περιοχή της Σταυρούπολης για τη δημιουργία του νέου νεκροταφείου. Το 1937 η Ισραηλίτικη κοινότητα παραχώρησε δωρεάν στο πανεπιστήμιο 12.339 τ.μ. για την επέκταση του πανεπιστημίου. Ενώ άρχισε να κτίζεται η Γεωπονική σχολή, άρχισε το Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος.[6]

Διάλυση στο Ολοκαύτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εβραϊκή ταφόπλακα, σήμερα ακουμπισμένη στα ερείπια του ανατολικού ρωμαϊκού τείχους.

Η πλήρης καταστροφή των νεκροταφείων συντελέστηκε το 1942 επί γερμανικής Κατοχής. Μετά το «Μαύρο Σάββατο», του δημόσιου εξευτελισμού των Εβραίων Ελλήνων από τους Γερμανούς, περίπου 3.500 άνδρες στάλθηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας για καταναγκαστικά έργα. Λόγω της σκληρής δουλειάς, της ελλιπούς τροφής και των κακών συνθηκών υγιεινής, όλο και περισσότεροι άνθρωποι πέθαιναν στα εργοτάξια. Η λύση που προτάθηκε από πλευράς του εργολάβου Ιωάννη Μίλερ ήταν να εξαγοράσει η εβραϊκή κοινότητα την καταναγκαστική εργασία των μελών της, πληρώνοντας για τους μισθούς που θα λάμβαναν οι εξειδικευμένοι Χριστιανοί Έλληνες εργάτες που θα τους αντικαθιστούσαν.

Στις 13 Οκτωβρίου 1942 ο υπεύθυνος πολιτικών υποθέσεων των γερμανικών αρχών, Μαξ Μέρτεν συναντήθηκε με τους πρεσβύτερους της εβραϊκής κοινότητας και τους πρότεινε ως ποσό εξαγοράς τα 3-5 δισεκατομμύρια δραχμές. Την επομένη, ο αρχιραβίνος Τσβι Κορετς συναντήθηκε με τον εργολάβο Μίλερ και του ζήτησε τη βοήθειά του, για να μειωθεί το ποσό, στα 2 δισ. δραχμές, γιατί η κοινότητα δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει περισσότερα. Στη δεύτερη συνάντηση, στις 15 Οκτωβρίου, ο Μέρτεν δέχτηκε την προσφορά των 2 δισ. σε μετρητά αλλά πρόσθεσε έναν νέο όρο: την καταστροφή του νεκροταφείου, η αξία της έκτασης του οποίου υπολογίστηκε 1,5 δισ. δραχμές. Οι πρεσβύτεροι της κοινότητας βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο, χωρίς περιθώρια ελιγμών. Μετά από έντονες διαβουλεύσεις κατέληξαν ότι …εάν για στρατιωτικούς σκοπούς απαιτηθεί η χρήση ή ακόμη και η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου, η κοινότητα θα υπακούσει στις εντολές των δυνάμεων κατοχής... Μετά από μερικές μέρες ο γενικός διοικητής Μακεδονίας Βασίλης Σιμωνίδης καλούσε την κοινότητα να προχωρήσει σε άμεση εφαρμογή της γερμανικής διαταγής.[7]

Μέσα σε μερικές εβδομάδες, η νεκρόπολη έμοιαζε με βομβαρδισμένη πόλη, ένα μέρος γεμάτο μπάζα, ανάμεσα στα οποία οι εβραίοι Έλληνες της Θεσσαλονίκης έτρεχαν να σώσουν ό,τι είχε απομείνει από τις σωρούς των συγγενών τους.

Το νεκροταφείο μετατράπηκε σε μάντρα οικοδομικών υλικών, μαρμάρου και τούβλων, τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το τέλος του πολέμου. Οι μαρμάρινες πλάκες, που άλλοτε σκέπαζαν τις σωρούς των νεκρών, ήταν πλέον συγκεντρωμένες σε στοίβες και ο κάθε περαστικός μπορούσε να πάρει όσες ήθελε για να επισκευάσει το σπίτι του ή να στρώσει την αυλή του. Ακόμη και αρχαίοι τάφοι που παρουσίαζαν ύψιστο καλλιτεχνικό ή ιστορικό ενδιαφέρον, ρίχνονται στο σωρό, διαρπάζονται και χρησιμοποιούνται σε σχολεία, εκκλησίες, δρόμους και πεζοδρόμια. Τα τούβλα που ανέρχονται σε δεκάδες εκατομμυρίων φορτώνονται από τις υπηρεσίες του στρατού κατοχής και τα χρησιμοποιούν για να επισκευάσουν τους δρόμους και να χτίσουν οχυρά.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Μακροπούλου, Δέσποινα. Τάφοι και ταφές από το δυτικό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης (β'μισο 3ου αιώνα - 6ος αιώνας μ.Χ.). National Documentation Centre. http://dx.doi.org/10.12681/eadd/22769. 
  2. Σάλεμ, Σ. (2001). «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης». Θεσσαλονικέων Πόλις (6): 58-59. 
  3. Δημητριάδης, Β., Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, 1430-1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1983, σ.
  4. Σάλεμ, Σ., 2001, σ. 66.
  5. Σάλεμ, Σ., 2001, σ. 68 - 70.
  6. Σαββαΐδης, Π., Μπαντέλας, Α., Πόλις Πανεπιστημίου Πόλις, Η ιστορία του χώρου της Πανεπιστημιούπολης του ΑΠΘ, μέσα από χάρτες και τοπογραφικά διαγράμματα, εκδ. Αφοι Κυριακίδη α.ε., University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 63-64.
  7. Saltiel, Leon (2014). «Dehumanizing the Dead: The Destruction of Thessaloniki’s Jewish Cemetery in the Light of New Sources». Yad Vashem Studies (42:1). ISBN 978-965-308-477-3. ISSN 0084-3296. http://www.academia.edu/8343279/Dehumanizing_the_Dead_The_Destruction_of_Thessaloniki_s_Jewish_Cemetery_in_the_Light_of_New_Sources. Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2017. 
  8. Μόλχο, Μ., In Memoriam, Αφιέρωμα εις την μνήμην των Ισραηλιτών θυμάτων του Ναζισμού εν Ελλάδι, μτφ. Γεωρ. Κ. Ζωγραφάκη, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 415-416.