Αλεξάνδρεια στην Παρθυηνή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πόλεις που ιδρύθηκαν από τον Μέγα Αλέξανδρο

Η Αλεξάνδρεια στην Παρθυηνή ή Αλεξάνδρεια η εν Παρθυηνή ή Αλεξανδρούπολις στην Παρθυηνή ήταν ελληνιστική πόλη στην Παρθυηνή. Οικοδομήθηκε το 330 π.Χ., σε τοποθεσία, άγνωστη προς το παρόν, (πιθανόν κοντά στην σημερινή πόλη Σαχρούντ, στο βόρειο Ιράν.

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το διάστημα αυτό ιδρύθηκε το 330 π.Χ. και η Αλεξάνδρεια η εν Παρθυηνή, η οποία στη συνέχεια ονομαζόταν και Αλεξανδρούπολη (αρχαία ελληνικά: Ἀλεξάνδρου πόλις>Αλεξανδρούπολις).

  • Όπως και στις άλλες πόλεις, με παρόμοια χαρακτηριστικά (δηλαδή: ελληνιστικό φυλάκιο στην Κεντρική Ασία), που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος, εγκαταστάθηκαν βετεράνοι (συνταξιούχοι ή τραυματίες) του Μακεδονικού Στρατού.

Εκτιμήσεις περί της τοποθεσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανοικοδόμηση της Αλεξάνδρειας στην Παρθυηνή έγινε σε τοποθεσία, που προς το παρόν είναι ακόμα άγνωστη, αλλά κάποιοι ερευνητές[4] εκτιμούν ότι πιθανόν και να βρίσκεται κοντά στην σημερινή πόλη Σαχρούντ, στο βόρειο Ιράν.

Πρόσωπα της Αλεξάνδρειας στην Παρθυηνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέσεις επίσης με την πόλη της Αλεξάνδρειας στην Παρθυηνή δείχνουν ότι είχαν και οι:

