Γαρκινία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γαρκινία
(Garcinia)
Η Γαρκινία η υποελλειπτική (Garcinia subelliptica), στην Ιαπωνία γνωστή ως fukugi.
Η Γαρκινία η υποελλειπτική (Garcinia subelliptica), στην Ιαπωνία γνωστή ως fukugi.
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Ευδικοτυλήδονα (Eudicots)
Υφομοταξία: Ροδίδες (Rosids)
Τάξη: Μαλπιγιώδη  (Malpighiales)
Οικογένεια: Κλουσιίδες (Clusiaceae)
Υποοικογένεια: ... (Clusioideae)
Γένος: Γαρκινία (Garcinia)
Κάρολος Λινναίος (Carolus Linnaeus) (L.)
Είδη

Τουλάχιστον 50, βλέπε κείμενο

Η Γαρκινία (Garcinia), είναι ένα φυτό του γένους της οικογένειας Κλουσιίδων (Clusiaceae) εγγενές στην Ασία, την Αυστραλία, την τροπική και νότια Αφρική και την Πολυνησία. Ο αριθμός των ειδών είναι αμφίβολος, με διάφορες πηγές να αναγνωρίζουν μεταξύ 50 και 300 περίπου. Συνήθως, τα φυτά αυτού του γένους ονομάζονται saptrees, μανγκοστάνες (τα οποία μπορούν επίσης να αναφέρονται συγκεκριμένα στην purple mangosteen, (G. mangostana), γαρκινίες (garcinias) ή διφορούμενα, «καρπός μαϊμούς».

Πολλά είδη απειλούνται από την καταστροφή των οικοτόπων και τουλάχιστον η G. cadelliana από τη Νήσο Νότιο Ανταμάν είναι σχεδόν ή έχει ήδη εξαφανιστεί εντελώς.[1]

Οι καρποί είναι μια πηγή τροφής για αρκετά ζώα, όπως τις πεταλούδες αρχιδούκας (Lexias) της τροπικής ανατολικής Ασίας, οι οποίες απολαμβάνουν τον χυμό (sap)[Σημ. 1] από υπερώριμες μανγκοστάνες.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα είδη Γαρκινίας (Garcinia) είναι αειθαλή δέντρα και θάμνοι, δίοικα και σε αρκετές περιπτώσεις απομικτικά.[Σημ. 2] Ο καρπός είναι ένα μούρο με σαρκώδες ενδοκάρπιο,[2][Σημ. 3] το οποίο σε αρκετά είδη, είναι νόστιμο.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καρπός από το purple mangosteen (Garcinia mangostana), μαζί με την διατομή του· προσέξτε το λευκό βρώσιμο ενδοκάρπιο.

Οι καρποί από τα περισσότερα είδη Γαρκινία (Garcinia) τρώγονται σε τοπικό επίπεδο. Οι καρποί ορισμένων ειδών είναι ιδιαίτερα αγαπητοί σε μία περιοχή, αλλά άγνωστοι μόλις λίγα εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύτερα. Το πιο γνωστό είδος είναι το purple mangosteen (G. mangostana), το οποίο έχοντας καθιερωθεί στα τέλη του 20ού αιώνα, σήμερα, καλλιεργείται σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία καθώς και σε άλλες τροπικές χώρες. Λιγότερο γνωστά, αλλά ακόμα διεθνούς σημασίας, είναι τα kandis (G. forbesii) με μικρούς στρογγυλούς κόκκινους καρπούς με υπόξινη γεύση και σάρκα που λιώνει, το lemon drop mangosteen (G. intermedia) με κίτρινο καρπό που ομοιάζει με ένα ρυτιδωμένο λεμόνι και το λεπτόφλουδο πορτοκαλί button mangosteen (G. prainiana).

Επιπλέον, το εκχύλισμα της φλούδας (εξωκάρπιο) του mangosteen, χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό. Βρίσκεται σε περίοπτη θέση στην κουλτούρα των Kodava και η G. multiflora χρησιμοποιείται για να αρωματίσει και να χρωματίσει την περίφημη σούπα bún riêu του Βιετνάμ, όπου το φυτό αυτό είναι γνωστό ως hạt điều màu. Η Garcinia gummi-gutta παράγει ένα μπαχαρικό που χρησιμοποιείται ευρέως στη Νότια Ασία, ιδίως στην Κεράλα, όπου καλείται kodumpulli.

