Βραχοκιρκίνεζο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βραχοκιρκίνεζο
Ενήλικο αρσενικό βραχοκιρκίνεζο
Ενήλικο αρσενικό βραχοκιρκίνεζο
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ιερακόμορφα (Falconiformes)
Οικογένεια: Ιερακίδες (Falconidae) Leach, 1820
Υποοικογένεια: Ιερακίνες (Falconinae) Leach, 1820 [2]
Γένος: Ιέραξ (Falco) Linnaeus, 1758 Μ
Είδος: F.tinnunculus
Διώνυμο
Falco tinnunculus (Ιέραξ ο κωδωνόκροτος) [i] [1]
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Falco tinnunculus alexandri
Falco tinnunculus archeri
Falco tinnunculus canariensis
Falco tinnunculus dacotiae
Falco tinnunculus interstinctus
Falco tinnunculus neglectus
Falco tinnunculus objurgatus
Falco tinnunculus perpallidus
Falco tinnunculus rufescens
Falco tinnunculus rupicolaeformis
Falco tinnunculus rupicolus
Falco tinnunculus tinnunculus

Το Βραχοκιρκίνεζο είναι είδος γνήσιου [3] γερακιού (γένος Falco), που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Falco tinnunculus και περιλαμβάνει 12 υποείδη.[4]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος F. t. tinnunculus Linnaeus, 1758 [4].

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [5]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική επιστημονική ονομασία του γένους Falco είναι η ακριβής απόδοση της ελληνικής Ιέραξ «γεράκι», ωστόσο, έχει την ρίζα της στην λατινική λέξη falx, -cis που σημαίνει δρεπάνι, λόγω του δρεπανοειδούς σχήματος των πτερύγων του πτηνού.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ονοματοδοσία του όρου tinnunculus στην επιστημονική ονομασία του είδους, καθότι φαίνεται να έπεται της αγγλικής λαϊκής ονομασίας, kestrel. Το όνομα kestrel προέρχεται από την αντίστοιχη γαλλική λέξη crécerelle, υποκοριστικό του crécelle, όρος που αναφέρεται στο καμπανάκι που, κάποτε, έφεραν πάνω τους οι λεπροί τον Μεσαίωνα για να ακούγονται και να τους αποφεύγει το πλήθος. Στη Αγγλία, ο όρος εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1678 στο έργο του Francis Willughby.[6]

Επιπροσθέτως, το κιρκινέζι είχε κάποτε χρησιμοποιηθεί για να απομακρύνει τα περιστέρια,[7] πιθανόν, με την χρήση ενός κουδουνιού που έφερε πάνω του. [εκκρεμεί παραπομπή] Κατ’ άλλην όμως, αντίθετη εκδοχή, τοποθετούσαν τα βραχοκιρκίνεζα κοντά σε περιστερώνες για να απομακρύνονται τα άλλα γεράκια από αυτούς.[8]

  • Βάσει αυτών των στοιχείων, όποια και να είναι η εκδοχή, φαίνεται ότι ο Λινναίος ονοματοδότησε το πτηνό κάνοντας χρήση του όρου tinnunculus < tinnire «ηχώ σαν καμπανάκι, κουδουνίζω».[9]

Η ελληνική ονομασία του πτηνού παραπέμπει στα βραχώδη ενδιαιτήματά του.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο ως Falco Tinnunculus (Σουηδία, 1758). Πιθανόν, σχηματίζει ιδιαίτερη ταξινομική «ομάδα» με τα είδη F. newtoni, F. punctatus και F. araeus, όπου ίσως περιλαμβάνονται και τα είδη F. moluccensis, F. cenchroides και F. sparverius.[10]

Τα βραχοκιρκίνεζα της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια των παγετώνων της Τεταρτογενούς Περιόδου διέφεραν ελαφρά σε μέγεθος από τους σημερινούς πληθυσμούς και, μερικές φορές, αναφέρονται ως παλαιοείδος (paleosubspecies) F. t.atavus. Τα απολιθώματα αυτών των πτηνών, τα οποία προφανώς ήσαν οι άμεσοι πρόγονοι των σημερινών F. t. tinnunculus (ίσως και άλλων υποειδών), βρίσκονται σε όλη την -τότε-μή καλυπτόμενη από πάγους Ευρώπη, από την Πλειόκαινο Εποχή (ELMA Villanyian / ICS Piacenzian, MN16) περίπου 3 εκατομμύρια χρόνια πριν, έως τη Μέση Πλειστόκαινο (Saalian) παγετωνική Εποχή, η οποία έληξε περίπου 130.000 χρόνια πριν, και που έδωσε τελικά τα αρτίγονα πτηνά.[11][12]

