Αρχαία Μασσαλία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αρχαία Μασσαλία
Heavy drachm Massilia reverse CdM Paris.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Αρχαία Μασσαλία
43°17′47″N 5°22′12″E
Χώρα
αρχαία δυτική Μεσόγειος
(δεύτερος ελληνικός αποικισμός)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Μασσαλία ιδρύθηκε ως ελληνική αποικία από τους Φωκαείς προς το 600 π.Χ.. Από τον 5ο αιώνα π.Χ., κατέστη, μαζί με την φοινικική Καρχηδόνα, ως ένα από τα κυριότερα θαλάσσια λιμάνια της δυτικής Μεσογείου. Σε όλη την διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου, παρέμεινε πιστή σύμμαχος της Ρώμης.

Έχοντας καταστεί ρωμαϊκή πόλη στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ., έλαβε την ονομασία Massilia και διατήρησε τον ρόλο της ως χωνευτήρι πολιτισμών και εμπορικό λιμένα στα ακτές του νότου της Γαλατίας, παρά το γεγονός πως, καθώς είχε προτιμήσει τον Πομπήιο αντί για τον Καίσαρα, είχε απολέσει την ανεξαρτησία και την εμπορική της ανωτερότητα, με κύρια ωφελημένη την Αρελάτη (Αρλ). Ωστόσο, οι Ρωμαίοι ουδέποτε επιχείρησαν να αλλοιώσουν τον πολιτισμικό της χαρακτήρα: ήταν αρκετά ευκολότερο να διδαχθεί κανείς τα ελληνικά εντός της πόλεως, παρά να προβεί στο μακρύ και δυσβάσταχτο από οικονομικής άποψης ταξίδι προς την ανατολική Μεσόγειο.

Ρωμανοποιημένη στην διάρκεια της Ύστερης Αρχαιότητας, εκχριστιανισμένη στην διάρκεια του 5ου αιώνα, αποδυναμωμένη έπειτα από τις γοτθικές εισβολές, ανέκτησε μια σχετική ευημερία στην διάρκεια του 7ου αιώνα, στην διάρκεια του οποίου και έλαβε χώρα η ίδρυση ενός σημαντικού χριστιανικού κέντρου, του Αββαείου Σαιν-Βικτόρ ντε Μαρσέιγ, καθιστώντας την πόλη ως έχουσα σημαντικό ρόλο στο σύνολο του νοτιοανατολικού τμήματος της Γαλλίας έως τον 12ο αιώνα.

Η Μασσαλία, πόλη ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση της πόλεως αυτής καθεαυτής, η οποία και καθιστά την Μασσαλία ως « την αρχαιότερη πόλη της Γαλλίας[1] », ανέρχεται στο 600 π.Χ. και πραγματοποιήθηκε από Έλληνες αποίκους προερχόμενους από την Φώκαια της Μικράς Ασίας. Η ημερομηνία της ίδρυσης αναφέρεται από αρκετούς αρχαίους συγγραφείς, όπως τον Αριστοτέλη εντός του έργου του με τίτλο Σύνταγμα των Μασσαλών (προς το 350 π.Χ.) και τον Ιουστίνο εντός του έργου του με τίτλο Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών, το οποίο συνεγράφη δίχως αμφιβολία στην διάρκεια του 3ου αιώνα και συνοψίζει την ιστορία όπως αυτή καταγράφηκε από τον Πομπήιο Τρόγο. Οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις δεν διαφωνούν ως προς την συγκεκριμένη ημερομηνία.

Οι Σεγόβριγες [Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εγκατάσταση των Σεγοβρίγων στις αρχές της ρωμαϊκής περιόδου.

Όλη η περιοχή κατοικείτο από τους Λιγουριανούς, αυτόχθονο λαό[Note 1] ο οποίος θεωρείται πιθανό να ήρθε αντιμέτωπος με κελτικές εισβολές στην διάρκεια της τελευταίας χιλιετίας προ Χριστού. Στο έργο του γεωγραφίας, το οποίο συνέγραψε στην διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ., ο Εκαταίος ο Μιλήσιος αναφέρει: « Μασσαλία, πόλη της Λιγουστικής, πλησίον της Κελτικής, αποικία των Φωκαίων[3]. » Παρομοίως, οι κάτοικοι των ακτών αυτών θεωρείται πιθανό να ήρθαν σε επαφή με, κυρίως, ΦοίνικεςΕτρούσκους, καθώς και Ίβηρες εμπόρους[4].

Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, η περιοχή της Μασσαλίας κατοικείτο από μία εκ των λιγουριανών φυλών, τους Σεγόβριγες, οι οποίοι ήσαν εγκατεστημένοι στους λόφους περιμετρικά της θέσης της πόλης[Note 2]. Παρά το γεγονός πως δεν έχουν βρεθεί ίχνη μόνιμης λιγουριανής κατοίκησης στην θέση της Μασσαλίας, οι ιζηματογενείς ανασκαφές κατέδειξαν πως οι ακτές του Λακιντόν (καλάνκ η οποία συγχεόταν στις αρχές του 21ου αιώνα με το Παλαιό Λιμένα της Μασσαλίας) χρησιμοποιούνταν από την 2η χιλιετία π.Χ. για εποχιακές εργασίες σχετικές με την θάλασσα πριν από την ίδρυση της ελληνικής αποικίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι δυνατό να ανιχνευθεί οποιαδήποτε εκμετάλλευση των εδαφών (αποψίλωση των δασών, καλλιέργειες, καθαρισμοί)[5].

Η φωκαεική αποίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέση της αρχαίας Φώκαιας και του σημερινού χωριού.

Τα αρχαία συγγράμματα δίνουν λίγες ενδείξεις αναφορικά με τις καταβολές, τους θεσμούς και τις τοπικές λατρείες της Φώκαιας, της σημερινής Φότσα, η οποία βρίσκεται σε κοντινή απόσταση του Ιζμίρ (Σμύρνη) στη Τουρκία. Ο πληθυσμός της αποτελείτο από Αθηναίους και Φωκιδαίους (κατοίκους της Φωκίδας, ιερής περιοχής της Αρχαίας Ελλάδας). Ήταν μέλος του Κοινού των Ιώνων, δωδεκάπολης ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, πόλεων που ήσαν ευημερείς χάρη στην ανάπτυξη των σχέσεων με τις αποικίες τις οποίες είχαν ιδρύσει περιμετρικά της Μεσογείου[6].

Η ίδρυση των αποικιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωμαίος ιστορικός Ιουστίνος διηγείται ως κάτωθι τον μύθο της ίδρυσης της Μασσαλίας:

Την εποχή του βασιλέα Ταρκίνιου, νεαροί Φωκαείς, προερχόμενοι από την Ασία, κατέφθασαν στις εκβολές του Τίβερη και σύναψαν σύμφωνο φιλίας με τους Ρωμαίους. Στην συνέχεια έπλευσαν προς τους πλέον απόμακρους κόλπους της Γαλατίας και ίδρυσαν την Μασσαλία, μεταξύ των Λιγουριανών και των άγριων φυλών των Γαλατών (...). Και πράγματι, οι Φωκαείς, υποχρεούμενοι από το μικρό μέγεθος και την φτώχεια των εδαφών τους, ασχολούνταν περισσότερο με την θάλασσα παρά με τα εδάφη: ζούσαν μέσω της αλιείας, των εμπορικών συναλλαγών, ενώ, συχνά, ακόμη και μέσω της πειρατείας, η οποία και είχε την τιμητική της την περίοδο εκείνη. Γι'αυτό τον λόγο, έχοντας τολμήσει να κατευθυνθούν προς τα πλέον απόμακρα παράλια του Ωκεανού, κατέφθασαν στον γαλατικό κόλπο στις εκβολές του Ροδανού.

— Ιουστίνος, Επιτομή των Φιλιππικών, Βιβλίο ΜΓ΄, 3-6

Ως αποτέλεσμα, τον 6ο αιώνα π.Χ., η Φώκαια κατέστη η « μητρόπολη » (μητρική πόλη) της ελληνικής αποίκησης στη βορειοδυτική Μεσόγειο. Οι Φωκαείς ίδρυσαν διαδοχικά την Μασσαλία (Μαρσέιγ), την Αγαθή Τύχη (Αγκντ), την Ολβία (Υέρ), την Αντίπολη (Αντίμπ) και τη Νίκαια (Νις). Στην συνέχεια, ιδρύθηκαν η Αλαλία (σημερινή Αλεριά), εμπορικός σταθμός επί των ανατολικών ακτών της Κορσικής, και η Ελέα στον Κόλπο του Σαλέρνο, καθώς και ισχυρές αποικίες στην Ισπανία, όπως το Εμπόριον[Note 3] (Εμπούριες).