Τα περισσότερα είδη στη Γαρκινία (Garcinia), είναι γνωστά για την κομμεορητίνη, καφέ-κίτρινη από xanthonoids όπως η mangostin, και ο φλοιός του χρησιμοποιείται κατά της δυσεντερίας ως υπακτικό ή καθαρτικό, αλλά πιο συχνά – τουλάχιστον σε παλαιότερες εποχές – ως χρωστική ουσία (στις ακουαρέλλες της ζωγραφικής).[3] Μάλιστα, ο χρωστικός όρος «gamboge» αναφέρεται σε αυτήν τη χρωστική ουσία.

Hydroxycitric acid, μια χημική ένωση που βρίσκεται στην πέτσα του mangosteen.
Καρπός Bacupari (Garcinia gardneriana).

Εκχυλίσματα από το εξωκάρπιο ορισμένων ειδών – συνήθως της G. gummi-gutta, αλλά επίσης της purple mangosteen – συχνά περιλαμβάνονται στα κατασταλτικά της όρεξης, όπως τα Hydroxycut, Leptoprin ή XanGo. Αλλά η αποτελεσματικότητά τους σε φυσιολογικά επίπεδα κατανάλωσης είναι αναπόδεικτες, ενώ έχει τεκμηριωθεί τουλάχιστον σε μία περίπτωση σοβαρής οξέωσης η οποία προκλήθηκε από τη μακροχρόνια κατανάλωση αυτών των προϊόντων.[4] Επιπλέον, μπορεί να περιέχουν σημαντικές ποσότητες υδροξυκιτρικού οξέος, το οποίο είναι κάπως τοξικό και μετά από παρατεταμένη χρήση, μπορεί να καταστρέψει ακόμα και τους όρχεις.[5] Οι σπόροι πικρής κόλα (G. kola) χρησιμοποιούνται στη λαϊκή ιατρική. Η Garcinia mannii είναι δημοφιλής ως «ράβδος μασήματος»[Σημ. 4] στη δυτική Αφρική,[6] η οποία δροσίζει την αναπνοή και καθαρίζει τα δόντια.

Η Γαρκινία η υποελλειπτική (Garcinia subelliptica), γνωστή στην Ιαπωνική ως fukugi, είναι το ανθικό έμβλημα του Motobu και Tarama στην Οκινάουα. Στη Μαλαισία, η πόλη Beruas – που συνήθως γράφεται και "Bruas" – οφείλει το όνομά της από το seashore mangosteen (Garcinia hombroniana), τοπικά γνωστό ως pokok bruas.

Επιλεγμένα είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δενρύλιο moʻonia (Garcinia pseudoguttifera).
Ώριμοι καρποί και φύλλα της Garcinia livingstonei (η οποία επίσης ονομάζεται imbe).
Άνθη Heilala (Garcinia sessilis).