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του Falco tinnunculus (μόνον οι δυτικές περιοχές)
Πράσινο = Eπιδημητικό
Κίτρινο = Καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης

Το είδος εμφανίζει ευρύτατο φάσμα κατανομής σε όλο τον Παλαιό Κόσμο,(οικοζώνες: Παλαιαρκτική, Αφροτροπική και Ινδομαλαϊκή]]. Τελευταίες αναφορές δείχνουν ότι, υπάρχει πιθανότητα αποίκησης νέων, πολύ απομακρυσμένων περιοχών, όπως στη Μικρονησία, αλλά θα χρειαστεί καιρός μέχρι να εξακριβωθεί εάν πρόκειται για μόνιμα άτομα ή τυχαίους, περιπλανώμενους επισκέπτες.[13][14]

Στην Ευρώπη, απαντά σε όλη την ήπειρο, εκτός από την Ισλανδία και την ΒΑ. Λαπωνία, ως μερικώς μεταναστευτικό πτηνό, με τις καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής στα βόρεια και βορειοανατολικά και τις περιοχές μόνιμης παρουσίας (επιδημητικό) στις υπόλοιπες περιοχές

Η Ασία είναι η σημαντικότερη επικράτεια καλοκαιρινού φωλιάσματος, σε μιαν ευρεία και συμπαγή ζώνη που αρχίζει από την Ρωσία και τον Εύξεινο Πόντο στα δυτικά και, διά μέσου όλης της σιβηρικής περιοχής νότια της τάιγκας, φθάνει μέχρι την απώτατη ΒΑ. Ρωσία, λίγο πριν από την Καμτσάτκα, την Σαχαλίνη και την Ιαπωνία, στα ανατολικά. Νότια, το είδος φθάνει πολύ χαμηλά, από τις Μαλδίβες και την Σρι Λάνκα, μέχρι την Ινδοκίνα και τις Β. Φιλιππίνες, ως χειμερινός επισκέπτης. Ενδιάμεσα, απαντούν μόνιμοι πληθυσμοί.

Στην Αφρική, το βραχοκιρκίνεζο απαντά σχεδόν αποκλειστικά ως επιδημητικό πτηνό, στις μεσογειακές χώρες και σε αυτές παράλληλα του Νείλου, κυρίως όμως σε όλες τις επικράτειες εκατέρωθεν του ισημερινού και όλη τη Ν. Αφρική, απουσιάζοντας ουσιαστικά μόνον από τα πυκνά δάση βροχής στην περιοχή του Κονγκό. Στην περιοχή στα όρια της Σαχάρας και στην Αίγυπτο, υπάρχουν και θύλακες διαχειμαζόντων πληθυσμών.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Falco tinnunculus alexandri ΝΑ Πράσινο Ακρωτήριο Στενοενδημικό στα νησιά
2 Falco tinnunculus archeri Σομαλία, παράκτια Κένυα, Σοκότρα
3 Falco tinnunculus canariensis Μαδέρα και Δ Κανάριες Νήσοι Ενδημικό στα νησιά
4 Falco tinnunculus dacotiae Α Κανάριες Νήσοι Στενοενδημικό στα νησιά
5 Falco tinnunculus interstinctus Θιβέτ, ανατολικά προς Β Ινδοκίνα, Κ και Ν Κίνα και Ιαπωνία Ινδία, Μαλαισία, Φιλιππίνες και Β Βόρνεο
6 Falco tinnunculus neglectus Β Πράσινο Ακρωτήριο Στενοενδημικό στα νησιά
7 Falco tinnunculus objurgatus Ν Ινδία (Δ και ΝΑ Γκατς) και Σρι Λάνκα
8 Falco tinnunculus perpallidus Α Σιβηρία (ανατολικά της λεκάνης του ποταμού Λένα), Κορέα, ΒΑ Κίνα Α Κίνα, ΝΑ Ασία
9 Falco tinnunculus rufescens Δ και Κ Αφρική, ανατολικά προς Αιθιοπία και Ερυθραία, νότια προς Β Ανγκόλα και Ν Τανζανία Θεωρείται υποείδος του, πιθανώς, αναβαθμισμένου σε είδος 11
10 Falco tinnunculus rupicolaeformis ΒΑ Αφρική και Αραβία
11 Falco tinnunculus rupicolus ΒΚ Ανγκόλα και Ν Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, νότια προς Ν Τανζανία και απώτατη Νότια Αφρική Έχει αναβαθμιστεί σε ξεχωριστό είδος (Falco rupicolus) από κάποιους ταξινομικούς φορείς
12 Falco tinnunculus tinnunculus ΒΔ Αφρική, Ευρώπη και Μέση Ανατολή, ανατολικά προς ΑΚ Σιβηρία, Αφγανιστάν, Β και Δ Πακιστάν, Νεπάλ και Μπουτάν Α Αφρική, Ν και ΝΑ Ασία Το κύριο ευρασιατικό υποείδος (βλ. Μορφολογία)

