Γκλεν Γκουλντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Γκλεν Γκουλντ σε ηλικία 13 ετών μαζί με τον δάσκαλό του Αλμπέρτο Γκερέρο (1945)

O Γκλεν Χέρμπερτ Γκουλντ (Glenn Herbert Gould, 25 Σεπτεμβρίου 19324 Οκτωβρίου 1982) ήταν Καναδός πιανίστας, από τους πιο διάσημους κλασικούς ερμηνευτές του 20ου αιώνα. Θεωρείται από τους σημαντικότερους σολίστ του πιάνου, που έγινε γνωστός κυρίως μέσα από τις ηχογραφήσεις του στο στούντιο. Είναι, πέρα από τους πιο δημοφιλείς καλλιτέχνες κάθε μουσικού είδους στον κόσμο, ο σολίστας κλασικής μουσικής με τις περισσότερες πωλήσεις όλων των εποχών.[1] Το 1964 εγκατέλειψε πρόωρα τις δημόσιες εμφανίσεις και συναυλίες, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του στις ηχογραφήσεις καθώς και στην παραγωγή ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών μουσικών (και όχι μόνον) προγραμμάτων. Σημαντικότερες θεωρούνται οι ερμηνείες του σε έργα του Μπαχ, όπως Το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο και οι Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκουλντ γεννήθηκε στο Τορόντο του Καναδά. Ήταν το μοναχοπαίδι του Ράσελ Χέρμπερτ και της Φλόρενς Έμα Γκούλντ.[2] Το πραγματικό του επίθετο ήταν Γκολντ. Η οικογένειά του, αν και δεν είχε εβραϊκή καταγωγή, φρόντισε να αλλάξει το όνομα πιστεύοντας πως με αυτό τον τρόπο θα απέφευγε τον αντισημιτισμό, που ήταν σε έξαρση εκείνη την εποχή στον Καναδά.[3] Ο πατέρας του ήταν ερασιτέχνης βιολιστής. Η μητέρα του έπαιζε πιάνο και εκκλησιαστικό όργανο, αποτελώντας την πρώτη δασκάλα του Γκουλντ, ο οποίος με τη σειρά του έδειξε από νεαρή ηλικία κλίση στη μουσική. Σε ηλικία μόλις πέντε ετών συνέθετε τα δικά του έργα, τα οποία ερμήνευε στο σχολείο ή στην εκκλησία. Στην ίδια ηλικία έκανε και τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις του, συνοδεύοντας τους γονείς του σε μια εκδήλωση του Business Men's Bible Class, αρχικά, και κατόπιν μόνος του, σε μια πρεσβυτεριανή εκκλησία του Τορόντο.[4] Το 1940 ξεκίνησε σπουδές στο Toronto Conservatory of Music (μετέπειτα en:Royal Conservatory of Music) λαμβάνοντας μαθήματα θεωρίας της μουσικής με τον Λίο Σμιθ (en:Leo Smith), αργότερα παρακολούθησε μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου με τον Φρέντερικ Σιλβέστερ (en:Frederick C. Silvester) και σπούδασε πιάνο κοντά στον Αλμπέρτο Γκερέρο (en:Alberto Guerrero), από τον οποίο επηρεάστηκε σημαντικά.[5]

Ο Γκλεν Γκουλντ σε νεαρή ηλικία

Το Δεκέμβριο του 1945, ο Γκουλντ πραγματοποίησε την πρώτη του επαγγελματική δημόσια εμφάνιση ως οργανίστας, ερμηνεύοντας έργα των Μέντελσον, T.Σ. Ντυπυΐ και Μπαχ. Τον Ιανουάριο του 1947 έκανε το ντεμπούτο του ως σολίστ στο πιάνο με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Τορόντο, ερμηνεύοντας το Κοντσέρτο αρ. 4 του Μπετόβεν. Τον Απρίλιο του 1947 έδωσε το πρώτο του πλήρες ρεσιτάλ πιάνου, σε ωδείο, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ ως επαγγελματίας πιανίστας.[6] Τρία χρόνια αργότερα, πραγματοποιήθηκε η πρώτη του ραδιοφωνική συναυλία, για τον σταθμό CBC (en:Canadian Broadcasting Corporation) του Καναδά, σηματοδοτώντας την μακρόχρονη ενασχόλησή του με το ραδιόφωνο και τις ηχογραφήσεις. Το 1955 υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Columbia Masterworks, με την οποία ηχογράφησε αρχικά τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ του Μπαχ, έργο το οποίο έτυχε θερμής υποδοχής, γνωρίζοντας τόσο καλλιτεχνική όσο και εμπορική επιτυχία. Ο διευθυντής της εταιρίας, Ντέιβιντ Οπενχάιμ, είχε παρακολουθήσει την πρώτη εμφάνιση του Γκουλντ στη Νέα Υόρκη. Ενθουσιάστηκε τόσο, που την επόμενη κιόλας μέρα του πρότεινε συμβόλαιο. Ήταν η πρώτη φορά που η Columbia υπέγραφε με έναν ουσιαστικά άγνωστο καλλιτέχνη, στη βάση των εντυπώσεων από ένα και μόνο κοντσέρτο.[7]

