Ασπροπάρης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ασπροπάρης
Ενήλικος ασπροπάρης
Ενήλικος ασπροπάρης
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Aετίνες (Accipitrinae) [2] [i]
Γένος: Νεόφρων (Neophron) Savigny, 1809 Μ
Είδος: N. percnopterus
Διώνυμο
Neophron percnopterus (Νεόφρων ο σκοτεινόπτερος)
(Λιναίος, 1758)
Υποείδη

Neophron percnopterus ginginianus
Neophron percnopterus majorensis
Neophron percnopterus percnopterus

Ο Ασπροπάρης είναι είδος γύπα, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Neophron percnopterus και περιλαμβάνει 3 υποείδη.[3]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος N. p. percnopterus (Linnaeus, 1758).[3]Αυτήν την στιγμή (2017) πια μετρά μόνο 5 ζευγάρια σε όλη την Ελλάδα.[4]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική μυθολογία. Ο Νεόφρων (Neophron) και ο Αιγυπιός (Aegypius), υπήρξαν τα τραγικά πρόσωπα της ιστορίας μιας παράνομης ερωτικής σχέσης με τη μητέρα του πρώτου Τιμάνδρα και, της τελικής μεταμόρφωσης όλων σε πτηνά από τον Δία[5]

Η λατινική λέξη percnopterus σημαίνει, «αυτός που έχει σκοτεινόχρωμες φτερούγες» και, πιθανότατα, σχετίζεται με τα μαύρα πρωτεύοντα ερετικά φτερά του είδους.[6]

Η αγγλική ονομασία του είδους Egyptian Vulture σχετίζεται, τόσο με τις κύριες περιοχές αναπαραγωγής του πτηνού στη Β. Αφρική, όσο και με την ιερή σημασία του στην αρχαία Αίγυπτο (βλ. Κουλτούρα).

Η ελληνική του ονομασία αντιστοιχεί στο λευκό, γενικότερα, παρουσιαστικό των ενήλικων ατόμων.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο ως Vultur perenopterus (sic) (Αίγυπτος, 1758). Μεταφέρθηκε στο γένος Neophron από τον Γάλλο ζωολόγο Μ. Σαβινί (Marie Jules César Lelorgne de Savigny, 1777 – 1851).

  • Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που, θεωρείται ότι, ο μεγάλος συστηματικός Λινναίος, έκανε ανορθογραφία (mispelling) κατά την ονοματοδοσία ενός taxon. Συγκεκριμένα θεωρήθηκε ότι, ήθελε να καταγράψει το είδος ως Vultur percnopterus και έγραψε e αντί για c. Την άποψη αυτή ενισχύει το γεγονός ότι, ο όρος perenopterus είναι, ούτως ή άλλως λανθασμένος, επειδή θα έπρεπε να είχε γραφεί με δύο (2) n (perennopterus). Κατόπιν τούτων, αποφασίστηκε η διόρθωση του λάθους (emendation) σε συνέδριο της Διεθνούς Επιτροπής Ζωολογικής Ονοματολογίας (Λονδίνο, 1956-7). [7]

Το γένος Neophron είναι μονοτυπικό, δηλαδή περιλαμβάνει μόνο ένα (1) είδος. Λίγα προϊστορικά είδη από την περίοδο του Νεογενούς στη Βόρεια Αμερική τοποθετούνται στο γένος Neophrontops και πιστεύεται ότι ήταν παρόμοια με τα σημερινά πτηνά στον τρόπο ζωής, αλλά οι γενετικές σχέσεις είναι ασαφείς. [8][9] Το γένος θεωρείται ότι αποτελεί τον παλαιότερο κλάδο στο εξελικτικό «δέντρο» των γυπών. [10]

Ο εξελικτικά πλησιέστερος συγγενής του, είναι ο γυπαετός. Υπάρχουν τρεις ευρέως αναγνωρισμένα υποείδη, αν και υπάρχει σημαντική εξελικτική διαβάθμιση λόγω της μετανάστευσης και ανάμειξης των πληθυσμών. [11].