Πηγές:[15][16][17]

(σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντά στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βραχοκιρκίνεζο απαντά σε όλες τις μορφές μετακίνησης, με τους βόρειους και ανατολικούς πληθυσμούς να είναι μεταναστευτικοί, ενώ οι υπόλοιποι είναι μερικώς μεταναστευτικοί ή διασπείρονται (ιδίως τα νεαρά άτομα) στην Ευρώπη. Ειδικά τα νησιωτικά υποείδη (βλ. Πίνακα) θεωρούνται ενδημικά.

Στα ηπειρωτικά, η φθινοπωρινή μετανάστευση γίνεται κυρίως νότια και νοτιο-δυτικά. Τα νεαρά άτομα αρχίζουν να περιπλανώνται ήδη από τα μέσα Ιουλίου, αλλά η κύρια αποδημία αρχίζει τον Αύγουστο στις βόρειες επικράτειες και συνεχίζεται μέχρι το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο σε όλη την Ευρώπη. Το πέρασμα από τα Στενά του Γιβραλτάρ, σημειώνεται από τα μέσα Αυγούστου έως τις αρχές Νοεμβρίου, με αιχμή την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου και λίγο από τον Οκτώβριο. Η εαρινή επιστροφή στα εδάφη φωλιάσματος, συχνά σε χαλαρά σμήνη, αρχίζει στις νότιες περιοχές από τον Φεβρουάριο, με τα περισσότερα πουλιά να έχουν φύγει από τις τροπικές περιοχές μέχρι τα τέλη Απριλίου. Ο ακριβής χρονισμός (timing) των μετακινήσεων νότια της Σαχάρας, πιθανώς εξαρτάται από τις βροχές και την επίδρασή τους στην διαθεσιμότητα των εντόμων, που χρησιμοποιούνται ως τροφή. Η κορύφωση της εαρινής επιστροφής στο Cap Bon (Τυνησία), είναι από τα τέλη Μαρτίου έως τα τέλη Απριλίου. Οι βορειότερες περιοχές αναπαραγωγής στη Σιβηρία καταλαμβάνονται από τα τέλη Απριλίου και μετά.[18]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Ισλανδία, την Γροιλανδία και τα Σβάλμπαρντ, την ινδονησία, την Βραζιλία και τις ΗΠΑ (Τζόρτζια).[5]

  • Στην Ελλάδα το βραχοκιρκίνεζο απαντά καθ’όλη τη διάρκεια του έτους ως επιδημητικό, αναπαραγόμενο είδος.[19][20] Επειδή, όμως, η χώρα αποτελεί μεταναστευτικό πέρασμα προς την Αφρική, υπάρχει ανάμιξη πληθυσμών, μεταξύ των ατόμων που παραμένουν μονίμως στην χώρα, και μεταναστευτικών πτηνών βορειότερων περιοχών που έρχονται να φωλιάσουν ή απλώς να διαβούν.

Από την Κρήτη αναφέρεται ως καθιστικό,[21] αλλά ολοένα και πιο σπάνιο. Από την Κύπρο αναφέρεται ως κοινό, επιδημητικό είδος.[22]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βραχοκιρκίνεζο είναι είδος των πεδινών και ανοικτών οικοτόπων, όπως οι ερεικώνες, οι θαμνώδεις εκτάσεις και ελώδεις περιοχές. Δεν απαιτεί δάση, εφόσον υπάρχουν εναλλακτικές θέσεις για κούρνιασμα και φώλιασμα, όπως πέτρες ή κτίσματα. Προσαρμόζεται εύκολα σε άδενδρες περιοχές, όπου υπάρχουν άφθονα ποώδη φυτά και θάμνοι για να υποστηρίξουν έναν πληθυσμό θηραμάτων.

