Αλμπέρικ Α΄ του Σπολέτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλμπέρικ Α΄ του Σπολέτο
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση9ος αιώνας
Θάνατος924
Όρτε
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΜαροζία
ΤέκναΑλμπέρικ Β΄ του Σπολέτο

Ο Αλμπέρικ Α΄ (απεβ. π. 925) από τον Οίκο του Τούσκουλου ήταν ο Λομβαρδός δούκας του Σπολέτο μεταξύ 896 και 900 έως το 920, 922 ή περίπου εκεί. Ήταν επίσης μάργραβος του Καμερίνο και γαμπρός του Θεοφύλακτου Α΄, κόμη του Τούσκουλουμ, του πιο ισχυρού άνδρα στη Ρώμη.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμφανίζεται για πρώτη φορά ως ακόλουθος στον Γουίδων Γ΄ του Σπολέτο στη μάχη της Τρέμπια το 889. Μπορεί αργότερα να ήταν ο κόμης του Φέρμο, αλλά όποια και αν ήταν η περίπτωση, διαδέχθηκε στο Σπολέτο μετά τη δολοφονία του δούκα Γουίδων Δ΄.

Αναγνωρίστηκε σύντομα από τον βασιλιά Βερεγγάριο Α΄, με τον οποίο πολέμησε τους Μαγυάρους το 899 ή το 900.

Ο Θεοφύλακτος κόμης του Τούσκουλου, στους Αλβανούς λόφους νοτιοανατολικά της Ρώμης υπηρετούσε ως παλατινός δικαστής (palatinw iudex ή αρχηγός της πολιτοφυλακής) [1] για τον βασιλιά Λουδοβίκο Γ΄ των Φράγκων. Παρέμεινε στη Ρώμη, διοικώντας μία ομάδα στρατιωτών μετά την επιστροφή του βασιλιά στην Προβηγκία το 902 και ήταν εξέχων στην ανατροπή του αντιπάπα Χριστόφορου τον Ιανουάριο του 904. Μαζί με τον Αλμπέρικ εξασφάλισαν τη διαδοχή του πάπα Σέργιου Γ΄. Υπό τον Σέργιο Γ΄, ο Θεοφύλακτος έγινε sacri palatii vestararius και magister militum. Καθώς με το πρώτοαξίωμα επέβλεπε τις ακροάσεις και με το δεύτερο επέβλεπε τους στρατιώτες, ο Θεοφύλακτος είχε τον αποτελεσματικό έλεγχο της πόλης. [2] Ο Θεοφύλακτος ήταν νυμφευμένος με τη Θεοδώρα και απέκτησαν δύο κόρες: τη Μαροζία και τη Θεοδώρα. Το 909 η Mαροζία παντρεύτηκε τον Aλμπέρικ Α΄. Αυτή η συμμαχία με τους Tουσκουλανούς ήταν πολύ επωφελής και έλαβε τον τίτλο του πατρικίου των Ρωμαίων (patricius Romanorum).

Αν και ο Αλμπέρικ ήταν υποστηρικτής του Πάπα Σέργιου Γ΄, γύρω στο 906, όταν ο πάπας συμφώνησε να στέψει τον Βερεγγάριο ως βασιλιά των Φράγκων, ο Αλμπέρικ συμμάχησε με τον γείτονά του, τον Αδαλβέρτο Β΄ μάργραβο της Τοσκάνης. Μαζί οι συνδυασμένες δυνάμεις τους απέκλεισαν τον δρόμο, εμποδίζοντας τον Βερεγγάριο να φτάσει στη Ρώμη.