Το υποείδος που βρίσκεται μόνο στα ανατολικά Κανάρια (βλ. Πίνακα υποειδών) αναγνωρίστηκε μόλις το 2002. Γνωστό τοπικά ως guirre είναι γενετικά απομακρυσμένο από το N. p. percnopterus και, σε αντίθεση με τους γειτονικούς πληθυσμούς της Αφρικής και της Νότιας Ευρώπης, είναι σταθερά μεγαλύτερο σε μέγεθος. Το όνομα majorensis προέρχεται από το majorata, το αρχαίο όνομα για το νησί της Φουερτεβεντούρα.

Το 1902 περιγράφηκε το υποείδος, N. p. rubripersonatus, από το Βαλουχιστάν, με βαθύτερο κόκκινο-πορτοκαλί δέρμα στο κεφάλι και σκούρο ράμφος με κίτρινη άκρη. Ωστόσο, δεν αναγνωρίστηκε ως έγκυρο υποείδος, αλλά η ενδιάμεση μορφή του ράμφους δείχνει ανάμιξη υποειδών. [12][13][14]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική κατανομή των υποειδών του Neophron percnopterus

Ο ασπροπάρης εμφανίζει διάσπαρτο φάσμα κατανομής αποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο (οικοζώνες: Παλαιαρκτική, Αφροτροπική και Ινδομαλαισιανή) όπου, ανάλογα με την επικράτεια, απαντά ως επιδημητικό ή μεταναστευτικό πτηνό.

Στην Ευρώπη, η κατανομή είναι εξαιρετικά διακεκομμένη, περιλαμβάνοντας μόνον κάποιες περιοχές στην Ιβηρική και στην Ν. Γαλλία στα δυτικά, και διάσπαρτους θύλακες στην Ιταλία, τα Βαλκάνια και την Ουκρανία, όπου το είδος απαντά αποκλειστικά ως καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης.

Στην Ασία, η εξάπλωση είναι λίγο συμπαγέστερη αν και, εξίσου, περιορισμένη. Στα δυτικά εκτείνεται από την Μικρά Ασία και, διαμέσου του Ευξείνου Πόντου της Κασπίας και της Μέσης Ανατολής, φθάνει ανατολικά μέχρι το Ν. Καζακστάν, την Α. Κίνα και την Ινδία. Οι πληθυσμοί μοιράζονται σε επιδημητικούς (νότια) και αναπαραγόμενους καλοκαιρινούς (βόρεια) .

Η Αφρική, τέλος, αποτελεί επικράτεια όπου απαντούν όλες οι μορφές μετακίνησης και είναι η ήπειρος όπου διαχειμάζουν οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί. Στο φάσμα κατανομής περιλαμβάνονται οι μεσογειακές χώρες, η περιοχή του Νείλου και του Σινά ενώ, νοτιότερα, εκτείνεται συμπαγής ζώνη εξάπλωσης, από τις ακτές του Ατλαντικού και διαμέσου των υποσαχάριων χωρών και εκείνων βορείως του ισημερινού, φθάνει μέχρι τις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας στα ανατολικά και στο ύψος της Τανζανίας, στα νότια. [15][16]

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Neophron percnopterus ginginianus Νεπάλ και Ινδία, εκτός από τα βορειοδυτικά Το μικρότερο υποείδος, με ανοικτοκίτρινο ράμφος. Οι βορειοδυτικοί πληθυσμοί περιλαμβάνονται στο 3 αλλά έχει προταθεί η μεταφορά τους σε ξεχωριστό υποείδος (N. p. rubripersonatus) [17]
2 Neophron percnopterus majorensis Κανάριες Νήσοι Ενδημικό.
3 Neophron percnopterus percnopterus Ν Ευρώπη, ανατολικά μέσω Ν Ουκρανίας, Τουρκίας και Καυκάσου, προς Κ ΑσίαΚαζακστάν) και ΒΔ Ινδία, νοτιοανατολικά προς Μέση Ανατολή (Levant) και Αραβία, νότια προς Β Αφρική, Σαχέλ, μέχρι Β Τανζανία. Επίσης, Βαλεαρίδες Νήσοι, Σικελία, Πράσινο Ακρωτήριο και Σοκότρα. Η κατάσταση είναι ασαφής στη Ν Αφρική, όπου άλλοτε ήταν διαδεδομένο. Τώρα παραμένει ως αναπαραγόμενο στη ΝΔ Ανγκόλα και τη Β Ναμίμπια, ίσως στο Eastern Cape στη Νότια Αφρική Κ Αφρική, (Γκάνα, ΝιγηρίαΤσαντ, Αιθιοπία, Ουγκάντα, Σομαλία, Κένυα, Τανζανία) Είναι το πολυπληθέστερο υποείδος, με σκούρο γκρι ράμφος