Η συγκεκριμένη μετανάστευση ελληνικού πληθυσμού επιβεβαιώθηκε προσφάτως μέσω γεννητικής ανάλυσης επί διαστήματος τριών ετών σε δωρεές αίματος. Η συγκεκριμένη μελέτη η οποία δημοσιεύτηκε το 2011 κατέδειξε πως ποσοστό της τάξεως του 4 % επί του συνόλου των ανδρών της περιοχής της Μασσαλίας και 4,6 % επί του συνόλου εκείνων της περιοχής της Αλεριά στην Κορσική, έτερος προορισμός των Φωκαιών θαλασσοπόρων, ήταν άμεσοι απόγονοι των τελευταίων[7]. Στην αστική περιοχή της Μασσαλίας, καθώς και στο Βαρ, αιματολογικά δείγματα σταθερών εθελοντών δωρητών του Γαλλικού Κέντρου Αίματος μελετήθηκαν προκειμένου να δειχθεί εάν το χρωμόσωμα Y τους έφερε το « φωκαεικό σήμα ». Πράγματι, στην Ελλάδα και τις πρώην αποικίες της στη Μικρά Ασία, όπως την Φώκαια και την Σμύρνη, μια μεταλλαγή έκανε την εμφάνισή της: ο « δείκτης E-V13 », χαρακτηριστικός του τοπικού πληθυσμού. Το ποσοστό αυτό, ανώτερο του 4 % του δείκτη E-V13, δεδομένων των 26, συνολικά, αιώνων που έχουν περάσει και των μεταναστευτικών κυμάτων που διαδέχθηκαν μεταξύ τους, είναι αξιοσημείωτο. Ο δείκτης αυτός « είναι σε θέση να retracer το δημογραφικό και κοινονικοπολιτισμικό αντίκτυπο της αποίκησης περίπου χιλίων ατόμων με εκκίνηση την Αρχαία Μασσαλία[8] ».

Ο θρύλος της Γύπτιδος και του Πρωτή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Colonie grecque à Marseille. Πίνακας του Πιέρ Πυβίς ντε Σαβάν (1868).

Οι ακριβείς συνθήκες της ίδρυσής απουσιάζουν από την ιστορία της πόλης. Σήμερα, απομένει μόνον ένας θρύλος, τον οποίον αναφέρει ο Πομπήιος Τρόγος, του οποίου η πλοκή συνοψίζεται από τον Ιουστίνο και τον Αριστοτέλη, ενώ αναφορά σε αυτόν γίνεται και από τον Αθηναίο τον Ναυκρατίτη.

Οι Φωκαείς αναζητούσαν, τότε, παράκτιες τοποθεσίες οι οποίες θα μπορούσαν να μετατραπούν σε εμπόρια (εμπορικούς σταθμούς). Η δραστηριότητα αυτή αντιστοιχούσε σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός εμπορικού δικτύου και όχι μιας κατοικημένης αποικίας. Οι θαλασσοπόροι ταξίδευαν σε ταχεία κωπήλατα πλοία, τις πεντηκόντορους, κάτι που διευκόλυνε την εγκατάστασή τους, καθώς, όντες λιγότεροι αριθμητικά, χρειάζονταν μικρότερο μέγεθος εδαφών για την εγκατάστασή τους. Ναυπηγώντας ακτοπλοϊκώς, φέρεται να ανακάλυψαν τον κόλπο του Λακιντόν (τον σημερινό Παλαιό Λιμένα της Μασσαλίας), μια βαθιά καλάνκ, πλατιά και καλώς προσανατολισμένη (ανατολικά-δυτικά), προφυλαγμένη από τον κυρίαρχο άνεμο - τον μιστράλ - από υψηλούς λόφους, ιδανική για την εγκατάσταση εμπορικού σταθμού.