Επίσης, τα βραχοκιρκίνεζα προσαρμόζονται εύκολα στην ανθρώπινη παρουσία (γεγονός που τού κοστίζει ακριβά, πολλές φορές), όσο υπάρχουν επαρκείς εκτάσεις βλάστησης, και μπορεί ακόμη και να βρεθεί σε υγρότοπους, χερσότοπους και άγονα μέρη, σε υψόμετρα που κυμαίνονται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τις υψηλότερες οροσειρές (έχουν καταγραφεί να πετούν στα 4.500μ.[23] και στο Νεπάλ μέχρι τα 5.200 μ.[24] ). Σήμερα, έχουν προσαρμοστεί απόλυτα στον οικιστικό ιστό και απαντούν εντός των πόλεων στις κεντρικές και βόρειες ευρωπαϊκές επικράτειες, κυρίως (αυτοκινητόδρομοι, σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια κ.ο.κ.).[25][26]

Στο Ηνωμένο Βασίλειο η στατιστική ανάλυση των 5 πρώτων προτιμητέων οικοσυστημάτων, δίνει τα εξής αποτελέσματα: Θαμνότοποι, Αρόσιμες εκτάσεις, Χωριά, Λειμώνες και Έλη.[27]

  • Στην Ελλάδα το βραχοκιρκίνεζο ανευρίσκεται σε αραιά δάση, τενάγη, ακτές και λιγότερο σε χωριά και πόλεις.[19] Απαντά σε ευρεία γκάμα οικοτόπων, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τις οροσειρές (αλπική ζώνη). Φωλιάζει σε ορθοπλαγιές, φαράγγια, παλαιά λατομεία, κτήρια, κ.α.[28]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βραχοκιρκίνεζο, όπως όλα τα μικρά και μεσαία γεράκια, εμφανίζει φυλετικό διμορφισμό, ιδιαίτερα στους χρωματισμούς. Επίσης, το θηλυκό είναι μεγαλύτερο και βαρύτερο από το αρσενικό.

Το κήρωμα είναι κίτρινο, ενώ υπάρχουν χαρακτηριστική μαύρη ταινία στα μάγουλα, κάτω από τα μάτια και κίτρινος οφθαλμικός δακτύλιος. Το P1, είναι πολύ βραχύτερο από το P3, με εμφάνιση εσωτερικής εγκοπής μαζί με το Ρ2. Η πτέρυγα δεν φθάνει στο άκρο της ουράς. Το ράμφος είναι αγκιστρωτό, με γκριζοκυανή χροιά. Οι ταρσοί είναι κίτρινοι και γυμνοί, ενώ τα πόδια φέρουν μαύρους γαμψώνυχες.

Αρσενικό: Κεφάλι, τράχηλος και ουρά γκρίζα-μπλέ με πλατιά, έντονη μαύρη οριζόντια λωρίδα στην κάτω επιφάνειά της. Ράχη καστανοκόκκινη με μαύρες, διάσπαρτες πιτσιλιές, αλλά χωρίς ραβδώσεις. Πτέρυγες οξείες, με το χρώμα της υπόλοιπης ράχης στο πάνω μέρος, λευκωπές στο κάτω, επίσης πιτσιλωτές. Κάτω μέρος σώματος ωχρόξανθο με σκούρες καφέ ραβδώσεις.

Ενήλικο θηλυκό βραχοκιρκίνεζο

Θηλυκό: Κεφάλι, ράχη, τράχηλος και ουρά καστανοκόκκινα με χαρακτηριστικές μαυροκαφέ ραβδώσεις. Ουρά με αχνή σκουρόχρωμη οριζόντια λωρίδα στην κάτω επιφάνεια και πολλές αχνές, παράλληλες κατά πλάτος γραμμές). Πτέρυγες πιο στρογγυλεμένες, κάτω μέρος ωχρόξανθο με σκούρες καφέ ραβδώσεις.

Νεαρά άτομα: Σαν το θηλυκό, αλλά με πιο κιτρινωπή απόχρωση στο πάνω μέρος και με πιο στικτό από ραβδώσεις στήθος

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (27-) 30 έως 33 (-39) εκατοστά (τα θηλυκά μεγαλύτερα)
  • Άνοιγμα πτερύγων: (65-) 69 έως 78 (-84) εκατοστά
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: ♂ 24,4 ± 0,8 εκατοστά [Εύρος 23,2 – 25,6 εκατοστά (σε δείγμα Ν=176 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο)], ♀ 25,3 ± 1,2 εκατοστά [Εύρος 23,5 – 26,5 εκατοστά (Ν=111)]
  • Βάρος ♂ : 136 έως 155 (-252) γραμμάρια
  • Βάρος ♀ : 154 έως 185 (-314) γραμμάρια
  • Βάρος στους πληθυσμούς του Ηνωμένου Βασιλείου: ♂ 164 – 245 γραμμάρια (Ν=148), ♀ 159 – 281 γραμμάρια (Ν=87) [27]