Πηγές: [18][19][20]

(σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντά στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος ασπροπάρης εν πτήσει στο Ισραήλ

Τα αποδημητικά πουλιά μερικές φορές μπορεί να καλύψουν έως και 500 χιλιόμετρα σε μία ημέρα μέχρι να φτάσουν στο νότιο άκρο της Σαχάρας, συνολικά 3.500- 5.500 χιλιόμετρα από τις καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής. Τα νεαρά πτηνά που δεν έχουν φθάσει σε ηλικία αναπαραγωγής, μπορεί να διαχειμάζουν στους βοσκότοπους και στις ημιερημικές περιοχές του Σαχέλ.[21]

Για την Ελλάδα, ο ασπροπάρης αποτελεί καλοκαιρινό επισκέπτη. Έρχεται για να αναπαραχθεί στα μέσα Μαρτίου και, φεύγει αργά το Σεπτέμβριο για την Αφρική και την Αραβία, όπου και ξεχειμωνιάζει.[22]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συχνάζει σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, ιδιαίτερα όμως στις ορεινές περιοχές.[23] Προτιμάει τις ανοιχτές, λοφώδεις, ξηρές εκτάσεις με πέτρες και θάμνους. Επίσης, επειδή προσαρμόζεται εύκολα στην ανθρώπινη παρουσία, περιφέρεται συχνά σε μαντριά και σκουπιδότοπους.[22]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πτέρωμα των ενηλίκων είναι λευκό, με μαύρα πρωτεύοντα ερετικά φτερά. Συνήθως εμφανίζονται με ρυπαρό φτέρωμα (σκουριασμένο ή με καφέ απόχρωση), που προέρχεται από τη λάσπη ή πλούσια σε σίδηρο εδάφη. Άτομα σε αιχμαλωσία που δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό χώμα έχουν ολόλευκο πτέρωμα.[24]

Η ουρά είναι λευκή, σφηνοειδούς σχήματος και, αποτελεί σημαντικό διαγνωστικό στοιχείο κατά την πτήση.

Κεφάλι ενήλικου ασπροπάρη

Το ράμφος είναι μαύρο στην άκρη του, ισχυρό, γαμψό και αρκετά μακρύ (σχεδόν ισόμηκες με το άπτερο κεφάλι) με κήρωμα που υπερβαίνει το μισό τού ολικού μήκους του. Τα ρουθούνια είναι οριζόντια και έχουν σχήμα ελλειπτικό.[25]

Το δέρμα του προσώπου των ενηλίκων είναι κίτρινο και, χωρίς πτέρωμα κάτω στο λαιμό, ενώ στο πίσω μέρος του κεφαλιού σχηματίζεται ένα είδος χαίτης.[22]

Τα πόδια είναι ροζ στα ενήλικα και γκρι στα ανήλικα άτομα. Τα νύχια είναι μακριά και ίσια, ενώ το τρίτο και το τέταρτο δάχτυλο είναι ελαφρά συνδεδεμένα με νηκτική μεμβράνη στη βάση τους. Τα φύλα είναι όμοια, αλλά τα αρσενικά αναπαραγωγής έχουν μια βαθύτερη πορτοκαλί απόχρωση στο δέρμα του προσώπου σε σχέση με τα θηλυκά.[24]

Βιομετρικά στοιχεία υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος : (54-) 59 έως 69 (-70) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (142-) 150 έως 170 (-175) εκατοστά.
  • Βάρος: 1600-2400 γραμμάρια. Τα θηλυκά είναι κατά μέσο όρο 10-15% βαρύτερα από τα αρσενικά.
Υποείδος Ολικό μήκος Μήκος χορδής πτέρυγας Μήκος ουράς Μήκος ταρσού Βάρος
N. p. ginginianus ♂ 47,0-52,0 ♀ 52,0-55,5 ♂ 39,3-49,0 ♀ 45,5-50,5 22,8-25,1 7,2-8,5
N. p. majorensis 47,0-65,0 48,5-55,4 24,0-28,5 73,5-93,0 1.900-2.850
N. p. percnopterus 47,0-65,0 ♂ 47,0-53,6 ♀ 46,0-54,5 ♂ 22,0-25,1 ♀ 24,0-26,7 7,5-8,7 1.600-2.400