Ο Ιουστίνος συνεχίζει την διήγησή του ως κάτωθι:

Διοικητές του στόλου ήσαν ο Σίμος και ο Πρωτής. Έτσι, συνάντησαν τον βασιλέα των Σεγοβρίγων, ο οποίος ονομαζόταν Νάνος, στα εδάφη του οποίου σχεδίαζαν να ιδρύσουν πόλη. Συνέβη εκείνη την ημέρα ο βασιλέας να είναι απασχολημένος με τις προετοιμασίες του γάμου της κόρης του, Γύπτιδος, την οποία ετοιμαζόταν να δώσει σε γάμο σε έναν γαμπρός επιλεχθέντα στην διάρκεια του γεύματος, σύμφωνα με το τοπικό έθιμο. Έτσι, κι ενώ όλοι οι μνηστήρες της είχαν κληθεί στον γάμο, οι Έλληνες φιλοξενούμενοι εκλήθησαν κι εκείνοι στην εορτή. Στην συνέχεια, κι ενώ η νεαρή κοπέλα, κατά την άφιξή της, παρακαλέστηκε από τον πατέρα της να προσφέρει νερό σε εκείνον τον οποίον θα επέλεγε ως σύζυγό της, εκείνη στράφηκε προς τους Έλληνες χωρίς να λάβει υπόψιν τους υπόλοιπους μνηστήρες και προσέφερε νερό στον Πρωτή ο οποίος, έχοντας μετατραπεί από φιλοξενούμενος σε γαμπρό, έλαβε από τον πεθερό του μια τοποθεσία για την ίδρυση της πόλης. Ως εκ τούτου, η Μασσαλία ιδρύθηκε πλησίον των εκβολών του Ροδανού, σε έναν απομονωμένο κόλπο, ωσάν σε μια γωνιά της θάλασσας.

— Ιουστίνος, Επιτομή των Φιλιππικών, Βιβλίο ΜΓ΄, 8-10

Στις όχθες του Λακιντόν, ποταμού ο οποίος εξέβαλε στα βορειοανατολικά της καλάνκ[9], οι Φωκαείς έθεσαν τα θεμέλια πόλης την οποία ονόμασαν Μασσαλία. Αριθμός υποθέσεων αναφορικά με την προέλευση της συγκεκριμένης ονομασία έχουν ειπωθεί (αν και θεωρούμενες ως φαντεζίστικες από ορισμένους συγγραφείς, όπως ο Πωλ Μαριετόν[10]). Μια εικασία η οποία απαντάται συχνά είναι η ονομασία Μας-Σαλία, η κατοικία των Σαλύων. Ωστόσο, εάν η πρώτη λέξη είναι προβηγκιανή, η δεύτερη είναι λατινική, κάτι που καθιστά την συγκεκριμένη εικασία ως αδόκιμη.

Επίσης, ορισμένοι ασχολήθηκαν με την χρήση του ελληνικού όρου Mάσσα. Πράγματι, οι Φωκαείς διατηρούσαν την παράδοση, στην Μικρά Ασία, να προσθέτουν την ονομασία Μάσσα στις πόλεις τους, σε οχυρές θέσεις, σε ποταμούς, κτλ. Έχουν βρεθεί, για παράδειγμα, περισσότερες από τριάντα ονομασίες Μάσσα στην Ιταλία, λαμβάνοντας υπόψιν πως οι όροι Μάζα ή Μάσα αντιστοιχούν στο λατινικό Libum, προσφορά ιερών γλυκισμάτων. Αναφορικά με την κατάληξη λεις, εικάζεται πως επρόκειτο για παράγωγο των επιθέτων, καθώς οι κάτοικοι της Μασσαλίας ήσαν θυσιαστές, ενώ η πόλη, εκείνη των θυσιών.

Μασσαλία, η νέα Φώκαια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική τοποθεσία της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική τοπογραφία της τοποθεσίας της ελληνικής Μασσαλίας είναι ακόμη, σήμερα, ορατή σε μεγάλο βαθμό, παρά τις σημαντικές μεταβολές που έλαβαν χώρα στην διάρκεια του 19ου αιώνα. Ακρωτήριο περιτριγυρισμένο από την θάλασσα, κυριαρχείτο από τρεις διαδοχικούς λοφίσκους: τον λοφίσκο Σαιν-Λοράν (υψόμετρο 26 μέτρων το 1840), τον λοφίσκο των Μουλέν (42 μέτρων, συνδεόμενος με τον λοφίσκο της Ροκέτ, ύψους 38 μέτρων), και, τέλος, τον λοφίσκο των Καρμ (περίπου 40 μέτρων ύψους). Τα περάσματα μεταξύ των παραπάνω υψωμάτων συγκέντρωναν τις εκροές υδάτων.

