Αγαύη (γένος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αγαύη
Αγαύη η αμερικανική
Αγαύη η αμερικανική
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Μονοκότυλα (Monocots)
Τάξη: Ασπαραγώδη (Asparagales)
Οικογένεια: Ασπαραγίδες (Asparagaceae)
Υποοικογένεια: Αγαυοειδή (Agavoideae)
Γένος: Αγαύη (Agave)
L.

Η Αγαύη (Agave) είναι γένος μονοκοτυλήδονων φυτών ιθαγενών στις καυτές και άνυδρες περιοχές της Αμερικής, αν και ορισμένα είδη Αγαύης είναι επίσης αυτόχθονα σε τροπικές περιοχές της Νότιας Αμερικής. Το γένος Αγαύη (από την αρχαία ελληνική αγαυή, που σημαίνει ευγενής)[1] είναι κυρίως γνωστό για τα παχύφυτα και ξεροφυτικά είδη του που σχηματίζουν συνήθως μεγάλους ρόδακες από δυνατά, σαρκώδη φύλλα.[2]

Τα φυτά αυτού του γένους μπορεί να θεωρηθούν πολυετή, επειδή χρειάζονται αρκετά έως πολλά χρόνια για να ωριμάσουν και να ανθίσουν.[3][4] Ωστόσο, τα περισσότερα είδη Αγαύης περιγράφονται με μεγαλύτερη ακρίβεια ως μονοκαρπικοί ρόδακες ή πολυετείς, αφού κάθε μεμονωμένη ροζέτα ανθίζει μόνο μία φορά και μετά πεθαίνει. ένας μικρός αριθμός ειδών Αγαύης είναι πολυκαρπικοί.[3][4] Τα λουλούδια θεωρούνται βρώσιμα σε πολλές γηγενείς γαστρονομικές παραδόσεις της Μεσοαμερικής.

Μαζί με φυτά από τα στενά συγγενικά γένη Γιούκα, Εσπερογιούκα και Εσπεραλόη , διάφορα είδη Αγαύης είναι δημοφιλή καλλωπιστικά φυτά σε ζεστά, ξηρά κλίματα, καθώς απαιτούν πολύ λίγο συμπληρωματικό νερό για να επιβιώσουν.[4] Τα περισσότερα είδη Αγαύης αναπτύσσονται πολύ αργά.[2] Μερικά είδη Αγαύης είναι γνωστά με την κοινή ονομασία «αθάνατοι».[5]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χυμώδη φύλλα των περισσότερων ειδών Αγαύης έχουν αιχμηρά περιθωριακά δόντια, που σχηματίζουν εξαιρετικά αιχμηρά τερματικά αγκάθια και είναι πολύ ινώδη στο εσωτερικό τους.[4] Το στιβαρό στέλεχος είναι συνήθως εξαιρετικά κοντό, γεγονός που μπορεί να κάνει το φυτό να φαίνεται σαν να είναι χωρίς στέλεχος.

Οι ρόδακες αγαύης είναι ως επί το πλείστον μονοκαρπικοί, αν και ορισμένα είδη είναι πολυκαρπικά.[3] Κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας, ένα ψηλό στέλεχος, που μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 12 μέτρα,[6] μεγαλώνει στην κορυφή από το κέντρο της ροζέτας και φέρει μεγάλο αριθμό κοντά, σωληνοειδή άνθη και μερικές φορές βολβούς που παράγονται με βλάστηση (μια μορφή άφυλης αναπαραγωγής). Μετά την επικονίαση / γονιμοποίηση και την επακόλουθη ανάπτυξη του καρπού, στα μονοκαρπικά είδη, η αρχική ροζέτα πεθαίνει. Ωστόσο, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής πολλών ειδών Αγαύης, αναπτύσσονται νέοι βλαστοί πάνω από τις ρίζες στη βάση της ροζέτας.[3]  Αυτοί βλαστοί συνεχίζουν να σχηματίζουν νέα φυτά αφού η αρχική ροζέτα αποξηρανθεί και πεθάνει.[3]  Δεν παράγουν όλες οι αγαύες βλαστούς κατά τη διάρκεια της ζωής τους.[3]  Ορισμένες ποικιλίες μπορούν να ζήσουν για 60 χρόνια πριν ανθίσουν.[6]

Οι αγαύες μπορούν να συγχέονται με τους κάκτους ή την αλόη, αλλά παρόλο που όλα αυτά τα φυτά φέρουν παρόμοιες μορφολογικές προσαρμογές σε άνυδρα περιβάλλοντα (π.χ. είναι παχύφυτα), κάθε ομάδα ανήκει σε διαφορετική οικογένεια φυτών και πιθανώς είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης.[7] Περαιτέρω, οι γενεαλογίες των κάκτων (Κακτώδη) και παχύφυτων (Κρασσουλίδες) είναι ευδικοτυλίδονα, ενώ η αλόη (Ασφοδελίδες) και η αγαύη (Ασπαραγγίδες) είναι μονοκοτυλήδονα.