(Πηγές:[24][25][29][30][31][32][33][34][35][36][37][18][26][38][39][40][41])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τυπική λεία του είδους είναι τα μυόμορφα τρωκτικά (90% της διατροφής [39]), παντός είδους: ποντίκια, αρουραίοι, τυφλοπόντικες, μυγαλές, μυωξοί κ.λ.π., καθιστώντας το βραχοκιρκίνεζο ως ένα από τα χρησιμότερα πτηνά για τη γεωργία. Τα κύρια θηράματα είναι των γενών Microtus και Clethrionomys και, σε μικρότερο βαθμό, των Pitymys, Arvicola, Lemmus, όπως και σκιουρόμορφα του γένους Citellus

Όταν τα θηλαστικά είναι λιγοστά, τα μικρά πουλιά -κυρίως στρουθιόμορφα- μπορεί να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του,[14] ενώ αποτελούν την μόνη σημαντική τροφή κατά τη διάρκεια κάθε καλοκαιριού, όταν αφθονούν οι ανεκπαίδευτοι νεοσσοί (λ.χ. σπουργίτια εντός του οικιστικού ιστού [25][30] τα οποία συλλαμβάνει με καταδίωξη [36]).

Άλλα, κατάλληλου μεγέθους σπονδυλωτά, όπως νυχτερίδες, βάτραχοι και ερπετά -αποκλειστικά σαύρες- τρώγονται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Ωστόσο, τα βραχοκιρκίνεζα σε νότια γεωγραφικά πλάτη, φαίνεται να δίνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις σαύρες, ενώ εποχικά, τα αρθρόποδα, ακρίδες και σκαθάρια μπορεί να συνιστούν το κύριο θήραμα.[13][30]

  • Ένα ενήλικο βραχοκιρκίνεζο απαιτεί 4-8 μέσου μεγέθους τρωκτικά -ή το ισοδύναμό τους- την ημέρα, ανάλογα με την κατανάλωση ενέργειας (την εποχή του έτους, το ποσοστό της επιτ’οπιας αιώρησης, κ.ο.κ). Είναι γνωστό ότι, πιάνει αρκετά τρωκτικά στη σειρά και τα «αποθηκεύει» για μελλοντική κατανάλωση. Ένας νεοσσός καταναλώνει κατά μέσον όρο κρέατος τρωκτικών 4,2 γρ./ώρα, που ισοδυναμεί με 67,8/ημέρα).[42]
  • Το βραχοκιρκίνεζο, όπως και άλλα αρπακτικά, προσελκύεται από τις εστίες πυρκαγιών, αναζητώντας τροφή ανάμεσα στα απωλεσθέντα θηράματα.[43]

Τεχνικές θήρευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν κυνηγάει, το βραχοκιρκίνεζο χρησιμοποιεί τις τεχνικές του γυροπετάγματος (soaring), εκμεταλλευόμενο τα θερμικά ανοδικά ρεύματα και της επιτόπιας αιώρησης (hovering), περίπου 10-20 μέτρα πάνω από το έδαφος, με την ουρά ανοιγμένη σε σχήμα βεντάλιας. Ειδικά η δεύτερη τεχνική, αποτελεί βασικό διαγνωστικό του χαρακτηριστικό, διότι την χρησιμοποιεί πολύ συχνά. Μάλιστα, υπάρχει χαρακτηριστικό αγγλικό ποίημα που εκθειάζει το συγκεκριμένο ηθολογικό στοιχείο του πτηνού. [ii] Μπορεί συχνά να βρεθεί στο κυνήγι, κατά μήκος των πλευρών δρόμων και αυτοκινητοδρόμων. Μια άλλη, λιγότερο εμφανής τεχνική, είναι να εποπτεύει τον χώρο λίγο ψηλότερα από το έδαφος (perching), όταν το επιτρέπει η τοπογραφία της περιοχής και να εφορμά στο θήραμα που κινείται εκεί.[13]

  • Το βραχοκιρκίνεζο είναι σε θέση να βλέπει σε μήκη κύματος κοντά στο υπεριώδες φως, που επιτρέπει στα πουλιά να εντοπίζουν τα ίχνη που αφήνουν τα ούρα των τρωκτικών στα λαγούμια τους και λαμπυρίζουν κάτω από το ηλιακό φως βλ και ανατομική και φυσιολογία πτηνών.[44]
Το βραχοκιρκίνεζο χρησιμοποειί συχνά την τεχνική της επιτόπιας αιώρησης (hovering)

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βραχοκιρκίνεζα είναι, κυρίως, ημερόβια αραπακτικά,[45] μοναχικά ή κοινωνικά. Συνήθως, περιπλανώνται μόνα τους, ωστόσο, μερικές φορές ταξιδεύουν σε μικρά σμήνη μέχρι 10 άτομα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να μεταναστεύσουν. Μεγαλύτερες ομάδες μπορούν να συναθροίζονται, περιστασιακά, σε περιοχές με άφθονη τροφή.