Τον Μάιο του 1957, επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση (στο πλαίσιο της πρώτης ευρωπαϊκής περιοδίας του). Ήταν ο πρώτος Βορειοαμερικανός πιανίστας που έδωσε συναυλίες εκεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Το πρόγραμμά του περιλάμβανε τρεις συναυλίες στη Μόσχα και ισάριθμες στο Λένινγκραντ, με έργα των Μπαχ, Μπετόβεν, Μπραμς και Χίντεμιτ. Στις εμφανίσεις της Μόσχας προστέθηκε και ένα δωρεάν σεμινάριο-ρεσιτάλ για τους σπουδαστές του Ωδείου, το οποίο επαναλήφθηκε στο Λένινγκραντ. Εκεί ο Γκουλντ μίλησε για τη μουσική του Σένμπεργκ και τη Δεύτερη Σχολή της Βιέννης και παρουσίασε έργα των Άλμπαν Μπεργκ, Άντον Βέμπερν και Έρνστ Κρένεκ.[8] Το ρεπερτόριο του σεμιναρίου συνιστούσε πρόκληση. Η μουσική αυτή, που παρουσιαζόταν δημόσια για πρώτη φορά στη χώρα, θεωρείτο από τις σοβιετικές αρχές «φορμαλιστική» και ήταν αποκλεισμένη από τις συναυλιακές αίθουσες και τα ωδεία. Ωστόσο, το σεμινάριο-ρεσιτάλ του Γκουλντ είχε τρομαχτική επιτυχία. Πέρα από τις αρνητικές αντιδράσεις μερικών συντηρητικών καθηγητών, το σπουδαστικό κοινό ήταν ενθουσιασμένο, καθώς και οι διασήμοι Ρώσοι πιανίστες Χάινριχ Νοϊχάους, Μαρία Γιουντίνα και Μαρία Γκρίνμπεργκ που είχαν παρευρεθεί.[9] Μετά το Λένινγκραντ, ταξίδευσε στο Βερολίνο, όπου ερμήνευσε το Κοντσέρτο αρ.3 του Μπετόβεν με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του Κάραγιαν, και έκλεισε την περιοδία του μεταβαίνοντας στη Βιέννη. Την επόμενη χρονιά επέστρεψε ξανά στην Ευρώπη, πραγματοποιώντας εμφανίσεις στις Βρυξέλλες, στη Στοκχόλμη, στη Φλωρεντία και άλλες πόλεις.[10]

Από το 1960 ο αριθμός των συναυλιών του άρχισε να περιορίζεται αισθητά. Το 1959 πραγματοποίησε για τελευταία φορά περιοδία στην Ευρώπη. Η εμπειρία αυτή, λόγω των συνεχών μετακινήσεων, του φορτωμένου προγράμματος κ.λπ. ήταν πολύ δυσάρεστη για τον Γκουλντ, ο οποίος τη θεώρησε μια «τρέλα».[11] Άρχισε να σκέφτεται να παρατήσει το πιάνο και να ασχοληθεί με τη διεύθυνση ορχήστρας και, κατόπιν, να εγκαταλείψει τις συναυλίες, αρκετές από τις οποίες ήδη ακύρωνε. Αναζητώντας εναλλακτικές καλλιτεχνικές δραστηριότητες, πύκνωσε τις συνεργασίες του με την Καναδική Ραδιοτηλεόραση (CBC).[12] Στις 10 Απριλίου 1964, ο Γκουλντ αποφάσισε να τερματίσει στις δημόσιες εμφανίσεις του, δίνοντας στο Λος Άντζελες για τελευταία φορά ένα «τυπικά γκουλντικό» ρεσιτάλ με έργα Μπαχ, Μπετόβεν και Κρένεκ.[13] Η κίνηση του Γκουλντ να αφήσει για πάντα πίσω του την αίθουσαν συναυλιών του πρόσφερε τη δυνατότητα να διοχετεύσει τη ζωτικότητά του σε αυτά που τον ενδιέφεραν περισσότερο.[14] Τα επόμενα χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του, τα αφιέρωσε στις ηχογραφήσεις, τη σύνθεση, καθώς και στην παραγωγή εκπομπών για το ραδιόφωνο, πραγματοποιώντας επίσης μία σειρά τηλεοπτικών προγραμμάτων για την βρετανική, γαλλική, γερμανική και καναδική τηλεόραση. Δημοσίευσε παράλληλα, πληθώρα από άρθρα και κριτικές, αναλύοντας τις ερμηνείες του.