  • Ο Εύδαμος, ο γιος του Κρατεύα, (που ήταν αξιωματικός στο στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αδελφός του Πείθωνος του «στρατηγού των άνω σατραπειών»), ο οποίος καταγόταν από την Εορδαία και διετέλεσε για κάποιο μικρό μάλλον διάστημα σατράπης της Παρθυηνής.[5]
  • Ο εταίρος Τληπόλεμος, γιος του Πυθοφάνους, που το 330 π.Χ. διορίστηκε, «επίσκοπος» του σατράπη της Παρθυηνής και της Υρκανίας.[6]
  • Επίσης στην περιοχή της Παρθυηνής (ή στην περιοχή της Υρκανίας) πιθανολογείται ότι πέθανε το 330 π.Χ. από ασθένεια και ο συμμαθητής του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Μίεζα και εταίρος, ο Νικάνωρ, που ήταν ο δεύτερος γιος του Παρμενίωνα, (γενική στα αρχαία ελληνικά: Παρμενίωνος) και νεότερος αδελφός του Φιλώτα.[7]
  • Η περιοχή της Παρθυηνής με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια αυτή, είχε κατά την αλεξανδρινή περίοδο εξέχουσα ακμή και πλησίον της κτίσθηκαν και άλλες μακεδονικές πόλεις. Για αυτές τις άλλες πόλεις στην ευρύτερη περιοχής της Παρθυηνής, όπως η Σώτειρα, Καλλιόπη, Χάρις, Εκατόμπυλος, Αχαΐα κάνει αναφορά και ο Αππιανός (στο βιβλίο «Ρωμαϊκών Ιστοριών, τα σωζόμενα»), καθώς και στις πόλεις που έκτισε μεταγενέστερα και προς τιμήν του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο Σέλευκος Α' Νικάτωρ.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Νικόλαος Λωρέντης, «Λεξικόν των Αρχαίων Μυθολογικών, Ιστορικών και Γεωγραφικών Κυρίων Ονομάτων», Βιέννη Αυστρίας 1837, λήμμα για την «Αλεξάνδρεια», σελ. 29. [1].
  2. Γρηγόρης Ζώρζος, οικονομολόγος, «Τα Μεγάλα Έργα στην Εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», (μέρος του βιβλίου «Ναυτικό Μεγάλου Αλεξάνδρου»), στο περιοδικό «Στρατιωτική Επιθεώρηση», Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2005, σελ. 144. Αναφορά σε 35 πόλεις αναφερόμενες ως Αλεξάνδρεια (9/35): «Το 330 π.Χ. κτίσθηκε η Αλεξάνδρεια η εν Παρθυηνή, η οποία στη συνέχεια ονομάζετο ως Αλεξανδρούπολη, χωρίς να γνωρίζουμε την ακριβή τοποθεσία της.» [2] και [3][νεκρός σύνδεσμος]
  3. Δόγας Ι. Μηνάς, «Θησαυρός Μακεδόνων», Αθήνα 2008.Σελ. 227.«Ακόμα και όταν ο Μέγας Αλέξανδρος βρισκόταν στην Παρθυηνή, τη Σογδιανή και τη Βακτριανή, (σήμερα Καζακστάν), παρήγγειλε στον Άρπαλο, το θεματοφύλακά του στα Εκβάτανα, να του στείλει συγγράμματα Ελλήνων ιστορικών και ποιητών. Ο Μέγας Αλέξανδρος έλαβε έργα του ιστορικού Φιλίστου, πολλές από τις τραγωδίες του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου, διθυράμβους του Τελέστου και του Φιλοξένου. Ο Πλούταρχος αναφέρει σχετικά: «Ως Ονησίκριτος ιστόρηκε των δ΄ άλλων βιβλίων ουκ ευπορών εν τοις άνω τόποις, Άρπαλον εκέλευσε πέμψαι, κακείνος έπεμψεν αυτώ τας τε Φιλίστου βίβλους και των Ευριπίδου και Σοφοκλέους και Αισχύλου τραγωδιών συχνάς, και Τελέστου και Φιλοξένου διθυράμβους». (Παράλ. Βίοι, 8). (Ο Ονησίκριτος ήταν κυνικός φιλόσοφος και ιστορικός και καταγόταν από την Αίγινα. Άκμασε τον 4ο π.Χ. αιώνα. Ακολούθησε τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία και έγραψε ιστορία για αυτόν η οποία όμως δεν διασώθηκε)».
  4. Χολέβας Ιωάννης 9/21. «Η Αλεξάνδρεια στην Παρθυηνή ή Αλεξανδρούπολις. Οικοδομήθηκε το 330 π. Χ, σε τοποθεσία κοντά στην σημερινή πόλη Σαχρούντ». (Αναφορά σε 21 πόλεις αναφερόμενες ως Αλεξάνδρεια): Πηγή: Χολέβας Κ. Ιωάννης, «Τα Οικονομικά του Μεγάλου Αλεξάνδρου», σελ. 116-121. Εκδόσεις «Πελασγός», Αθήνα 1994. [4] Αρχειοθετήθηκε 2013-10-13 στο Wayback Machine..
  5. Δόγας Ι. Μηνάς, «Θησαυρός Μακεδόνων», Αθήνα 2008.Σελ. 401. «124. Εύδαμος, υιός του Κρατεύα. Καταγόταν από την Εορδαία. Ήταν αξιωματικός στο στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αδελφός του Πείθωνος «στρατηγού των άνω σατραπειών». Επί μικρόν διάστημα διετέλεσε σατράπης της Παρθυηνής. Εύδαμος. Από το εύ+δάμος<δήμος (=λαός)».
  6. Δόγας Ι. Μηνάς, «Θησαυρός Μακεδόνων», Αθήνα 2008.Σελ. 433-434. «285. Τληπόλεμος, υιός του Πυθοφάνους. Εταίρος. Το 330 π.Χ. διορίστηκε, «επίσκοπος» του σατράπη της Παρθυηνής και της Υρκανίας. Το 325 π.Χ. διορίστηκε σατράπης της Καρμανίας και παρέμεινε έως το 316 π.Χ. Τληπόλεμος. Από το ρήμα τλάω -ώ (= υπομένω, ανέχομαι,τολμώ) + πόλεμος. Ο υπομένων τον πόλεμο. Κατά τη μυθολογία ο Τληπόλεμος ήταν υιός του Ηρακλέους και της Αστυόχης και βασίλευσε στη Ρόδο, όπου κατέφυγε όταν κατά λάθος εφόνευσε το θείο του Λυκύμνιο. Έκτισε τις πόλεις Ιαλυσό, Λίνδο και Κάμειρο. Έλαβε μέρος στην εκστρατεία στην Τροία επικεφαλής εννέα πλοίων. ‘’ Τληπόλεμος δ΄ Ηρακλείδης ηΰς τε μέγας τε εκ Ρόδου εννέα νήας άγεν Ροδίων αγερώχων,’’. (Ιλιάς, Β 653). Ο Τληπόλεμος ο Ηρακλείδης, εφονεύθη στην Τροία από το Σαρπηδόνα. (Ιλιάς, Ε 659)».
  7. Δόγας Ι. Μηνάς, «Θησαυρός Μακεδόνων», Αθήνα 2008.Σελ. 421.«220. Νικάνωρ, υιός του Παρμενίωνος. Ήταν ο δεύτερος υιός του στρατηγού Παρμενίωνος, νεότερος αδελφός του Φιλώτα. Ήταν συμμαθητής του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Μίεζα. Εταίρος. Το 335 π.Χ. έλαβε μέρος στην εκστρατεία στον Δούναβη εναντίον των Γετών επικεφαλής πεζεταίρων. Στη μάχη του Γρανικού ποταμού η θέση του στην παράταξη ήταν δεξιά του Περδίκκα επικεφαλής χιλιαρχίας υπασπιστών. Ως διοικητής των υπασπιστών, έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες που ακολούθησαν (Ισσό, Γαυγάμηλα κ.τ.λ). Πέθανε από ασθένεια στην Υρκανία ή την Παρθυηνή το 330 π.Χ.».
  8. Αππιανού Αλεξανδρέως, «Ρωμαϊκών Ιστοριών τα σωζόμενα», (ελληνικά – λατινικά). Παρίσι 1940. σελ. 202-203. LVII. «(…) πόλεις δε ώκησεν επί το μήκος της αρχής όλης εκκαίδεκα μεν Αντιοχείας επί τω πατρί, πέντε επί τη μητρί Λαοδικείας, εννέα (Σελευκείας) επωνύμους εαυτού, τέσσαρας δ'επί ταις γυναιξί, τρεις Αντιοχείας και Στρατονίκειαν μίαν...τας δε άλλας εκ της Ελλάδος ή Μακεδονίας ωνόμαζεν, ή επί έργοις εαυτού τισιν, ή εις τιμήν Αλεξάνδρου του βασιλέως. Όθεν εστίν εν τη Συρία και τοις υπέρ αυτήν άνω βαρβάροις πολλά μεν Ελληνικών, πολλά δε Μακεδονικών πολισμάτων ονόματα, Βέρροια, Έδεσσα, Πέρινθος, Μαρώνεια, Καλλίπολις, Αχαΐα, Πέλλα, Ωρωπός, Αμφίπολις, Αρέθουσα, Αστακός, Τεγέα, Χαλκίς, Λάρισσα, Ήραια, Απολλωνία. Εν δε τη Παρθυηνή Σώτειρα, Καλλιόπη, Χάρις, Εκατόμπυλος, Αχαΐα. Εν δ' Ινδοίς Αλεξανδρόπολις, εν δε Σκυθία Αλεξανδρέσχατα. Και επί ταις αυτού Σελεύκου νίκαις έστι Νικηφόριόν τε εν τη Μεσοποταμία και Νικόπολις εν Αρμενία τη αγχοτάτω μάλιστα Καππαδοκίας».[5]