Τα πουλιά αυτά χρειάζονται κατάλληλες θέσεις κουρνιάσματος, που συνήθως παρέχονται από τα κατά τόπους δένδρα, πυλώνες διανομής ρεύματος, κτήρια ή εκτεθειμένους βράχους.[23]

  • Όταν στην ίδια περιοχή υπάρχουν ψαρόνια ή χελιδόνια, συχνά, παρενοχλούν κατά την πτήση τα βραχοκιρκίνεζα, επειδή είναι δυνητικοί θηρευτές τους.[30]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βραχοκιρκίνεζο ξεκινά την αναπαραγωγή του την άνοιξη (κανονικά από τον Μάρτιο, αλλά στα Κανάρια από τον Φεβρουάριο και από τον Απρίλιο στην Β. Αφρική [46]). Στις βόρειες επικράτειες παρατείνεται μέχρι τον Ιούνιο [47] ή κατά την έναρξη της εποχής της ξηρασίας στους τροπικούς. Η καθυστέρηση στο φώλιασμα εμφανίζει κάποια κανονικότητα, της τάξης των 6 ημερών ανά 10° γεωγραφικού πλάτους στην Δ. Παλαιαρκτική.[39]

Προτιμάει να φωλιάζει σε κοιλότητες, τρύπες στα βράχια σε γκρεμούς ή σε δέντρα (σπανιότερα), αλλά όταν βρίσκεται σε κατοικημένες περιοχές, συχνά φωλιάζει σε κτήρια, σε πυλώνες μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας,[25] ακόμη και σε τεχνητές φωλιές (Ελβετία, Ολλανδία [25]).[37] Γενικά, μπορεί να επαναχρησιμοποιεί τις παλιές φωλιές από κορακοειδή, αν είναι διαθέσιμες.[23] Δεν χρησιμοποιείται κάποιο ιδιαίτερο υλικό επίστρωσης.[48]

Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο. Η γέννα αποτελείται από (3-) 4-5 (-7, 9) βραχέως ελλειπτικά ή βραχέως υποελλειπτικά αβγά, διαστάσεων 39,7 Χ 31,8 χιλιοστών [47] και βάρους 21 γραμμαρίων, εκ των οποίων ποσοστό 8% είναι κέλυφος.[49] Η εναπόθεση των αβγών γίνεται ανά 2 έως 3 (-4) ημέρες. Η επώαση αρχίζει μετά την εναπόθεση του 1ου ή 2ου αβγού, διαρκεί περίπου (27-) 28 έως 29 ημέρες και την αναλαμβάνει μόνο το θηλυκό (πολύ περιστασιακά το ♂).[47] Το αρσενικό είναι υπεύθυνο για την τροφοδότηση της φωλιάς και, για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την εκκόλαψη, αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει.

Οι νεοσσοί είναι ισχυρά φωλεόφιλοι και χρήζουν της άμεσης προστασίας των γονέων, οι οποίοι μοιράζονται το μεγάλωμα των νεοσσών και το κυνήγι, μέχρι αυτοί να πτερωθούν, μετά από 27 έως 32 (-37) ημέρες.[33][47] Η οικογένεια μένει κοντά για μερικές εβδομάδες ακόμη, μέχρι και ένα μήνα περίπου, διάστημα κατά το οποίο οι νεοσσοί μαθαίνουν πώς να φροντίζουν τον εαυτό τους. Τα νεαρά αποκτούν σεξουαλική ωριμότητα την επόμενη αναπαραγωγική περίοδο.[13]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο παρελθόν, οι καθοδικές τάσεις των πληθυσμών του είδους οφείλονταν στην βαριά χρήση οργανοχλωριωμένων και άλλων φυτοφαρμάκων (δεκαετίες 1950, 1960 [50]). Στην Μάλτα, το είδος είχε εξοντωθεί από τους λαθροθήρες, αν και έχει «επιστρέψει» στα τελευταία χρόνια.[45] Ο πληθυσμός στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης, ωστόσο, εμφανίζει σταθερή μείωση, κάτι που πιστεύεται ότι οφείλεται στην αγροτική εντατικοποίηση.[25][51] Επίσης, το είδος είναι ευάλωτο στις επιπτώσεις πιθανής ανάπτυξης της αιολικής ενέργειας.[52]