Ύστατο στοιχείο της φυσικής τοπογραφίας, η περιοχή του Φρουρίου Σαιν-Ζαν παρουσίαζε, έως την εθελούσια επίχωση που έλαβε χώρα για την ανέγερση του φρουρίου, κλίση προς την θάλασσα στα βόρεια, η οποία, σήμερα, δεν είναι πλέον ορατή[11].

Αριθμός γραμμών κοιτών χύνονταν εντός του λιμένα: μία μεταξύ του λοφίσκου των Καρμ και του λόφου Σαιν-Σαρλ, μία δεύτερη, κατά πολύ σημαντικότερη, εντός του άξονα της σημερινής Κανεμπιέρ και, τέλος, μία τρίτη στα νότια (άξονας της rue Breteuil, αποκαλούμενη ως κοιλάδα Φογκαρές στην διάρκεια του Μεσαίωνα).

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το 1999, οι Ντανιέλ και Υβ Ρομάν υπερασπίστηκαν την αρχή των κελτικών εισβολών στη νότια Γαλατία από, τουλάχιστον, τον 6ο αιώνα και θεώρησαν τους Λιγουριανούς ως αυτόχθονο λαό στο έργο τους με τίτλο Histoire de la Gaule[2].
  2. Ως τοποθεσίες αναφέρονται το χωριό του Σαιν-Μαρσέλ, όπου υπάρχουν ίχνη ενός γαλατικού oppidum, οι λόφοι του Μαρσεϊγβέρ και η περιοχή πλησίον του σημερινού χωριού του Αλώκ.
  3. Στα αρχαία ελληνικά, ο όρος «ἐμπόριον» όριζε μια τοποθεσία ναυτικού εμπορείου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Duchêne, Roger; Contrucci, Jean (1998). Marseille (στα Γαλλικά). 2600 ans d'histoire. Fayard. σελ. 862. ISBN 9782213601977. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2016. .
  2. Roman & Roman 1997.
  3. Brunaux 2012, σελ. 145.
  4. Dominique Garcia, Les Celtes de Gaule méditerranéenne, définition et caractérisation ([διαδικτυακή ανάγνωση]) στο Szabo, M. (2006). Celtes et Gaulois, l’Archéologie face à l’Histoire, 3 : les Civilisés et les Barbares (du Ve au IIe siècle). Actes de la table ronde de Budapest, 17-18 juin 2005. Glux-en-Glenne: Bibracte, Centre archéologique européen. σελ. 63-76.  Unknown parameter |director1= ignored (βοήθεια)
  5. Hesnard, Antoinette; Provansal, Mireille; Bouiron, Marc; Bourcier, Michel; Carbonel, Pierre; Weydert, Pierre; Morhange, Christophe (1996). «Morphogenèse et impacts anthropiques sur les rives du Lacydon à Marseille (6000 av. J.-C. - 500 ap. J.-C.)». Annales de géographie 105 (587): σελ. 32-46. .
  6. Sophie Bouffier, Dominique Garcia (2014). Les territoires de Marseille antique. Errance. σελ. 214. .
  7. Μελέτη της οποίας ένας εκ των συνυπεύθυνων ήταν ο Ζακ Κιαρονί, διευθυντής του Γαλλικού Κέντρου Αίματος της Μασσαλίας, ενώ δημοσιεύτηκε στο Molecular Biology and Evolution, http://bmcevolbiol.biomedcentral.com/articles/10.1186/1471-2148-11-69.
  8. La Provence, 23 Απριλίου 2011.
  9. Hermary, Hesnard & Tréziny 1999, σελ. 37-39.
  10. Mariéton, Paul (1894). La Terre provençale, journal de route. Paris: Alphonse Lemerre.  διαθέσιμο στο Gallica.
  11. M. Bouiron et L.-F. Gantès, « La Topographie initiale de Marseille » στο Bouiron & Tréziny 2001, σελ. 23-34.

Εξωτερικός Σύνδεσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]