Λίγο πριν το θάνατό του ηχογράφησε για δεύτερη φορά το Ειδύλλιο του Ζίγκφριντ του Βάγκνερ, τώρα όμως ως μαέστρος. (Η παλιότερη ηχογράφηση ήταν για πιάνο, σε δική του μεταγραφή.) Το καλοκαίρι του 1982 ένας συνεργάτης του Γκουλντ επέλεξε δεκατρείς από τους καλύτερους μουσικούς από τη Συμφωνική του Τορόντο για να δουλέψουν μαζί του. Στις 8 Σεπτεμβίου οι ηχογραφήσεις είχαν ολοκληρωθεί.[15] Στις 27 Σεπτεμβρίου υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο του Τορόντο. Πέθανε, χωρίς στο μεταξύ να έχει ανακτήσει τις αισθήσεις του, στις 4 Οκτωβρίου 1982.[16]

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκουλντ διακρίθηκε ως μουσικός για τις ευφάνταστες και εκφραστικές ερμηνείες του. Το ιδιαίτερο ύφος που είχε υιοθετήσει στο παίξιμο, σε συνδυασμό με τις πρωτότυπες και ελεύθερες αποδόσεις των έργων, ή ακόμα και το ασυνήθιστο ρεπερτόριο που επέλεγε, τον κατέστησαν έναν μη συμβατικό και εκκεντρικό μουσικό, ο οποίος όμως αναγνωρίστηκε ευρέως για τη δεξιοτεχνία, την τεχνική και την καθαρότητα στον ήχο του.[17] Σχετικά με τις επικρίσεις που δεχόταν για αυθαιρεσίες και παρεκκλίσεις από την παρτιτούρα, ο ίδιος είχε δηλώσει πως η μόνη απάντηση είναι ότι ακολουθεί το "ένστικτό" του.[18] Ο Γκουλντ ερμήνευε στο πιάνο ιδιότροπα, διατηρώντας, ανάμεσα στ' άλλα, χαμηλή στάση στο όργανο και σχεδόν παράλληλη τοποθέτηση των χεριών στα πλήκτρα και πειραματιζόταν με μεταβολές στο κέντρο βάρους του σώματός του.[19] Χαρακτηριστικές, επίσης, της πιανιστικής ερμηνείας του Γκούλντ ήταν η σχεδόν μηδενική χρήση του πεντάλ και η "τάση να κρίν[ει] τα πάντα βάσει της γραμμής του μπάσου", πράγματα που, μαζί με ορισμένες άλλες ερμηνευτικές ιδιομορφίες του, ο ίδιος τα απέδιδε στη σπουδή του εκκλησιαστικού οργάνου σε πολύ μικρή ηλικία. Για τις επιδράσεις, τέλος, που είχε δεχτεί, ιδίως στην προσέγγιση της μουσικής του Μπαχ για πληκτροφόρα όργανα, ο Γκουλντ μνημόνευε τη διάσημη Πολωνέζα τσεμπαλίστρια Βάντα Λαντόφσκα (en:Wanda Landowska), αλλά εντέλει, όπως είχε εξομοληγηθεί, ήταν το παίξιμο της ρωσικής καταγωγής Αμερικανίδας Ρόζαλυν Τάρεκ (en:Rosalyn Tureck) που του "άρεσε τρομερά" και τον επηρέασε "πραγματικά", παρά τη γενικότερη διαφορετική μουσική τους αντίληψη.[20]

Σε ό,τι αφορά στο ρεπερτόριό του, υπήρξε εξαιρετικά εκλεκτικός, ερμηνεύοντας και ηχογραφώντας έργα συνθετών κυρίως της μπαρόκ, κλασικής και ύστερης ρομαντικής εποχής. Στη μουσική τον ενδιέφερε πρώτιστα η πολυφωνία και η αντιστικτικότητα, η ανάπτυξη του αρχικού μουσικού υλικού, γι' αυτό θαύμαζε τον Μπαχ και την αρχιτεκτονική των συνθέσεών του, ενώ ενδιαφερόταν και για σειραϊστές συνθέτες όπως ο Σένμπεργκ και οι μαθητές του. Αυτοί ήταν και οι λόγοι που είχε "ενστάσεις" για τη μουσική των μεγάλων ρομαντικών μουσουργών του 19ου αιώνα, όχι όμως γι' αυτήν του ύστερου ρομαντισμού, όπως η μουσική του Ρίχαρντ Στράους και του Βάγκνερ.[21] Ο ίδιος θεωρούσε πως ο ρόλος του πιανίστα είναι κατεξοχήν δημιουργικός και πρόσφερε πρωτότυπες και καινοτόμες ερμηνείες, ορισμένες εκ των οποίων θεωρούνται αμφιλεγόμενες, όπως για παράδειγμα σε δημοφιλείς συνθέσεις του Μότσαρτ, του Μπετόβεν ή του Μπραμς.