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος παραμένει η λαθροθηρία με σκοπό την ταρίχευση. Μάλιστα, το βραχοκιρκίνεζο αποτελεί εύκολο στόχο, λόγω της σχετικής αφθονίας του, της συγκατοίκησής του με τον άνθρωπο και της τεχνικής του hovering, την οποία χρησιμοποιεί συχνά.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την λαθροθηρία, το βραχοκιρκίνεζο παραμένει από τα κοινότερα ημερόβια αρπακτικά στο ευρύτερο φάσμα κατανομής του και η γενική του κατάσταση είναι καλή. Η IUCN κατατάσσει το είδος στα Ελαχίστης Ανησυχίας (LC).[5]

Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη διαθέτουν η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία.[49]

Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων.

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις διώξεις που υφίσταται σε ορισμένες περιοχές, με αποτέλεσμα να έχει γίνει μέχρι και σπάνιο (π.χ. Λέσβος), το βραχοκιρκίνεζο παραμένει το πιο κοινό γεράκι στην χώρα, τόσο στα ηπειρωτικά, όσο και στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Περιστασιακά, μπορεί να σχηματίζει χαλαρές αποικίες, όπως σε κάποια φαράγγια της Πελοποννήσου.[28]

Το είδος είναι πιο κοινό κατά τη διάρκεια του χειμώνα, προφανώς λόγω προσθήκης διαβατικών και διαχειμαζόντων ατόμων από τις βόρειες επικράτειες. Ωστόσο, η φύση των μετακινήσεων που ακολουθούνται δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς, οπότε δεν είναι γνωστό εάν πρόκειται για πραγματικές ή άλλης φύσης μεταναστεύσεις (λ.χ. υψομετρικές.[28]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, το Βραχοκιρκίνεζο απαντά και με άλλες ονομασίες, Αερογάμης, Ανεμογάμης, Καντ(δ)ηνέλι, Νταμαρογέρακο, Πετρογέρακας, Πετρογέρακο, Πετροκιρκινέζι [53] και Κίτσης (Κύπρος).[54] Είναι, πιθανότατα, το πτηνό Κεγχρηίς (ή Κέρχνη) των αρχαίων Ελλήνων (Αριστοτέλης).[53][55]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Κωδωνόκροτος «αυτός που ηχεί σαν να έχει κουδούνια» < κώδων + κρότος (πρβλ. φιλό-κροτος, χαλκό-κροτος) [1]

ii. ^  Effortlessly at height hangs his still eye / His wings hold all creation in weightless quiet / Steady as hallucination in the streaming air / While banging wind kills those stubborn hedges (Ted Hughes, The Hawk in the Rain).[49]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 ΠΛΜ, 37:443
  2. Howard & Moore, p. 94
  3. Σύμφωνα με τον Β.Κιόρτση, τέως καθηγητή Ζωολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών, («Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα», τόμος 16, λήμμα Γεράκι)
  4. 4,0 4,1 Howard and Moore, p. 95
  5. 5,0 5,1 5,2 http://www.iucnredlist.org/details/22696362/0
  6. Swann
  7. Weekley
  8. https://archive.org/stream/etymologicaldict00weekuoft#page/401/mode/1up
  9. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=tinnire
  10. http://www.hbw.com/species/common-kestrel-falco-tinnunculus
  11. Mlíkovský: pp.222-223
  12. Mourer-Chauviré et al
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 Orta
  14. 14,0 14,1 Wiles et al
  15. Howard and Moore, p. 749
  16. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720330
  17. http://ibc.lynxeds.com/species/ common-kestrel-falco-tinnunculus
  18. 18,0 18,1 planetofbirds.com
  19. 19,0 19,1 Όντρια, σ. 70
  20. RDB, σ. 152
  21. Σφήκας, σ. 34
  22. Σφήκας, σ. 30
  23. 23,0 23,1 23,2 del Hoyo et al
  24. 24,0 24,1 Grimmett et al, p. 138
  25. 25,0 25,1 25,2 25,3 25,4 25,5 Avon & Tilford, p. 26
  26. 26,0 26,1 Mullarney et al, p. 116
  27. 27,0 27,1 http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob3040.htm
  28. 28,0 28,1 28,2 Handrinos & Akriotis, p. 144
  29. Χανδρινός-Δημητρόπουλος, σ. 120
  30. 30,0 30,1 30,2 30,3 Harrison & Greensmith, p. 102
  31. Flegg, p. 96
  32. Heinzel et al, p. 108
  33. 33,0 33,1 Perrins, p. 98
  34. Bruun, p. 90
  35. Όντρια, σ. 69-70
  36. 36,0 36,1 Scott & Forrest, p. 70
  37. 37,0 37,1 Singer, p. 142
  38. http://www.ibercajalav.net
  39. 39,0 39,1 39,2 http://ibc.lynxeds.com/species/common-kestrel-falco-tinnunculus
  40. ΠΛΜ, 16:316
  41. Orta (1994)
  42. Steen et al
  43. Ferguson-Lees et al
  44. Viitala et al
  45. 45,0 45,1 Ferguson-Lees & Christie
  46. Harrison, p. 114-5
  47. 47,0 47,1 47,2 47,3 Harrison, p. 115
  48. Harrison, p. 114
  49. 49,0 49,1 49,2 http://app.bto.org/birdfacts/results/bob3040.htm
  50. del Hoyo et al>
  51. Snow & Perrins
  52. Strix
  53. 53,0 53,1 Απαλοδήμος, σ. 29
  54. http://avibase.bsc-eoc.org/species/
  55. ΠΛ, 7:611