Ο Αλμπέρικ ήταν μάργραβος του Καμερίνο [3] και δούκας του Σπολέτο. [3] Ήταν ένας από τους ηγέτες της Χριστιανικής Ένωσης, που νίκησε τους Σαρακηνούς στη μάχη του Γκαριλιάνo τον Ιούνιο του 915. [4] Οδήγησε τα στρατεύματά του από το Σπολέτo και το Καμερίνo μαζί με αυτά του Θεοφύλακτου του Τούσκουλου για να ενωθούν με τον πάπα Ιωάννη Ι΄ —και το σώμα του από το Λάτιο και τον Aδελβέρτο της Τοσκάνης— και τον Nικόλας Πιτσίνλι, τον στρατηγό του Μπάρι, επικεφαλής των Βυζαντινών δυνάμεων και των Λομβαρδών και Ελλήνων πριγκίπων του Νότου: Γκουαίϊμάρ Β΄ του Σαλέρνο, Λάντουλφ Α΄ του Μπενεβέντο, Ατένουλφ της Κάπουα, Ιωάννη Β΄ της Νάπολης και ο μετέπειτα Ντοσιμπίλις Β΄ της Γαέτα, και ο Γρηγόριος Δ΄ και ο μετέπειτα Ιωάννης Β΄ της Νάπολης. Ακόμη και ο Βερεγγάριος έστειλε ένα σώμα από την μαρκιωνία του Φρίουλι. Η μάχη πήγε περίφημα και πολλοί μικροπρίγκιπες έλαβαν τίτλους μεγάλης τιμής. Ο Αλμπέρικ διορίστηκε ύπατος της Ρώμης το 917.

Έγινε, όμως, τύραννος στην Αιώνια Πόλη και οι άνθρωποι και ο πάπας τον έδιωξαν. Στη συνέχεια δολοφονήθηκε στο Όρτε μεταξύ 924 και 926, πιθανώς λόγω της εξάρτησής του από επιδρομείς Ούγγρους, που υποστήριζαν τη δύναμή του. Οι ημερομηνίες της πτώσης και του τέλους του είναι εξίσου αβέβαιες με αυτές της ανόδου του. Εμφανίζεται για τελευταία φορά σε ένα έγγραφο του 917, το Liber largetitorius του αβαείου Φάρφα. Είχε τέσσερις ή πέντε γιους από τη Μαροζία:

Ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας λέει, ότι ο πρώτος γιος της Μαροζίας, ο οποίος αργότερα έγινε πάπας Ιωάννης ΙΔ΄, ήταν νόθος: ήταν το αποτέλεσμα μίας σχέσης με τον πάπα Σέργιο Γ΄. Οι επόμενοι σχολιαστές επανέλαβαν αυτήν την αναφορά. Ο Έντουαρντ Γκίμπον λέει, ότι η γέννηση του Ιωάννη το 910, μετά τον γάμο της με τον Aλμπέρικ Α΄, φαίνεται να δείχνει ότι ο Σέργιος Γ΄ δεν ήταν ο πατέρας. [5] Ο Χόρασε Μανν λέει, ότι η αναφορά «...πρέπει να θεωρηθεί ως εξαιρετικά αμφίβολη» και είναι ισχυρισμοί, που γίνονται μόνο από πικρόχολους ή κακώς ενημερωμένους αντιπάλους και δεν συνάδουν με όσα λέγονται από αξιόπιστους σύγχρονους. [6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hinson, E. Glenn. The Church Triumphant: A History of Christianity Up to 1300, Mercer University Press, 1995, (ISBN 9780865544369) p. 358
  2. Williams, George L., Papal Genealogy: The Families and Descendants Of The Popes (2004), p. 11
  3. 3,0 3,1 Mann, Horace K., The Lives of the Popes in the Early Middle Ages, Vol. IV: The Popes in the Days of Feudal Anarchy, 891-999 (1910), pp. 154–155
  4. Squatriti, Paolo. "Garigliano, Battle of", Medieval Italy: an Encyclopedia, (Christopher Kleinhenz, ed.), Routledge, 2004, (ISBN 9781135948801), p. 398
  5. Gibbon, Edward, Milman, H. H., The History of the Decline and Fall of the Roman Empire, with Notes Vol. 3 (1841), pg. 518
  6. Mann, Horace. "Pope Sergius III." The Catholic Encyclopedia Vol. 13. New York: Robert Appleton Company, 1912. 23 September 2017

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιταλική αριστοκρατία
Προκάτοχος
{{{πριν}}}
{{{τίτλος}}} Διάδοχος
Boniface I
Κενό {{{τίτλος}}} Διάδοχος
Alberic II