Ο Γκουλντ απέδιδε ιδιαίτερη αξία στις ηχογραφήσεις, ενώ αντίθετα αντιπαθούσε τις συναυλίες, τις οποίες εκλάμβανε ως ένα πεδίο ανταγωνισμού και χώρο επίδειξης των δεξιοτήτων των ερμηνευτών. Παραπέρα, ήταν της άποψης ότι οι καλλιτέχνες παγιδεύονταν από την επιτυχία των ζωντανών εμφανίσεών τους σε μια επανάληψη των ίδιων συνήθως πραγματών που τους είχαν καθιερώσει και, μ΄ αυτόν τον τρόπο, έμεναν πίσω ως προς την τόλμη της ανατροπής και ερμηνευτικής εξέλιξης.[22] Μετά την τελευταία του συναυλία, το 1964, αφοσιώθηκε στις ηχογραφήσεις έργων. Επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άνοιγμα των δυνατοτήτων που πρόσφερε η νέα τεχνολογία και αναγνώρισε την επεξεργασία των μαγνητοταινιών ως μέρος της δημιουργικής προσπάθειας του μουσικού. Για τον Γκουλντ, η εγγραφή ήταν μια "πρώτη ύλη" πάνω στην οποία θα δούλευε ο ερμηνευτής, ο ρόλος του οποίου πλέον αποκτά αρχιτεκτονική χροιά, μέσω μιας "διαδικασία[ς] συναρμολόγησης ή ανακατασκευής του έργου" του συνθέτη.[23] Επιπλέον, ο Γκουλντ επινόησε μια δική του τεχνική πολυκάναλης εγγραφής του ήχου και μίξης για το πιάνο, που την ονόμασε "ακουστική ενορχήστρωση". Σύμφωνα με αυτήν, τοποθετούνταν στο στούντιο μια σειρά από μικρόφωνα για την καταγραφή και στη συνέχεια, κατά τη μίξη, δημιουργούσε μια ηχητική κίνηση από το ένα σημείο στο άλλο, με τρόπο που θύμιζε κινηματογραφική ταινία. Ο ίδιος, όπως είχε δηλώσει, αντιλαμβανόταν πράγματι τα μικρόφωνα ως "ηχητικές μηχανές λήψης" και το τελικό αποτέλεσμα ως συνεχή ηχητικά "ζουμαρίσματα", ή ως ένα είδος ακουστικής χορογραφίας. Αυτές τις πρωτοποριακές ιδέες, ωστόσο, δεν τις εφάρμοσε σε εκτεταμένη κλίμακα.[24]

Η πρώτη εμπορική του ηχογράφηση έγινε το 1953, για λογαριασμό της καναδικής εταιρίας Hallmark. Περιλάμβανε τη Σονάτα για πιάνο του Μπεργκ και μεταγραφές για βιολί και πιάνο έργων των Ρώσων συνθετών Τανέγιεφ, Σοστακόβιτς και Προκόφιεφ, με το βιολιστή Άλμπερτ Πρατζ να συμπράττει με τον Γκουλντ.[25] Η πρώτη του εγγραφή για λογαριασμό της Columbia έγινε το 1955, όπου επέλεξε να ερμηνεύσει τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, έργο που ηχογράφησε στο στούντιο για δεύτερη φορά το 1981, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα ψηφιακή και αναλογική τεχνολογία.[26] Οι δύο ηχογραφήσεις διαφέρουν σημαντικά, με την πρώτη να είναι περισσότερο ενεργητική και γρήγορη ενώ η δεύτερη, που κυκλοφόρησε μόλις δύο μέρες πριν τον θάνατο του Γκουλντ, πιο αργή, νηφάλια και εσωστρεφής.[27]Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, που ηχογραφήθηκαν από τον Γκουλντ ζωντανά σε διάφορες περιστάσεις, κατέστηση ένα έργο συνυφασμένο με τον Καναδό πιανίστα. Παρόλο που πολλοί διακεκριμένοι ερμηνευτές έχουν ερμηνεύσει εξαιρετικά αυτό το έργο του Μπαχ, στη "συλλογική συνείδηση" του μουσικόφιλου κοινού είναι πλέον αξεδιάλυτα συνδεδεμένο με τον Γκουλντ, ενώ καθόρισε σε σημαντικό βαθμό και την πορεία του ίδιου του καλλιτέχνη στον κόσμο της μουσικής.[28]

Ηχογράφησε ένα σημαντικό μέρος των έργων για πιάνο του Μπαχ, όπως το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο (ηχογρ. 1962-71), τα Κοντσέρτα για πιάνο (1957-58, 1966 & 1969), τις Γαλλικές Σουΐτες (1971-73), τις Δίφωνες και Τρίφωνες Ενβανσιόν (1964), τις Παρτίτες (1956-63) κ.λπ. Στη μοναδική ηχογράφηση με εκκλησιαστικό όργανο, επέλεξε να ερμηνεύσει ένα μέρος από την Τέχνη της Φούγκας (1962), ενώ στο τσέμπαλο έγραψε τις Σουΐτες αρ.1-4 (1972) του Χαίντελ. Άλλες γνωστές ηχογραφήσεις του περιλαμβάνουν τα Κοντσέρτα (1958-66) και τις Σονάτες για πιάνο (1956, 1960-71 & 1979-81) του Μπετόβεν, καθώς και τις Σονάτες για πιάνο (1965-74) του Μότσαρτ. Λίγο πριν το θάνατό του είχε ξεκινήσει να ηχογραφεί τις Σονάτες για πιάνο του Χάυντν, σκοπεύοντας να ολοκληρώσει την εγγραφή όλου του κύκλου.[29] Το 1967 ο Γκουλντ κυκλοφόρησε, στο πλαίσιο των επίσημων εορτασμών για την εκατονταετηρίδα του Καναδά, έναν δίσκο με πιανιστικά έργα Καναδών συνθετών. Επιλέγοντας μουσουργούς με μη Αγγλο-σαξονική καταγωγή, θέλησε να προβάλλει, όπως εξήγησε, το ανανεωτικό πνεύμα που έφερε η "μεταπολεμική μετανάστευση" στο "μικρόκοσμο των καναδικών ακτών". Επιπλέον, αναφορικά με τη μουσική, τη βοήθεια που πρόσφεραν αυτοί οι άνθρωποι ώστε να εξέλθει ο Καναδάς στη διεθνή σκηνή.[30] Σημαντικές θεωρούνται, επίσης, οι εγγραφές που έκανε ο Γκουλντ πάνω σε έργα των Σένμπεργκ (ηχογράφησε σχεδόν όλες τις συνθέσεις του για, ή με, πιάνο),[31] Σιμπέλιους και Χίντεμιτ.