Τα είδη αγαύης αποτελούν τροφή για τις προνύμφες ορισμένων ειδών Λεπιδόπτερων (πεταλούδες και νυχτοπεταλούδες).

Προσαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ριζικό σύστημα της αγαύης, που αποτελείται από ένα δίκτυο ρηχών ριζωμάτων, επιτρέπει στην αγαύη να συλλαμβάνει αποτελεσματικά την υγρασία από τη βροχή, τη συμπύκνωση και τη δροσιά. Εκτός από την ανάπτυξη από σπόρους, οι περισσότερες αγαύες παράγουν καταβολάδες. Η Agave vilmoriniana (αγαύη χταπόδι) παράγει εκατοντάδες καταβολάδες από τον ανθισμένο μίσχο του. Τα φύλλα της αγαύης αποθηκεύουν το νερό του φυτού και είναι ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση της ύπαρξής του. Η επικαλυμμένη επιφάνεια του φύλλου εμποδίζει την εξάτμιση. Τα φύλλα έχουν επίσης αιχμηρές, αγκαθωτές άκρες. Τα αγκάθια αποθαρρύνουν τα αρπακτικά να φάνε το φυτό ή να το χρησιμοποιήσουν ως πηγή νερού και είναι τόσο σκληρές που οι αρχαίοι λαοί τις χρησιμοποιούσαν ως βελόνες ραψίματος. Ο χυμός είναι όξινος. Μερικές αγαύες ανθίζουν σε ύψος έως και 10 μέτρων έτσι ώστε να είναι μακριά από τα ζώα που μπορεί να τους επιτεθούν. Τα μικρότερα είδη, όπως η Agave lechuguilla, έχουν μικρότερους ανθισμένους μίσχους.

Ταξονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γένος Αγαύη περιγράφηκε από τον Λινναίο το 1753, αρχικά με τέσσερα είδη. Το πρώτο που αναφέρεται ήταν η Αγαύη η αμερικανική (Agave americana), τώρα το τυπικό είδος του γένους. Στο σύστημα Κρονκίστ και σε άλλα, η Αγαύη τοποθετήθηκε στην οικογένεια Αμαρρυλίδων (Liliaceae), αλλά οι φυλογενετικές αναλύσεις των αλληλουχιών DNA αργότερα έδειξαν ότι δεν ανήκε εκεί. Στο σύστημα APG II, η Αγαύη τοποθετήθηκε στη διαχωρισμένη οικογένεια Αγαυίδες (Agavaceae). Όταν αυτό το σύστημα αντικαταστάθηκε από το σύστημα APG III το 2009, οι Αγαυίδες εντάχθηκαν στη διευρυμένη οικογένεια Ασπαραγγίδων (Asparagaceae) και η Αγαύη αντιμετωπίστηκε ως ένα από τα 18 γένη στην υποοικογένεια Αγαυοειδή (Agavoideae), μια τοποθέτηση που διατηρήθηκε στο σύστημα APG IV του 2016

Είδη που καλλιεργούνται συνήθως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά είδη που καλλιεργούνται συνήθως περιλαμβάνουν Agave americana, Agave angustifolia, Agave tequilana, Agave attenuata , Agave parviflora, Agave murpheyi, Agave vilmoriniana, Agave palmeri, Agave parryi και Agave victoriae-reginae

Μια σειρά από αγαύες σε άνθιση στην περιοχή Καρόο της Νότιας Αφρικής: Οι ταξιανθίες των φυτών είναι ευδιάκριτες.

Ένα από τα πιο γνωστά είδη είναι η A. americana, ιθαγενής της τροπικής Αμερικής. Το κοινό του όνομα είναι αθάνατος και αναφέρεται στο μεγάλο χρονικό διάστημα που χρειάζεται το φυτό για να ανθίσει. Ο αριθμός των ετών πριν από την ανθοφορία εξαρτάται από το σθένος του μεμονωμένου φυτού, τον πλούτο του εδάφους και το κλίμα. Αυτά τα χρόνια το φυτό αποθηκεύει στα σαρκώδη φύλλα του τη τροφή που απαιτείται για την ανθοφορία.

