Ακίνδυνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ακίνδυνος
Γενικές πληροφορίες
Θάνατος589
Συνθήκες θανάτουανθρωποκτονία και θανατική ποινή
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακυβερνητικός αξιωματούχος
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαηγεμόνας (Χαρράν)

Ο Ακίνδυνος (πέθανε c. 589) ήταν Βυζαντινός κυβερνήτης των Καρρών επί βασιλείας Μαυρικίου (582-602), ο οποίος κατηγορήθηκε για ειδωλολατρισμό και εκτελέστηκε. Οι κύριες πηγές γι' αυτόν είναι κάποια Συριακά χρονικά, ιδίως το Χρονικό του Μιχαήλ Σύρου και το Χρονικό του 1234.[1] Η πηγή και των δύο ήταν το χαμένο χρονικό του Πατριάρχη Αντιοχείας της Συριακής Εκκλησίας Διονυσίου Α'.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ακίνδυνος φέρεται να ήταν κυβερνήτης των Καρρών (Χαρράν) στην Οσροηνή της Μεσοποταμίας. Ο όρος που χρησιμοποιείται στις πηγές είναι "ηγεμόνας", που συνήθως σημαίνει πολιτικός διοικητής, οι πολιτικοί όμως διοικητές της Οσροηνής συνήθως έδρευαν στην Έδεσσα. Ο Ακίνδυνος πιθανώς να ήταν στρατιωτικός διοικητής της Οσροηνής ο οποίος έδρευε στη μικρότερη πόλη των Καρρών.[1]

Τα Συριακά χρονικά συμφωνούν ως προς το ότι ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Μαυρίκιος εξουσιοδότησε το Στέφανο, Επίσκοπο των Καρρών, να καταδιώξει τους ειδωλολάτρες της περιοχής του. Κατά τη διάρκεια της δίωξης, στους κατηγορουμένους δόθηκε η επιλογή ανάμεσα στον εξαναγκαστικό εκχριστιανισμό και την εκτέλεση. Ο Ακίνδυνος, ο οποίος δημοσίως ήταν Χριστιανός, κατηγορήθηκε από το γραφέα/γραμματέα του Ιυάριο (αλλού ονομάζεται Ονόριος) ως κρυπτο-παγανιστής.[1][2]

Ο Στέφανος εκτέλεσε τον Ακίνδυνο, είτε δια σταύρωσης είτε δι' ανασκολοπισμού. Τον διαδέχθηκε στη θέση του κυβερνήτη ο κατήγορός του Ιυάριος.[1][2]

Στο Μιχαήλ Σύρο βρίσκουμε περαιτέρω πληροφορίες για τον Ιυάριο: αναφέρει πως ο Ιυάριος πιθανώς γεννήθηκε στην Αρμενία, και εγκαταλείφθηκε από τους γονείς του ως παιδί. Μεγάλωσε και μαθήτευσε ως γραφέας στην περιοχή της Ασιατικής Νικόπολεως.[2]

Ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα χρονολογούνται γύρω στο 589. Ο John Liebeschuetz τα συνδέει με ένα κύμα διωγμών ενάντια στους εθνικούς που ξεκίνησε το 578. Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' (527565) ξεκίνησε την αναζήτηση κρυπτο-παγανιστών ανάμεσα στους δεδηλωμένους Χριστιανούς της Αυτοκρατορίας. Αλλά η επιβολή των συγκεκριμένων νόμων ήταν σπασμωδική, με περιόδους έντονων διωγμών ακολουθούμενων από περιόδους όπου δεν αναζητούντο ύποπτοι. Το 578, οι Βυζαντινές αρχές έλαβαν αναφορές για επικείμενη στάση κρυπτο-παγανιστών στην Ηλιόπολη του Λιβάνου. Στο Θεόφιλο, έναν πολιτικό ο οποίος είχε ήδη αντιμετωπίσει στάσεις Ιουδαίων και Σαμαρειτών ανατέθηκε ο διωγμός των κρυπτο-παγανιστών. Ύποπτοι συνελήθησαν, ανακρίθηκαν με βασανισμό, και εξαναγκάστηκαν να καταδόσουν και άλλους υποτιθέμενους ειδωλολάτρες. Σύντομα, ο Θεόφιλος είχε μια λίστα ονομάτων, στην οποία συμπεριλαμβανόταν ονόματα επιφανών πολιτών των ανατολικών επαρχιών της Αυτοκρατορίας. Από εκεί, ο διωγμός επεκτάθηκε σε άλλες περιοχές της Βυζαντινής οικουμένης.[3]

Ο Θεόφιλος επισκέφθηκε ο ίδιος την Έδεσσα κατά τη διάρκεια των ερευνών. Ισχυρίστηκε πως διέκοψε μια θυσία στον Δία μέσα στην πόλη. Έπειτα συνέλαβε τον Ανατόλιο, επαρχιακό κυβερνήτη της Οσροηνής, και το Θεόδωρο, το δεύτερο στην τοπική ιεραρχία. Μεταφέρθηκαν πρώτα να Αντιόχεια για την ανάκρισή τους και, από εκεί, στην Κωνσταντινούπολη για να δικαστούν. Ο Liebeschuetz θεωρεί πως πρόκειται για κανονικό "κυνήγι μαγισσών", όπου ο καθένας μπορεί να είναι ύποπτος. Επισημαίνει ότι πολλοί από τους εκτελεσθένες για ειδωλολατρισμό μάλλον ήταν αληθινοί Χριστιανοί.[3] Ο Michael Maas, αντίθετα, υποστηρίζει πως η παρουσία εθνικών σε Βυζαντινά αστικά κέντρα του 6ου αιώνα είναι αδιαμφισβήτητη,[4] ενώ ο Michael Whitby επισημαίνει πως αυτό αποδεικνύεται από την περίπτωση της Ηλιοπόλεως, και πως επίσης, σύμφωνα με το βίο του Συμεών Θαυμαστορείτου, υπήρχαν την ίδια περίοδο εθνικοί στην περιοχή της Αντιοχείας, κάποιοι από τους οποίος μάλιστα επισκέφθηκαν το Χριστιανό ερημίτη για να ζητήσουν τη συμβουλή του.[5]

Ο Liebeschuetz και άλλοι σύγχρονοι ιστορικοί σημειώνουν την ανάμειξη των Μονοφυσιτών στα γεγονότα. Ο τελευταίος Αυτοκράτορας που τους ευνόησε ήταν ο Αναστάσιος Α' (491518), και, θεωρούμενοι αιρετικοί από το 518 και έπειτα, "οι ναοί και τα μοναστήρια τους [...] μπορούσαν να κατασχεθούν ελεύθερα, και οι επίσκοποί τους να εξοριστούν και να φυλακιστούν". Παρά τους διωγμούς εναντίον τους από το καθεστώς, συμμετείχαν με ενθουσιασμό στο κυνήγι των κρυπτο-ειδωλολατρών. Προφανώς το είδαν ως ευκαιρία να δυσφημίσουν τους εχθρούς τους, αφού πολλοί από τους υπόπτους τύχαινε να είναι επιφανείς Χαλκηδόνιοι. Για παράδειγμα, ο Γρηγόριος, Πατριάρχης Αντιοχείας (571593) κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε ανθρώπινη θυσία με μαντικό σκοπό.[3]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Martindale, Jones & Morris, 1992, σελ. 10-11.
  2. 2,0 2,1 2,2 Palmer, Brock & Hoyland 1993, σελ. 114-115 (συμπεριλαμβανομένων των υποσημειώσεων).
  3. 3,0 3,1 3,2 Liebeschuetz 2001, σελ. σελ. 263-265 (συμπεριλαμβανομένων των υποσημειώσεων).
  4. Maas 1992, σελ. σελ. 72.
  5. Whitby 2000, σελ. σελ. 277-285 (συμπεριλαμβανομένων των υποσημειώσεων).

Sources[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Acindynos (Karrhae) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).