(σημ. τα μήκη σε εκατοστά. το βάρος σε γραμμάρια)

(Πηγές: [26][27][28][29])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ασπροπάρης τρέφεται με ζωική ύλη, θνησιμαία, αλλά και σκουπίδια ή περιττώματα.[22] Από τους οργανισμούς, προς τους οποίους στρέφεται σπανιότερα, προτιμάει τα σκαθάρια, σαλιγκάρια, καρκινοειδή ή μικρές σαύρες.[22] Οι πληθυσμοί της Ισπανίας έχουν παρατηρηθεί να τρέφονται με άγρια κουνέλια.[30]

Ενήλικος ασπροπάρης με τη λεία του

Μελέτες δείχνουν ότι, τρέφονται με περιττώματα θηλαστικών -ακόμη και ανθρώπων [31] -για να αποκτήσουν καροτενοειδή, οι χρωστικές των οποίων ευθύνονται για το έντονο κίτρινο και πορτοκαλί δέρμα του προσώπου τους. Η ικανότητα να αφομοιώνουν καροτενοειδείς χρωστικές ουσίες φαίνεται να χρησιμεύει ως ένα αξιόπιστο χαρακτηριστικό καλής φυσικής κατάστασης, κατά το ζευγάρωμα.[32]

Συνήθως περιφέρεται μοναχικά, αλλά αρκετές φορές σχηματίζει μικρές ομάδες που συναθροίζονται με μεγαλύτερους γύπες, όταν υπάρχει διαθέσιμο κάποιο κουφάρι. Τότε, περιμένει μέχρι εκείνοι να φύγουν και κατόπιν στρέφεται στα υπολείμματα.

Στην Ελλάδα, η δευτερεύουσα κύρια τροφή του ασπροπάρη, μετά τα κουφάρια, είναι οι χελώνες (Testudo), κυρίως στον Έβρο αλλά και σε άλλες περιοχές.[33]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oι πληθυσμοί του ασπροπάρη (υποείδος N. p. percnopterus), ιδίως στην Αφρική, είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούν πέτρες ως εργαλεία. Όταν ένα μεγάλο αβγό, όπως αυτό μιας στρουθοκαμήλου ή ενός αγριόγαλου, εντοπίζεται, το πουλί πατάει επάνω σε αυτό με ένα μεγάλο βότσαλο στο ράμφος του και, πετάει το βότσαλο με μία απότομη κίνηση του λαιμού πάνω στο κέλυφος. Η εργασία αυτή επαναλαμβάνεται έως ότου το αβγό σπάει από τα χτυπήματα.[34] Προτιμούν να χρησιμοποιούν στρογγυλεμένα βότσαλα απ’ότι ακανόνιστες πέτρες.

Αυτή η συμπεριφορά, καταγράφηκε για πρώτη φορά από την περίφημη Jane Goodall το 1966, όμως δεν έχει καταγραφεί στο υποείδος Ν. p. ginginianus. Διάφορa τεστ σε εκτρεφόμενα και άγρια πτηνά δείχνουν ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν είναι έμφυτη, αλλά μαθαίνεται παρατηρώντας άλλα πτηνά, και εμφανίζεται από τη στιγμή που συνδέουν τα αυγά με το φαγητό και έχουν πρόσβαση σε βότσαλα.[35]

Μια άλλη περίπτωση εργαλειοχρήσης του ασπροπάρη, που περιγράφεται από τη Βουλγαρία, περιλαμβάνει τη χρήση ενός κλαδιού ως εργαλείου, για να κυλήσει και να συγκεντρώσει τούφες μαλλιού ως επένδυση στη φωλιά του.[36]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναπαραγωγική περίοδος αρχίζει την άνοιξη. Οι ασπροπάρηδες είναι μονογαμικά πτηνά και τα «πετυχημένα» ζευγάρια μπορεί να διατηρηθούν για περισσότερο από μία περίοδο αναπαραγωγής και οι ίδιες φωλιές μπορεί να επαναχρησιμοποιηθούν κάθε χρόνο.