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Johnsgard, P. 1990. Hawks, Eagles, & Falcons of North America. Washington: Smithsonian Institution Press
  • Brazil, M. 2009. Birds of East Asia: eastern China, Taiwan, Korea, Japan, eastern Russia. Christopher Helm, London.
  • Brown, L.H., Urban, E.K. and Newman, K. 1982. The Birds of Africa, Volume I. Academic Press, London.
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1994. Handbook of the Birds of the World, vol. 2: New World Vultures to Guineafowl. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Ferguson-Lees, J. and Christie, D.A. 2001. Raptors of the world. Christopher Helm, London.
  • IUCN. 2013. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2013.2). Available at: http://www.iucnredlist.org. (Accessed: September 2015).
  • Mlíkovský, Jirí (2002): Cenozoic Birds of the World (Part 1: Europe) . Ninox Press, Prague. ISBN 80-901105-3-8
  • Mourer-Chauviré, C.; Philippe, M.; Quinif, Y.; Chaline, J.; Debard, E.; Guérin, C. & Hugueney, M. (2003): Position of the palaeontological site Aven I des Abîmes de La Fage, at Noailles (Corrèze, France), in the European Pleistocene chronology. Boreas 32: 521–531. doi:10.1080/03009480310003405
  • Orta, Jaume (1994): 26. Common Kestrel. In: del Hoyo, Josep; Elliott, Andrew & Sargatal, Jordi (editors): Handbook of Birds of the World, Volume 2 (New World vultures to Guineafowl): 259-260, plates 26. Lynx Edicions, Barcelona. ISBN 84-87334-15-6
  • Snow, D.W. and Perrins, C.M. 1998. The Birds of the Western Palearctic, Volume 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Steen, R.; Løw, L.M.; Sonerud, G.A.; Selås, V.; Slagsvold, T. (2011b). Prey delivery rates as estimates of prey consumption by Eurasian Kestrel (Falco tinnunculus). Ardea 99: 1–8.
  • Strix. 2012. Developing and testing the methodology for assessing and mapping the sensitivity of migratory birds to wind energy development. BirdLife International, Cambridge.
  • Swann, H. Kirke (1913). A dictionary of English and Folk-names of British Birds. London: Witherby and Co. p. 134.
  • Viitala, Jussi; Korpimäki, Erkki; Palokangas, Päivi & Koivula, Minna: Attraction of kestrels to vole scent marks visible in ultraviolet light. Nature 373(6513): 425 - 427 doi:10.1038/373425a0
  • Weekley, Ernest (1921). An etymological dictionary of modern English. London: John Murray. p. 801.
  • Wiles, Gary J.; Johnson, Nathan C.; de Cruz, Justine B.; Dutson, Guy; Camacho, Vicente A.; Kepler, Angela Kay; Vice, Daniel S.; Garrett, Kimball L.; Kessler, Curt C. & Pratt, H. Douglas (2004): New and Noteworthy Bird Records for Micronesia, 1986–2003. Micronesica 37(1): 69–96.
  • Wiles, Gary J.; Worthington, David J.; Beck, Robert E. Jr.; Pratt, H. Douglas; Aguon, Celestino F. & Pyle, Robert L. (2000): Noteworthy bird records for Micronesia, with a summary of raptor sightings in the Mariana Islands, 1988-1999. Micronesica 32(2): 257-284.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Χανδρινός Γ. και Δημητρόπουλος Α.: Τα Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδ. Ευσταθιάδης, Αθήνα, 1982
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»