Συγκεκριμένη μουσική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Musique concrète (γαλλικά, κυριολεκτική σημασία, «συγκεκριμένη μουσική»), ονομάζεται μια κατηγορία ηλεκτρονικής μουσικής που παράγεται με επεξεργασία και διαμόρφωση αποσπασμάτων φυσικών και τεχνητών ήχων. Είναι η ακριβώς αντίστροφη διαδικασία με εκείνη της παραδοσιακής σύνθεσης (γνωστή και ως Musique Abstraite), όπου πρώτα συνθέτει κανείς τη μουσική σύμφωνα με μια συγκεκριμένη τονικότητα και ύστερα την αναθέτει σε μουσικούς έτσι ώστε να παράγουν ήχο. Στη συγκεκριμένη μουσική οι ήχοι πρώτα ηχογραφούνται και ύστερα δομούνται σύμφωνα με κάποια συγκεκριμένη τονικότητα. Η συγκεκριμένη μουσική εξελίχτηκε κατά τις δεκαετίας του ’40 και του ’50 με τη βοήθεια της τεχνολογικής ανάπτυξης, με προεξέχουσα αυτή των μικροφώνων, και τη διαθεσιμότητα μαγνητοταινιών ηχογράφησης (magnetic tape recorder), που χρησιμοποιούνταν για την επαναληπτική αναπαραγωγή ήχων (tape loops), στην αγορά.

Ο Pierre Schaeffer, ένας ραδιοφωνικός εκφωνητής από το Παρίσι συνέθεσε κάποια από τα πρώτα μουσικά κομμάτια συγκεκριμένης μουσικής, όπως τα «Étude aux chemins de fer» (Σπουδή με τρένα), «Étude au piano I» (Σπουδή για πιάνο Ι) και «Étude aux casseroles» (Σπουδή με τηγάνια). Καθένα από αυτά τα κομμάτια εμπεριείχε επιτάχυνση, επανάληψη, και αναστροφή ηχογραφημάτων ηχητικών πηγών όπως τρένα, πιάνο και κροταλίζοντα ηχητικά σκεύη. Ο Schaeffer συνεργάστηκε, επίσης, με έναν άλλο πρωτοπόρο της συγκεκριμένης μουσικής, τον Pierre Henry. Μαζί, συνέθεσαν κομμάτια όπως το «Symphonie pour un homme seul» (Συμφωνία για έναν άντρα μόνο).

Η συγκεκριμένη μουσική συνδυάστηκε με άλλα συνθετικά είδη ηλεκτρονικής μουσικής για να προκύψει η σύνθεση του Εντγκάρ Βαρέζ, «Poème électronique» (ηλεκτρονικό ποίημα). Το «Poème» παρουσιάστηκε το 1958 στο Belgium World's Fair των Βρυξελλών, με τη βοήθεια 425 προσεκτικά τοποθετημένων ηχείων σε ένα ειδικό περίπτερο σχεδιασμένο από τον Έλληνα αρχιτέκτονα και μουσικό Ιάννη Ξενάκη. Η πλασματική συνθέτιδα δωδεκαφθογγισμού, Dame Hilda Tablet, επινόηση του Henry Reed, μίλησε για τη δημιουργία της τη «Musique concrète renforcée».

Μετά το 1950, η συγκεκριμένη μουσική αντικαταστάθηκε κατά κάποιο τρόπο από άλλους τρόπους και είδη ηλεκτρονικής σύνθεσης, παρόλα αυτά η επίδραση και απήχηση που είχε σε δημοφιλή μουσικά σχήματα όπως οι Beatles, στο τραγούδι Revolution 9 και οι Pink Floyd, είναι πασιφανής. Η δημοτικότητα της παραδοσιακής και της μη-παραδοσιακής συγκεκριμένης μουσικής επανήρθε κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990. Καλλιτέχνες όπως ο Ray Buttigieg στις πειραματικές συνθέσεις του «Earth Noise» και «Sound Science Series» χρησιμοποιούν προκατασκευασμένους και προμελετημένους ήχους μέσω παλιών και ριζοσπαστικών τεχνικών, με τη διαφορά ότι τώρα αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση της πρόσφατης τεχνολογίας ηχητικής δειγματοληψίας (sampling αντί της παραδοσιακής μαγνητοταινίας.

Πρόσφατα, η ολοένα αυξανόμενη απήχηση όλων των μορφών ηλεκτρονικής μουσικής (electronica) στο ευρύ κοινό, είχε ως συνέπεια την αναβίωση της συγκεκριμένης μουσικής. Καλλιτέχνες όπως οι Christian Fennesz, Francisco Lopez, και Scanner χρησιμοποιούν συγκεκριμένες τεχνικές στη μουσική τους, παρόλο που μπορεί κάλλιστα να κατηγοριοποιηθεί στα περισσότερο συνήθη είδη ηλεκτρονικής μουσικής όπως η IDM ή η downtempo. Άρθρα και κριτικές γύρω από την συγκεκριμένη μουσική μπορεί να βρει κανείς δημοσιοποιημένα σε μουσικά περιοδικά όπως το The Wire.