Ως συνθέτης, ο Γκούλντ άφησε πίσω του ορισμένα έργα για πιάνο και μουσικής δωματίου, κατά κύριο λόγο, καθώς και αρκετές ανολοκλήρωτες συνθέσεις και σχέδια -μεταξύ των τελευταίων και μια όπερα. Το ύφος των συνθέσεών του ήταν εκλεκτικό και έδειχνε επιρροές αλλού από τον ύστερο ρομαντισμό και, αλλού, από το δωδεκαφθογγισμό του Σένμπεργκ ή τη μουσική του Μπραμς.[32]

Εκκεντρικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκουλντ συνήθιζε να σιγοτραγουδά κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, γεγονός που αποτυπώθηκε σε αρκετές από αυτές. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως το τραγούδι του ήταν ασυνείδητο και αυξανόταν ανάλογα με την ανικανότητα του πιάνου να αποδώσει αυτό που εκείνος επεδίωκε.[33] Ήταν επίσης γνωστός για τις ασυνήθιστες στάσεις του σώματός του όταν ερμήνευε στο πιάνο, καθώς και για την επιμονή του στην ομοιομορφία. Στις συναυλίες επέλεγε να παίζει χρησιμοποιώντας πάντα μία πτυσσόμενη καρέκλα που είχε μετασκευάσει (κόβοντας τα πόδια) ο πατέρας του,[34] ακόμα και όταν αυτή είχε φθαρεί υπερβολικά με την πάροδο του χρόνου.[35] Εξίσου ιδιόρρυθμη και έντονη υπήρξε και η σχέση του Γκουλντ με το πιάνο του, με το οποίο είχε αναπτύξει ένα δέσιμο σχεδόν «ερωτικό».[36]

Ο Γκουλντ φοβόταν υπερβολικά το κρύο και συνήθιζε για αυτό το λόγο να φορά ζεστά ρούχα ακόμα και σε θερμά μέρη. Επιπλέον, φοβόταν τις μολύνσεις και τις ασθένειες, έπαιρνε πολλά φάρμακα κάθε είδους και συχνά αισθανόταν πως ήταν άρρωστος, αρκετές φορές χωρίς λόγο.[37]. Ο ίδιος έλεγε για την διαφορετικότητά του: «Δεν πιστεύω πως ο τρόπος ζωής μου έχει ομοιότητες με εκείνον των περισσότερων ανθρώπων και είμαι ευτυχής για αυτό. Ο τρόπος ζωής και το έργο μου έχουν γίνει ένα. Αν αυτό είναι εκκεντρικότητα, τότε είμαι εκκεντρικός».[38] Δεν θεωρούσε τον εαυτό του «αντικοινωνικό», όπως τον κατηγορούσαν ορισμένοι. Απλώς, τον διέκρινε, όπως είχε δηλώσει, μια «αυτοπειθαρχία υπό τη μορφή απομόνωσης από την κοινωνία», που όπως πίστευε ήταν απαραίτητη σε κάθε καλλιτέχνη ο οποίος επιδίωκε «να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για δημιουργικούς σκοπούς».[39]

Ωστόσο, πέρα από τις εκκεντρικότητες, ο Γκουλντ ήταν ένα άτομο που διέθετε εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ. Συνήθιζε να κάνει μιμήσεις και μεταμφιέσεις, υποδυόμενος μπροστά στην κινηματογραφική κάμερα διάφορους κωμικούς τύπους που ο ίδιος είχε δημιουργήσει, όπως ο Νεοϋορκέζος ταξιτζής "Theodore Slutz", ή ο Καναδός πυγμάχος "Domenico Pastrano".[40] Αλλά και στα γραπτά του ή στις συνεντεύξεις του συχνά γινόταν ιδιαίτερα καυστικός, σαρκαστικός και αυτο-σαρκαστικός, διανθίζοντας το λόγο του με ευρηματικά αστεία, ακόμη κι όταν πραγματευόταν σοβαρά θέματα, όπως λ.χ. η παρουσίαση των απόψεών του για τη μουσική του Μότσαρτ.[41]