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο χυμός (βοτανική) (Αγγλ. sap), είναι αυστηρός όρος της επιστήμης της Γενικής Βοτανικής που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην Φυσιολογία Φυτών και όχι οπουδήποτε. Συγκεκριμένα, είναι ΜΟΝΟΝ το πρωταρχικό υδατικό διάλυμα που κινείται στα αγγεία του φυτού με πολύπλοκες φυσικοχημικές διεργασίες (ώσμωση, τριχοειδικά φαινόμενα κ.ά.) και χρησιμεύει στην θρέψη του. Οποιοδήποτε υγρό παράγει το φυτό ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ και σε οποιοδήποτε σημείο του (βλαστό, φύλλα, άνθη, κ.ο.κ.), ακόμη και αν προέρχεται από αυτό το διάλυμα, δεν είναι χυμός (βοτανική), με την ΑΥΣΤΗΡΗ βοτανική έννοια (sensu stricto). Επίσης, ο χυμός (βοτανική), δεν πρέπει να συγχέεται με το λατέξ, τη ρητίνη ή το κενοτόπιο (vacuole).[Παρ. Σημ. 1]
  2. Στη βοτανική, η απόμιξη προσδιορίστηκε από τον Hans Winkler ως η αντικατάσταση της κανονικής σεξουαλικής αναπαραγωγής με αγενή αναπαραγωγή, χωρίς γονιμοποίηση. Η ετυμολογία της είναι Ελληνική για το "μακριά από" + "ανάμειξη". Ένα φυτό που παράγεται με αυτόν τον τρόπο είναι απόμικτο (apomict). Αυτός ο ορισμός, κυρίως δεν αναφέρει μείωση.[Παρ. Σημ. 2]
  3. Το ενδοκάρπιο (από τα Ελληνικά: endo-, "μέσα" + -carp, "καρπός"), είναι ένας βοτανικός όρος για το εσωτερικό στρώμα του περικαρπίου (ή καρπού), το οποίο περιβάλλει άμεσα τους σπόρους. Μπορεί να είναι μεμβρανώδη όπως στα εσπεριδοειδή, όπου είναι το μόνο τμήμα που καταναλώνεται, ή παχιά και σκληρά όπως στα πυρηνόκαρπα φρούτα της οικογένειας Ροδοειδών (Rosaceae) όπως στα ροδάκινα, κεράσια, δαμάσκηνα και βερίκοκα.
  4. Ενώ στην δύση, η χρήση της οδοντόβουρτσας και οδοντόκρεμας θεωρείται δεδομένη, σε άλλες χώρες δεν είναι, και αυτό για ποικίλους λόγους είτε γιατί π.χ. δεν υπάρχουν τα χρήματα για την αγορά τους, είτε γιατί δεν είναι εύκολα διαθέσιμα ή γιατί το νερό σπανίζει ή ... εκεί λοιπόν, οι ιθαγενείς έχουν βρει (εδώ και εκαντοντάδες χρόνια), τον τρόπο να διατηρούν τόσο τα δόντια τους καθαρά όσο και τα ούλα τους υγιεί, με το να πιπιλίζουν (αρχικά) και να μασούν (αργότερα) ένα κομμάτι ξύλο (μεγέθους λίγο μακρύτερου μια οδοντόβουρτσας και πάχους λεπτού πούρου), αυτό το ξυλάκι οδοντόβουρτσα-οδοντόκρεμα, ονομάζεται «ράβδος μασήματος» (βλ. σχετική φωτογραφία). Φυσικά, ο καθαρισμός με τη «ράβδο μασήματος», διαρκεί πολύ περισσότερο [έως και μερικές ώρες], από τον αντίστοιχο καθαρισμό με την οδοντόβουρτσα και την οδοντόκρεμα. Ιστορικά, η παλαιότερη χρήση της «ράβδου μασήματος», αναφέρεται το 3500 π.Χ. από τους Βαβυλώνιους.[Παρ. Σημ. 3]
Παραπομπές σημειώσεων
  1. Aslam Khan (1 January 2001). Plant Anatomy And Physiology. Gyan Publishing House. ISBN 978-81-7835-049-3. http://books.google.com/books?id=0iou9iOxAMwC. Ανακτήθηκε στις 6 April 2013. 
  2. Winkler, H. (1908). «Über Parthenogenesis und Apogamie im Pflanzenreich». Progressus Rei Botanicae 2 (3): 293–454. http://www.biodiversitylibrary.org/item/46760#page/313/mode/1up. 
  3. Yu, Hai-Yang. Qian, Lin-Mao. Zheng, Jing (2013). Dental Biotribology. Springer, σελ. 18–19. ISBN 978-1-4614-4550-0. https://books.google.com/books?id=tsSqVeaHUv0C&pg=PA19. 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. WCMC (1998)
  2. Asinelli, M.E.C.; Souza, M.C.o.d.; Mourao, K.t.S.M. (2011). «Fruit ontogeny of Garcinia gardneriana (Planch. & Triana) Zappi (Clusiaceae)». Acta Botanica Brasilica 25 (43-52). http://www.scielo.br/scielo.php?pid=S0102-33062011000100007&script=sci_arttext. 
  3. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμος 4, σελ. 84, Αθήνα 1999
  4. Wong & Klemmer (2008)
  5. Saito et al. (2005)
  6. Cheek (2004)
  7. Headly, Robert K.; Chhor, Kylin; Lim, Lam Kheng; Kheang, Lim Hak; Chun, Chen. 1977. Cambodian-English Dictionary. Bureau of Special Research in Modern Languages. The Catholic University of America Press. Washington, D.C. ISBN 0-8132-0509-3

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Garcinia (έκδοση 748229545) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).