Η φωλιά είναι μια ακατάστατη πλατφόρμα από κλαδιά επενδεδυμένα με κουρέλια, φλοιούς ή κλαδιά και τοποθετείται σε μια προεξοχή βράχου, σε ένα κτήριο, ή στη διχάλα ένα μεγάλου δέντρου. Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθούν παλιές φωλιές αετών. [37]

Ενήλικος Ασπροπάρης

Η συνήθης γέννα αποτελείται από δύο πιτσιλωτά αβγά που επωάζονται εναλλάξ και από τους δύο γονείς. Οι γονείς αρχίζουν την επώαση αμέσως μετά το πρώτο αβγό, το οποίο εκκολάπτεται μετά από περίπου 42 ημέρες. [38] Το δεύτερο αβγό μπορεί να εκκολαφθεί τρεις έως πέντε ημέρες αργότερα και, μεγαλύτερη καθυστέρηση αυξάνει την πιθανότητα ο νεοσσός να μην επιβιώσει. Σε γκρεμούς, όπου οι φωλιές βρίσκονται η μία κοντά στην άλλη, τα μικρά πουλιά είναι γνωστό ότι σκαρφαλώνουν σε γειτονικές φωλιές για να «κλέψουν» τροφή.[39]

Οι νεοσσοί πετούν και αφήνουν τη φωλιά μετά από 90 έως 110 ημέρες, αλλά εξακολουθούν να παραμένουν εξαρτημένοι από τους γονείς τους για διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός. Το πλήρες φτέρωμα των ενηλίκων αποκτάται κατά το τέταρτο ή το πέμπτο έτος.

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο ασπροπάρης δεν έχει στη φύση κάποιους επικίνδυνους θηρευτές, οι ανθρώπινες δραστηριότητες δημιουργούν πολλές απειλές. Συγκρούσεις με ηλεκτροφόρα καλώδια, κυνήγι, εσκεμμένη δηλητηρίαση, συσσώρευση μολύβδου από κατάποση σκαγιών σε πτώματα, και συσσώρευση φυτοφαρμάκων έχουν δυσμενείς συνέπειες στον πληθυσμό.

Φαίνεται ότι η δικλοφενάκη (Diclofenac), ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (NSAID) που χρησιμοποιείται συχνά στα ζώα κτηνοτροφίας, και η οποία αποδείχθηκε θανατηφόρα για πολλά όρνεα όταν προσλαμβάνεται από σφάγια ζώων (BirdLife International News [www.birdlife.org/news] το 2007), είναι η βασική αιτία για τις πρόσφατες ραγδαίες μειώσεις του ασπροπάρη στην Ινδία. Γενικά, τα NSAID είναι τοξικά για τα αρπακτικά, τους πελαργούς, τους γερανούς και τις κουκουβάγιες, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι γύπες διαφόρων γενών θα μπορούσε να είναι ευαίσθητοι στις επιπτώσεις τους (BirdLife International News [www.birdlife.org/news] 2007). Φαίνεται εύλογο ότι, το είδος είχε προηγουμένως μικρότερη έκθεση στην τοξίνη λόγω του φυσικού, ανταγωνιστικού αποκλεισμού στα σφάγια από από τα μεγάλα όρνεα του γένους Gyps. [40]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το -φυσιολογικά- μακρόβιο είδος κατατάσσεται πλέον ως Κινδυνεύον (ΕΝ) στην λίστα της IUCN. Μία (1) από τις κύριες αιτίες είναι η πρόσφατη και εξαιρετικά ταχεία μείωση του πληθυσμού στην Ινδία (προφανώς λόγω δηλητηρίασης από το φάρμακο δικλοφενάκη). Επίσης, η σοβαρή, μακροπρόθεσμη μείωση των πληθυσμών στην Ευρώπη (> 50% κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων γενεών [42 χρόνια]) και στη Δυτική Αφρική, καθώς και η συνεχιζόμενη μείωση των πληθυσμών του σε μεγάλο τμήμα του φάσματος κατανομής, στην υπόλοιπη Αφρική. [41]