Η A. americana εισήχθη στη νότια Ευρώπη περίπου στα μέσα του 16ου αιώνα και τώρα έχει εγκλιματιστεί καθώς και καλλιεργείται ευρέως ως διακοσμητικό, όπως συμβαίνει στην Αμερική. Στις ποικιλόμορφες μορφές, το φύλλο έχει λευκή ή κίτρινη περιθωριακή ή κεντρική λωρίδα. Το φυτό αναφέρεται ότι είναι ανθεκτικό σε θερμοκρασίες έως -9,5 έως -6,5 °C ή Ζώνη 8b 15-20f.[8][9] Όντας παχύφυτα, τείνουν να σαπίσουν εάν διατηρούνται πολύ υγρά. Σε περιοχές όπως ο Βορειοδυτικός Ειρηνικός της Αμερικής, μπορεί να είναι ανθεκτικά στις κρύες θερμοκρασίες του χειμώνα, αλλά χρειάζονται προστασία από τη χειμερινή βροχή. Ωριμάζουν πολύ αργά και πεθαίνουν μετά την ανθοφορία, αλλά πολλαπλασιάζονται εύκολα με τις παραφυάδες από τη βάση του στελέχους.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίνες μέσα σε ένα φύλλο αγαύης (Agave parryi)

Τα τέσσερα κύρια βρώσιμα μέρη της αγαύης είναι τα άνθη, τα φύλλα, οι μίσχοι ή οι ροζέτες στη βάση και ο χυμός (στα ισπανικά: aguamiel, που σημαίνει «μελόνερο»).[10]

Κάθε φυτό αγαύης παράγει πολλά κιλά βρώσιμα άνθη κατά την ανθοφορία του. Τα κοτσάνια, που είναι έτοιμα το καλοκαίρι, πριν την άνθηση, ζυγίζουν πολλά κιλά το καθένα. Ψημένα, είναι γλυκά και μπορούν να μασηθούν για να εξαχθεί το aguamiel, όπως στο ζαχαροκάλαμο. Όταν στεγνώσουν, τα κοτσάνια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή ντιτζεριντού. Τα φύλλα μπορούν να συλλεχθούν το χειμώνα και την άνοιξη, όταν τα φυτά είναι πλούσια σε χυμό, για κατανάλωση. Τα φύλλα πολλών ειδών αποδίδουν επίσης ίνες, για παράδειγμα, η Agave sisalana, γνωστή και ως σιζάλ, και η Agave decipiens. Η Agave americana είναι η πηγή ινών πίτας και χρησιμοποιείται ως ινώδες φυτό στο Μεξικό, στις Δυτικές Ινδίες και στη νότια Ευρώπη.

Κατά την ανάπτυξη της ταξιανθίας, ο χυμός ορμάει στη βάση του μίσχου του νεαρού λουλουδιού. Το σιρόπι αγαύης (κοινώς αποκαλούμενο νέκταρ αγαύης), ένα γλυκαντικό που προέρχεται από το χυμό, χρησιμοποιείται ως εναλλακτική λύση στη ζάχαρη στο μαγείρεμα και μπορεί να προστεθεί στα δημητριακά πρωινού ως συνδετικός παράγοντας.[11] Το γλυκαντικό αγαύης διατίθεται στο εμπόριο ως φυσικό και φιλικό προς το διαβήτη, χωρίς να αυξάνει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.[12] Ωστόσο, εκχυλίσματα από φύλλα αγαύης βρίσκονται υπό προκαταρκτική έρευνα για την πιθανή χρήση τους ως πρόσθετα τροφίμων.[13]

Ο χυμός της A. americana και άλλων ειδών χρησιμοποιείται στο Μεξικό και τη Μεσοαμερική για την παραγωγή πούλκε (pulque), ενός αλκοολούχου ποτού. Ο βλαστός λουλουδιών κόβεται και ο χυμός συλλέγεται και στη συνέχεια ζυμώνεται. Με απόσταξη, παρασκευάζεται ένα απόσταγμα που ονομάζεται μεσκάλ. Μια από τις πιο γνωστές μορφές μεσκάλ είναι η τεκίλα, από την Agave tequilana ή Agave tequilana var. azul.[2] Η Agave angustifolia χρησιμοποιείται ευρέως στην παραγωγή μεσκάλ, αν και τουλάχιστον 10 άλλα είδη αγαύης έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί.[2]

Η αγαύη είναι μια πολύτιμη τροφή για τις μέλισσες λόγω της μεγάλης περιόδου ανθοφορίας του. Όπως και κατά τη διάρκεια έλλειψης της γύρης, οπότε τους είναι ιδιαιτέρως ελκυστική. Ωστόσο, το μέλι που παράγεται είναι σκοτεινό και έχει έντονη και δυσάρεστη γεύση.[14]

Η αγαύη, μπορεί να αποσταχθεί προκειμένου να παραχθεί ένα λικέρ τύπου τεκίλα ΄(tequila).[15]

Τα φύλλα του φυτού της αγαύης χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστεί νήμα για σανδάλια στη Νότια Αμερική.

