Έγχορδα της συμφωνικής ορχήστρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα έγχορδα όργανα της Συμφωνικής ορχήστρας αποτελούν ίσως το βασικότερο τμήμα της. Οι σύγχρονες ορχήστρες έχουν ως κυρίως σώμα την οικογένεια των εγχόρδων με δοξάρι. Αυτά χωρίζονται σε πέντε διαφορετικές ομάδες:

Ο αριθμός των εκτελεστών των οργάνων δεν είναι αυστηρά καθορισμένος και εξαρτάται από τις απαιτήσεις της μουσικής σύνθεσης. Ωστόσο, συγκεκριμένες αναλογίες πιστεύεται ότι οδηγούν σε έναν καλύτερα ισορροπημένο ήχο της ορχήστρας. Μια τυπική συμφωνική ορχήστρα μπορεί να περιέχει 16 πρώτα βιολιά, 14 δεύτερα βιολιά, 12 βιόλες, 10 τσέλλα και 8 κοντρα-μπάσσα. Οι μουσικοί κάθε ομάδας εγχόρδων εκτελούν άλλοτε το ίδιο μέρος, τις ίδιες δηλαδή νότες, εκτός από περιπτώσεις που ο συνθέτης ορίζει διαφορετικά.

Στα έγχορδα της ορχήστρας συγκαταλέγονται επίσης οι άρπες καθώς και το πιάνο, όποτε αυτό χρησιμοποιείται ως ορχηστρικό όργανο.

Τεχνικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιμπράτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιμπράτο ονομάζεται μια ελάχιστα αισθητή διακύμανση στο ύψος της νότας. Η κίνηση αυτή δημιουργείται όταν ένας μουσικός εγχόρδων πιάνει μια νότα με το δάχτυλο του αριστερού χεριού και σύρει το δοξάρι με το δεξιό, αλλά δεν αφήνει το δάχτυλο του στην ίδια θέση όσο παίζεται η νότα αυτή. Αντί αυτού, κινεί ελαφρά πάνω-κάτω το δάχτυλο του αριστερού χεριού του πάνω στη χορδή δημιουργώντας μία από τις ευρέως χρησιμοποιούμενες τεχνικές στο παίξιμο των εγχόρδων. Συνήθως, όσο πιο αισθαντική είναι η μουσική και όσο μεγαλύτερης διάρκειας είναι οι νότες, τόσο περισσότερο χρησιμοποιείται το βιμπράτο.

Πιτσικάτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιτσικάτο ονομάζεται ένας τρόπος να παιχτεί το έγχορδο όργανο χωρίς να χρησιμοποιηθεί καθόλου δοξάρι. Όταν σε μία παρτιρούρα είναι σημειωμένη η ένδειξη pizz τότε ο μουσικός αφήνει το δοξάρι και τραβά τις χορδές του οργάνου με τα δάχτυλά του. Τα μουσικά περάσματα με την τεχνική αυτή μπορεί να είναι σύντομα, αλλά μπορεί είναι και ολόκληρες μελωδίες.

Ελεύθερο δοξάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εκτέλεση ενός μουσικού έργου, η κίνηση του δοξαριού μπορεί να γίνει σε μία ή δύο κατευθύνσεις, πάνω ή κάτω. Για τους μουσικούς των εγχόρδων, η απόφαση της κατεύθυνσης της κίνησης αλλά και του σημείου του δοξαριού που θα ακουμπά στις χορδές, είναι κάτι που αποφασίζεται με βάση την καλύτερη απόδοση του μουσικού περάσματος. Για παράδειγμα, η απόδοση ενός ανάλαφρου ήχου επιτυγχάνεται με το παίξιμο κοντά στο άκρο του δοξαριού ενώ ένας δυνατός, βαρύς ήχος χρειάζεται να παιχτεί πιο κοντά στη λαβή του δοξαριού. Κάποια σημάδια της μουσικής σημειογραφίας επάνω στις παρτιτούρες, καθορίζουν την κατεύθυνση του δοξαριού ξεχωριστά για καθεμία νότα κάθε μουσικού κομματιού της συναυλίας.
Η απόφαση των διαφόρων μαέστρων για την χρησιμοποίηση ελεύθερων κινήσεων στα δοξάρια είναι κάτι που σχετίζεται με τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα αυτών: από τη μία, οι ελεύθερες κινήσεις δημιουργούν συχνά ένα πλούσιο, γεμάτο ήχο, ενώ από την άλλη, οι ομοιόμορφες κινήσεις επιτρέπουν περισσότερη ομοιογένεια στην ερμηνεία και αποφυγή της χαοτικής εικόνας των δοξαριών που κινούνται σε τυχαίες κατευθύνσεις.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]