Στην Ελλάδα, είναι πλέον εξαιρετικά σπάνιος, και οι πληθυσμοί του βαίνουν επικίνδυνα μειούμενοι. Συμπεριλαμβανόταν στο «Κόκκινο Βιβλίο» (Red Data Book) των απειλουμένων σπονδυλοζώων της Ελλάδας στην κατηγορία 'ΤΡΩΤΑ' (Vulnerable), [42] ωστόσο, είναι πλέον Κρισίμως Κινδυνεύον είδος (CR [A2ac, C1]) [43]

Απαιτείται αυστηρός έλεγχος της παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων και συστηματική παροχή συμπληρωματικής τροφής, σε ταΐστρες, εκεί όπου το είδος χρησιμοποιούσε στο παρελθόν ανοιχτές χωματερές, καθώς και σε κάθε απομονωμένη επικράτεια. Σε κάθε δημόσιο έργο που εκτελείται κοντά ή μέσα στις επικράτειες του είδους (π.χ. διάνοιξη δρόμων, χωροθέτηση αιολικών και υδροηλεκτρικών έργων, εγκατάσταση πυλώνων υψηλής τάσης) θα πρέπει να συνυπολογίζονται μέτρα για την απόλυτη προστασία του χώρου κατασκευής της φωλιάς και της περιοχής τροφοληψίας του είδους. Ακόμη, απαιτείται πλήρης έρευνα για τον εντοπισμό όλων των θέσεων του φάσματος κατανομής, όπως και επισταμένη έρευνα της ιδιαίτερης βιολογίας του ασπροπάρη (διατροφή, αναπαραγωγή, διάφοροι περιοριστικοί παράγοντες) καθώς και η διερεύνηση τυχόν άγνωστων ακόμη απειλών (π.χ. αντιβιοτικά, χημικές ουσίες στην τροφική αλυσίδα, κ.λπ). Τέλος, κρίνεται απαραίτητη η ευαισθητοποίηση του κοινού, -ιδιαίτερα των κτηνοτρόφων, κυνηγών και αγροτών.[44]

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αρχαία Αίγυπτο, ο ασπροπάρης εμφανίζεται σε ειδικό ιερογλυφικό ιδεόγραμμα και αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο ήχο (/ ɑ ː /). Η Βίβλος κάνει αναφορά στον «αιγυπτιακό γύπα» κάτω από το εβραϊκό όνομα του rachamah / racham το οποίο έχει μεταφραστεί στα αγγλικά ως "gier-αετός».[45] Ήταν το ιερό πτηνό της Ίσιδος στην αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία. Η χρήση του ως συμβόλου της βασιλικής οικογένειας στο αιγυπτιακό πολιτισμό, και η προστασία του με νόμο τού Φαραώ, έκανε το είδος τόσο κοινό στους δρόμους της Αιγύπτου, που έδωσε αφορμή για το όνομα "κοτόπουλο του Φαραώ» (sic).[46]