Βραβεύσεις και αναγνώριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκλεν Γκουλντ βραβεύτηκε και τιμήθηκε αρκετές φορές, στη διάρκεια της ζωής του αλλά και μετά θάνατον. Απέσπασε συνολικά τέσσερα Βραβεία Γκράμι. Το 1982, δυο Βραβεία (καλύτερης κλασικής ερμηνείας σολίστα και καλύτερου κλασικού άλμπουμ) για τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ (ηχογρ. 1981). Το 1983, Βραβείο (καλύτερης κλασικής ερμηνείας σολίστα) για τις Σονάτες για πιάνο αρ. 12 και 13 του Μπετόβεν.[42] Είχε προηγηθεί, το 1974, το μοναδικό Γκράμι που του απονεμήθηκε όσο ζούσε, όχι όμως ως μουσικού, αλλά ως συγγραφέα, για τη σύνταξη του κειμένου "Hindemith: will his time come? Again?" που ήταν τυπωμένο στο οπισθόφυλλο του δίσκου με τις σονάτες του συνθέτη.[43] Το 1964 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Το 1983 εισήλθε στον κατάλογο των μουσικών του Canadian Music Hall of Fame. Προς τιμήν του ιδρύθηκε το Ίδρυμα Γκλεν Γκουλντ (Glenn Gould Foundation), το οποίο έχει καθιερώσει την απονομή του Βραβείου Γκλεν Γκουλντ ανά τρία έτη, σε κάθε αυτόνομο μουσικό που έχει κερδίσει την διεθνή αναγνώριση μέσα από την συνεισφορά του στη μουσική.[44] Μετά το θάνατό του, πολλοί καλλιτέχνες, όπως συγγραφείς, χορογράφοι και γλύπτες, επηρεάστηκαν στο έργο τους από την προσωπικότητά του, ενώ συνθέτες του αφιέρωσαν έργα τους. Από τους τελευταίους ξεχωρίζει ο Ελληνο-Καναδός Χρήστος Χατζής (en:Christos Hatzis) με τη σύνθεση Τhe Go(u)ldberg Variations (1992).[45]

Μια ηχογράφηση του Γκούλντ, από το Καλοσυγκεραμένο Κλειδοκύμβαλο, συμπεριελήφθη από τη NASA στα αποσπάσμαστα μουσικής που ταξιδεύουν στο εξώτερο διάστημα, μαζί με τα υπόλοιπα τεκμήρια από τη ζωή στη Γη και τον ανθρώπινο πολιτισμό, πάνω στα διαστημόπλοια Βόγιατζερ.[46]

Ταινίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηχογραφήσεις του Γκουλντ έχουν χρησιμοποιηθεί σε αρκετές ταινίες, τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά το θάνατό του. Ο ίδιος συνέθεσε και είχε την επιμέλεια για την μουσική στις ταινίες Slaughterhouse-Five (1972) και The Wars (1983).