Στις αρχές του 1950, το σιζάλ που είναι αγαύη, χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή κορτιζόνης.[16]

Χαλιά

Παρά την αντοχή των νημάτων για την οποία είναι γνωστό το σιζάλ, τα ελαφρά ψάθινα χαλιά από σιζάλ, μπορεί να τοποθετηθούν σε σημεία με υψηλή κίνηση.[17] Το χαλί από σιζάλ δεν δημιουργεί στατικό (ηλεκτρισμό) ούτε παγιδεύει τη σκόνη, έτσι η μόνη συντήρηση που απαιτείται, είναι αυτή της ηλεκτρικής σκούπας. Στα σημεία όπου έχει χυθεί κάτι, πρέπει να αντιμετωπίζονται με ένα σφραγιστικό ινών, για την επιτόπου αφαίρεσή των, συνιστάται σκόνη στεγνού καθαρισμού. Ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες, το σιζάλ θα απορροφήσει ή θα αποδεσμεύσει την υγρασία του αέρα, προκαλώντας διαστολή ή συστολή. Το σιζάλ δεν συνιστάται για περιοχές όπου υπάρχουν βροχές ή χιόνια.[17] Το σιζάλ χρησιμοποιείται από μόνο του σε χαλιά ή σε μίγματα με μαλλί και ακρυλικά για μια μαλακότερη υφή.[18]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «agave - Wiktionary». en.wiktionary.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2019. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Gentry, Howard S. (1982). Agaves of Continental North America. Tucson, Arizona: The University of Arizona Press. ISBN 978-0-8165-0775-7. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Gentry, Howard S. (1982). Agaves of Continental North America. Tucson, Arizona: The University of Arizona Press. ISBN 978-0-8165-0775-7. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Irish, Mary (2000). Agaves, yuccas, and related plants : a gardener's guide. Irish, Gary. Portland, Or.: Timber Press. ISBN 978-0881924428. 
  5. Bailey, L.H.; Bailey, E.Z.; the staff of the Liberty Hyde Bailey Hortorium. 1976.
  6. 6,0 6,1 The Young people's encyclopedia of the United States. Shapiro, William E. Brookfield, Conn.: Millbrook Press. 1993. ISBN 1-56294-514-9. 
  7. Males, Jamie (2017). «Secrets of succulence». Journal of Experimental Botany 68 (9): 2121–2134. doi:10.1093/jxb/erx096. PMID 28369497. 
  8. «Agave americana». Missouri Botanical Garden. 
  9. «USDA Plant Hardiness Zone». 
  10. Davidson, Alan (1999). The Oxford Companion to Food. Oxford: Oxford University press. ISBN 978-0-19-211579-9. 
  11. Chomka, Stefan (30 July 2007). «Dorset Cereals». The Grocer. http://www.thegrocer.co.uk/articles.aspx?page=independentarticle&ID=120966. Ανακτήθηκε στις 16 January 2011. 
  12. «Agave Nectar: A Sweetener That Is Even Worse Than Sugar?». Healthline (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2019. 
  13. López-Romero, Julio Cesar; Ayala-Zavala, Jesús Fernando; González-Aguilar, Gustavo Adolfo; Peña-Ramos, Etna Aida; González-Ríos, Humberto (2018). «Biological activities of Agave by-products and their possible applications in food and pharmaceuticals». Journal of the Science of Food and Agriculture 98 (7): 2461–2474. doi:10.1002/jsfa.8738. ISSN 0022-5142. PMID 29023758. 
  14. Fichtl & Adi 1994, Hepburn & Radloff 1998
  15. [1]
  16. [2], ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2018
  17. 17,0 17,1 «The Sisal plant». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 12 Ιουλίου 2010. 
  18. Kadolph, Sara J and Ann L Langford (2002). Textiles (Ninth έκδοση). New Jersey: Person Education, Inc. ISBN 0-13-025443-6.