Στην Ελλάδα, η παράδοση τον θέλει να «κουβαλάει» στην πλάτη του τον κούκο, φέρνοντας την άνοιξη και την καλοτυχία, καθορίζει την προκοπή των κτηνοτρόφων, το πήξιμο του γιαουρτιού, την παραγωγή του τυριού, ενώ «συμμετέχει» σε γάμους.[47]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο Ασπροπάρης απαντά και με άλλες ονομασίες, όπως Αστραπάρης, Ασπρόγυπας, Λευκόγυπας, Μικρό Όρνιο, Μπατζουτιέρα (Βλαχ.), Σκανίτης, Κουκκάλογο (Ήπειρος), Καλιατζάρης (Θράκη), Τυροκόμος (Θεσσαλία, Κοζάνη).[48]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι το γένος Neophron, ανήκει στην ξεχωριστή υποοικογένεια Γυπίνες (Aegypiinae), που περιλαμβάνει τους γύπες του Παλαιού Κόσμου. Όμως, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για την τεκμηρίωση αυτής της ταξινόμησης, γι’αυτό ακολουθείται η κατά Howard & Moore και ITIS άποψη, που αποτελούν τις εγκυρότερες επιστημονικές πηγές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. BirdLife International (2012). Neophron percnopterus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 4 Ιαν. 2014.
  2. Thiollay, 1994
  3. 3,0 3,1 Howard and Moore, p. 101
  4. «Mε μια φωνή για τον Ασπροπάρη». www.wwf.gr. http://www.wwf.gr/blog/1856-m. Ανακτήθηκε στις 2016-09-08. 
  5. . «Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα», τόμος 4, σ. 224
  6. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.14:1437.lewisandshort
  7. http://www.biodiversitylibrary.org/page/34610782#page/259/mode/1up
  8. Feduccia, 1974
  9. Hertel, 1995
  10. Wink, Heidrich & Fentzloff, 1996
  11. Donazar et al
  12. Zarudny & Härms
  13. Rasmussen & Anderton
  14. Donazar et al
  15. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22695180
  16. Ali & Ripley, 1978
  17. http://www.hbw.com/species/egyptian-vulture-neophron-percnopterus
  18. Howard and Moore, p. 101
  19. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22695180
  20. http://www.hbw.com/species/egyptian-vulture-neophron-percnopterus
  21. Meyburg et al, 2004
  22. 22,0 22,1 22,2 22,3 22,4 Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 74
  23. Bruun, p.70
  24. 24,0 24,1 Clark & Schmitt, 1998
  25. Όντρια, σ. 74
  26. Rasmussen & Anderton
  27. Donázar et al
  28. allaboutbirds.org.
  29. Ferguson, 2001
  30. Margalida et al, 2012
  31. Whistler, 1949
  32. Negro et al, 2002
  33. Handrinos and Akriotis, 1997
  34. van Lawick-Goodall & van Lawick, 1966
  35. Thouless, Fanshawe & Bertram, 1989
  36. Stoyanova et al, 2010
  37. Ali & Ripley, 1978
  38. Αli & Ripley, 1978
  39. Donázar & Ceballos 1990
  40. http://www.iucnredlist.org/details/full/22695180/0
  41. http://www.iucnredlist.org/details/full/22695180/0
  42. Red Data Book, p.213
  43. Λαυρέντης Σιδηρόπουλος, Ρήγας Τσιακίρης, στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Ζώων της Ελλάδας
  44. Λαυρέντης Σιδηρόπουλος, Ρήγας Τσιακίρης, στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Ζώων της Ελλάδας
  45. Koenig, 1907
  46. Ingerson, 1923, p. 34
  47. http://www.ornithologiki.gr/page_cn.php?tID=2716&aID=1111
  48. Απαλοδήμος, σ. 31-32