  • Glenn Gould On The Record και Glenn Gould Off he Record (1959). Ντοκυμαντέρ, National Film Board of Canada.
  • Conversations with Glenn Gould (1966), BBC.
  • Slaughterhouse-Five (1972). Σκηνοθετημένη από τον George Roy Hill, ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Kurt Vonnegut. Η μουσική της ταινίας είναι σύνθεση του Γκουλντ, ο οποίος και ερμηνεύει.
  • Music and Terminology, Chemins de la Musique (1973-76). Σειρά ταινιών σε σκηνοθεσία του Bruno Monsaingeon.
  • The Goldberg Variations : Glenn Gould Plays Bach (1981). Σειρά τριών ταινιών, στις οποίες ο Γκουλντ σχολιάζει και ερμηνεύει μουσική του Μπαχ.
  • The Wars (1983). Ταινία σε σκηνοθεσία του Robin Philips και μουσική σε σύνθεση του Γκουλντ.
  • Variations on Glenn Gould. Ντοκυμαντέρ με θέμα τον Γκλεν Γκουλντ κατά τη διάρκεια ηχογράφησης στο Οντάριο.
  • Les Variacions Gould (1992). Ντοκυμαντέρ σε σκηνοθεσία του Manuel Huerga.
  • Thirty-Two Short Films About Glenn Gould (1993). Σκηνοθεσία του François Girard.
  • Glenn Gould ; The Russian Journey (2002). Το ταξίδι του Γκουλντ στη Σοβιετική Ένωση και οι εμφανίσεις του στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη.
  • Extasis (2003). Ντοκυμαντέρ με συναυλία του Γκλεν Γκουλντ και συνεντεύξεις.
  • Glenn Gould : The Alchemist (2003). Ντοκυμαντέρ με συνεντεύξεις κατά τη διαδικασία ηχογράφησης και ζωντανές ερμηνείες του Γκουλντ.
  • Glenn Gould : au-delà du temps (2005). Ντοκυμαντέρ Γαλλοκαναδικής παραγωγής σε σκηνοθεσία του Bruno Monsaingeon.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στέφανος Θεοδωρίδης, "Πρόλογος του μεταφραστή", στο Glenn Gould, Σκέψεις για τη μουσική (βλ. Πηγές), σ.12.
  2. Mark Kingwell, Glenn Gould (βλ. Βιβλιογραφία), "Chronology", σ.229.
  3. Κevin Bazzana, Wondrous Strange (βλ. Βιβλιογραφία), σ.24-26.
  4. Mark Kingwell, Glenn Gould σ.46, 48.
  5. Michael Stegemann, "Who was Glenn Gould?", στο This Is Glenn Gould (βλ. Βιβλιογραφία), σ.18.
  6. Κevin Bazzana, Wondrous Strange, σ.79-80.
  7. Tim Page, "Introduction", στο Τhe Glenn Gould Reader (βλ. Βιβλιογραφία), σ.xii.
  8. Κevin Bazzana, Wondrous Strange, σ.165-171.
  9. Feodor Sofronov, Glenn Gould in Moscow (βλ. Βιβλιογραφία), σ.4-5.
  10. Mark Kingwell, Glenn Gould, σ.68-70 και 233 ("Chronology").
  11. Κevin Bazzana, Wondrous Strange, σ.192.
  12. Michael Stegemann, "Who was Glenn Gould?", σ.51, 55.
  13. Michael Stegemann, "Who was Glenn Gould?", σ.60.
  14. Κevin Bazzana, Wondrous Strange, σ.241-244.
  15. Κevin Bazzana, Wondrous Strange, σ.479.
  16. Mark Kingwell, Glenn Gould, "Chronology", σ.336.
  17. Kevin Bazzana, John Beckwith και Geoffrey Payzant, "Glenn Gould", The Canadian Encyclopedia, "Impact and Legacy". Ανακτήθηκε στις 17.06.2015
  18. Γκλεν Γκουλντ, Σκέψεις για τη μουσική, σ.33-34.
  19. Κevin Bazzana, Wondrous Strange, σ.422-423.
  20. Γκλεν Γκουλντ, Σκέψεις για τη μουσική, σ.47 και 157-158.
  21. Γκλεν Γκουλντ, Σκέψεις για τη μουσική, σ.36-42 και 50-51.
  22. Tim Page, "Introduction", σ.xii-xiii.
  23. Γκλεν Γκουλντ, Σκέψεις για τη μουσική, σ.108-109.
  24. Paul Théberge, "Glenn Gould: The Accoustic Orchestrations" στο Glenn Gould: The Accoustic Orchestrations (βλ. Βιβλιογραφία), ιδίως σ.7, 11 και 13.
  25. Michael Stegemann, "Who was Glenn Gould?", σ.27.
  26. Louise de la Fuente, "From digital to analogue: technical notes on the 1981 Goldberg recording", στο Glenn Gould -Α State of Wonder (βλ. Βιβλιογραφία), σ.22.
  27. Τim Page, "Glenn Gould -a state of wonder", στο Glenn Gould -Α State of Wonder, σ.5 και 11.
  28. William Aide, "Glenn Gould and the Goldberg Variations" (βλ. Βιβλιογραφία).
  29. Κevin Bazzana, Wondrous Strange, σ.216-217, 241-243 και 458-459.
  30. Glenn Gould, Canadian Music in the 20th Century (βλ. Βιβλιογραφία).
  31. Michael Stegemann, "The Glenn Gould alphabet: a portrait in 32 parts", στο This Is Glenn Gould, σ.166.
  32. Michael Stegemann, "The Glenn Gould alphabet", σ.128.
  33. Glenn Gould, Σκέψεις για τη μουσική, σ.114-115.
  34. Bazzana, Beckwith και Payzant, "Glenn Gould", The Canadian Encyclopedia, "Gould's Pianos and Chair".
  35. Φωτογραφία καρέκλας Γκουλντ. Το κάθισμα αυτό, στενά συνδεδεμένο με τον Γκουλντ, εκτίθετο για πολλά χρόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Καναδά. Από τον Ιούνιο του 2012 βρίσκεται πλεόν μόνιμα, μαζί με το αγαπημένο πιάνο του, ένα Steinway CD318 του 1943, στο Εθνικό Κέντρο Τεχνών της Οττάβα (Bazzana, Beckwith και Payzant, "Glenn Gould", The Canadian Encyclopedia, "Gould's Pianos and Chair").
  36. Geoffrey Payzant, Glenn Gould: Music and Mind (βλ. Βιβλιογραφία), σ.104-108.
  37. Peter Ostwald, Glenn Gould: Τhe Εcstasy and Τragedy of Genius (βλ. Βιβλιογραφία), σ.159-170.
  38. Elyse Mach, Great Contemporary Pianists Speak for Themselves, Dover Publications: Μινεόλα (Ν.Υόρκη), 1991, σ.112.
  39. Γκλεν Γκουλντ, Σκέψεις για τη μουσική, σ.22.
  40. Michael Stegemann, "The Glenn Gould alphabet", σ.113.
  41. Michael Stegemann, "Colloquium Olypmium (fictum)" (βλ. Βιβλιογραφία).
  42. Bazzana, Beckwith Payzant, "Glenn Gould", The Canadian Encyclopedia, "Awards".
  43. Michael Stegemann, "Who was Glenn Gould?", σ.84-89.
  44. Michael Stegemann, "Who was Glenn Gould?", σ.67. Mark Kingwell, Glenn Gould, "Chronology", σ.236. Στέφανος Θεοδωρίδης, "Πρόλογος του μεταφραστή", σ.12.
  45. Bazzana, Beckwith και Payzant, "Glenn Gould", The Canadian Encyclopedia, "Works Devoted to Gould ".
  46. Golden Record: Music From Earth. Voyager/NASA. Ανακτήθηκε στις 29.06.2015.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Kevin Bazzana, Glenn Gould: Τhe Ρerformer in the Work, Clarendon: Οξφόρδη, 1997, ISBN 0-19-816656-7
  • Kevin Bazzana, Wondrous Strange: The Life and Art of Glenn Gould, McClelland & Stewart: Toρόντο, 2003, ISBN 0-7710-1101-6
  • Jock Carroll, Glenn Gould: Some Portraits of the Artist as a Young Man, Stoddart: Τορόντο, 1995, ISBN 0-7737-2904-6
  • Otto Friedrich, Glenn Gould: A Life and Variations, Vintage: Νέα Υόρκη, 1990, ISBN 0-679-73207-1
  • Peter Ostwald, Glenn Gould: Τhe Εcstasy and Τragedy of Genius, W.W. Norton: Νέα Υόρκη, 1997, ISBN 0-393-04077-1
  • Tim Page, The Glenn Gould Reader, ανατύπ., Vintage: Νέα Υόρκη, 1990, ISBN 0-679-73135-0
  • Geoffrey Payzant, Glenn Gould: Music and Mind, 5η έκδ., Key Porter: Τορόντο, 1994, ISBN 1-55013-439-6
  • John P.L. Roberts και Ghyslaine Guertin, Glenn Gould: Selected Letters, Oxford University Press: Τορόντο, 1992, ISBN 0-19-540799-7
  • Mark Kingwell, Glenn Gould, Penguin Canada: Τορόντo, 2009 ISBN 0-670-06850-0

Πολυμέσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Glenn Gould, Kείμενο στο οπισθόφυλλο του Canadian Music in the 20th Century, Sony Classical Records, UPC 886971480320 ([℗1967] 2007).
  • Bruno Monsaingeon, Σημειώσεις στο ένθετο βιβλιαράκι του Glenn Gould: The Composer, Sony Classical Records, UPC 0074644718423 (1992).
  • William Aide, "Glenn Gould and the Goldberg Variations", ένθετο στο Glenn Gould: Goldberg Variations (1954), CBC Records, UPC 059582200728 (1995). (Έκδοση της πρώτης, ζωντανής ηχογράφησης του έργου από τον Γκουλντ το 1954.)
  • Michael Stegemann, "Colloquium Olypmium (fictum)", ένθετο στο Glenn Gould: Mozart Great Piano Sonatas, Sony Classical Records, UPC 5099708786021 (2002).
  • Τim Page, Louise de la Fuente, Σημειώσεις στο ένθετο βιβλιαράκι του Glenn Gould -Α State of Wonder: The Complete Goldberg Variations, Sony Classical Records, UPC 5099708770327 (2002).
  • Feodor Sofronov, Σημειώσεις στο ένθετο βιβλιαράκι του Glenn Gould in Moscow, Melodiya Records, UPC 4600317016068 (2009).
  • Michael Stegemann, "Who was Glenn Gould?"[1] και "The Glenn Gould alphabet: a portrait in 32 parts",[2] στο ένθετο βιβλιαράκι του This Is Glenn Gould: Story of a Genius, Sony Classical Records, UPC 887254239321 (2012).
  • Paul Théberge, Σημειώσεις στο ένθετο βιβλιαράκι του Glenn Gould: The Accoustic Orchestrations -Works by Scriabin and Sibelius, Sony Classical Records, UPC 887254065722 (2012).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Stegeman, Michael. «The Story of a Genius». Sony Classical Records. http://www.glenngould.com/timeline/. Ανακτήθηκε στις 29/06/2015. 
  2. Stegeman, Michael. «Glenn Gould from A to Z». Sony Classical Records. http://www.glenngould.com/glenn-gould-atoz/. Ανακτήθηκε στις 29/06/2015. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γκλεν Γκουλντ, Σκέψεις για τη μουσική, επιλογή-μετάφραση: Στέφανος Θεοδωρίδης, Νεφέλη: Aθήνα, 2012 ISBN 960-504-048-2

Διαβάστε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Thomas Bernhard, O αποτυχημένος, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, Εξάντας: Αθήνα, 1998 ISBN 960-256-341-0. Mυθιστόρημα του γνωστού Αυστριακού συγγραφέα και δραματουργού με "ήρωα" τον Γκλεν Γκουλντ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα