Αθανάσιος Συρόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αθανάσιος Συρόπουλος
Γενικές πληροφορίες
Θάνατος 1856
Αταλάντη Φθιώτιδας
Υπηκοότητα Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα στρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχες Ελληνική Επανάσταση του 1821
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Φιλικός

Ο Αθανάσιος Συρόπουλος ή Σύρος (; - 1856)[1] ήταν οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 από τη Μπόστιανη (Ριζώματα) Ημαθίας.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αθανάσιος Συρόπουλος γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στη Μπόστιανη (Ριζώματα) Ημαθίας. Ήταν γιος του αρματολού Σπυρίδωνα Συρόπουλου και αδελφός του οπλαρχηγού Γεωργίου Συρόπουλου και κατάγονταν από παλιά Βυζαντινή οικογένεια της Ημαθίας[2][3]. Στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν αρματολός των Χασίων με έδρα την Σκούλιαρη (Αγία Κυριακή) Σερβίων & Βελβεντού Κοζάνης (το αρματολίκι των Συραίων χρονολογείται από το 1760) και της περιοχής Μακεδονίδας με έδρα την Κόκκοβα (Πολύδενδρο).[2] Το 1812 μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1806–1812), ένωσε τις δυνάμεις με άλλους κλεφταρματωλούς της περιοχής, στον Όλυμπο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Αλή πασά. Οι Συραίοι τότε, κατάφεραν να ξεφύγουν και να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη. Οι επιχειρήσεις αυτές κατέληξαν τελικά στην καταστροφή των Λαζαίων. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 ξεσήκωσε την περιοχή των Πιερίων σε επανάσταση, κατόπιν συνεννόησης με τον Δημήτριο Υψηλάντη[2]. Συμμετείχε στις επιχειρήσεις της Νάουσας και μετά την καταστροφή της πόλης, δημεύτηκε η περιουσία του και αιχμαλωτίστηκε η οικογένειά του. Η αδελφή του Αριστέρα, φυλακίστηκε στην Παλαιά Ζαγορά της Ανατολικής Ρωμυλίας (έως το 1865).[2] Προσέφυγε κατόπιν, στις Σποράδες. Στη συνέχεια πολέμησε καθ' όλη τη διάρκεια της επανάστασης σε διάφορες επιχειρήσεις στην Εύβοια, τη Στερεά Ελλάδα και αλλού.[3] Το 1823 ανακηρύχτηκε χιλίαρχος[1]. Το 1827 επέστρεψε στη Μακεδονία και μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο και τους οπλαρχηγούς Διαμαντή Νικολάου, τον αδελφό του, Κώστα, τον Τόλιο Λάζο και Θεόδωρο Ζιάκα, ζήτησαν από την Ελληνική κυβέρνηση υλική υποστήριξη και έμψυχο δυναμικό, προκειμένου να εξεγερθούν εκ νέου κατά των Οθωμανών, στην περιοχή. Ζήτησαν μάλιστα από τον Δημήτριο Υψηλάντη, να μεταβεί στον Όλυμπο, χωρίς όμως κάποια θετική ανταπόκριση.[4] Πέθανε το 1856 στην Αταλάντη, όπου ζούσε ο γιος του Σπύρος (γεννηθείς το 1830).[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]