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ali, Sálim; Ripley, Sidney Dillon (1978). Handbook of the birds of India and Pakistan, Volume 1 (2 ed.). Oxford University Press. pp. 310–314. ISBN 978-0-19-562063-4.
  • Clark, William S; Schmitt, NJ (1998). "Ageing Egyptian Vultures". Alula 4: 122–127. http://www.globalraptors.org/grin/researchers/uploads/155/ageing_egyptian_vultures.pdf.
  • Donázar, José A.; Ceballos, Olga (1990). "Acquisition of food by fledgling Egyptian Vultures Neophron percnopterus by nest-switching and acceptance by foster adults". Ibis 132 (4): 603–607. doi:10.1111/j.1474-919X.1990.tb00284.x.
  • Donázar, José Antonio; Negro, Juan José; Palacios, César Javier; Gangoso, Laura; Godoy, José Antonio; Ceballos, Olga; Hiraldo, Fernando; Capote, Nieves (2002). "Description of a new subspecies of the Egyptian Vulture (Accipitridae: Neophron percnopterus) from the Canary Islands" (PDF). Journal of Raptor Research 36 (1): 17–23. ISSN 0892-1016. http://sora.unm.edu/sites/default/files/journals/jrr/v036n01/p00017-p00023.pdf. .
  • Feduccia, Alan (1974). "Another Old World Vulture from the New World" (PDF). The Wilson Bulletin 86 (3): 251–255. http://sora.unm.edu/sites/default/files/journals/wilson/v086n03/p0251-p0255.pdf.
  • Ferguson-Lees, James; Christie, David A. (2001). Raptors of the World. Christopher Helm. pp. 417–420. ISBN 978-0-691-12684-5.
  • Hertel, Fritz (1995). "Ecomorphological indicators of feeding behavior in recent and fossil raptors" (PDF). The Auk 112 (4): 890–903. doi:10.2307/4089021. http://sora.unm.edu/sites/default/files/journals/auk/v112n04/p0890-p0903.pdf.
  • Koenig, Alexander (1907). "Die Geier Aegyptens". Journal für Ornithologie 55: 59–134. doi:10.1007/BF02098853.
  • Margalida, A.; Benítez, J. R.; Sánchez-Zapata, J. A.; Ávila, E.; Arenas, R.; Donázar, J. A. (2012). "Long-term relationship between diet breadth and breeding success in a declining population of Egyptian Vultures Neophron percnopterus". Ibis 154: 184–188. doi:10.1111/j.1474-919X.2011.01189.x. http://www.gypaetus.com/fotos/noticias/Ibis_2012.pdf.
  • Meyburg, Bernd-U.; Gallardo, Max; Meyburg, Christiane; Dimitrova, Elena (2004). "Migrations and sojourn in Africa of Egyptian vultures (Neophron percnopterus) tracked by satellite". Journal of Ornithology 145 (4): 273–280. doi:10.1007/s10336-004-0037-6. http://www.avibirds.com/pdf/A/Aasgier3.pdf.
  • Negro, J. J.; Grande, J. M.; Tella, J. L.; Garrido, J.; Hornero, D.; Donázar, J. A.; Sanchez-Zapata, J. A.; Benítez, J. R. et al. (2002). "An unusual source of essential carotenoids" (PDF). Nature 47 (6883): 807. doi:10.1038/416807a. http://web.uam.es/personal_pdi/ciencias/jonate/Ecologia/Tema%2018/Negro_etal,%202002.pdf.
  • Rasmussen, P.C.; Anderton, J.C. (2005). Birds of South Asia: The Ripley Guide. Volume 2. Smithsonian Institution and Lynx Edicions. p. 89.
  • Stoyanova, Yva; Stefanov, Nikolai; Schmutz, Josef K. (2010). "Twig Used as a Tool by the Egyptian Vulture (Neophron percnopterus)". Journal of Raptor Research 44 (2): 154–156. doi:10.3356/JRR-09-20.1.
  • Thouless, C. R.; Fanshawe, J. H.; Bertram, B. C. R. (1989). "Egyptian Vultures Neophron percnopterus and Ostrich Struthio camelus eggs: The origins of stone-throwing behaviour". Ibis 131: 9–15. doi:10.1111/j.1474-919X.1989.tb02737.x.
  • van Lawick-Goodall, Jane; van Lawick, Hugo (1966). "Use of Tools by the Egyptian Vulture, Neophron percnopterus". Nature 212 (5069): 1468–1469. doi:10.1038/2121468a0.
  • Whistler, Hugh (1949). Popular Handbook of Indian Birds (4 ed.). London: Gurney & Jackson. pp. 356–357. ISBN 1-4067-4576-6. http://www.archive.org/stream/popularhandbooko033226mbp#page/n406/mode/1up.
  • Wink, Michael (1995). "Phylogeny of Old and New World Vultures (Aves: Accipitridae and Cathartidae) Inferred from Nucleotide Sequences of the Mitochondrial Cytochrome b Gene" (PDF). Zeitschrift for Naturforschung C 50 (11/12): 868–882. http://www.uni-heidelberg.de/institute/fak14/ipmb/phazb/pdf-files/1995%20Pdf.Pubwink/24.%201995.pdf.
  • Wink, Michael; Heidrich, Petra; Fentzloff, Claus (1996). "A mtDNA phylogeny of sea eagles (genus Haliaeetus) based on nucleotide sequences of the cytochrome b-gene" (PDF). Biochemical Systematics and Ecology 24 (7–8): 783–791. doi:10.1016/S0305-1978(96)00049-X. http://www.uni-heidelberg.de/institute/fak14/ipmb/phazb/pubwink/1996/20_1996.pdf.
  • Zarudny, V.; Härms, M. (1902). "Neue Vogelarten". Ornithologische Monatsberichte (in German) (4): 49–55.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Egyptian Vulture της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).