Ντιντζεριντού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτόχθονας της Αυστραλίας παίζει ντιντζεριντού.

Το ντιντζεριντού (didgeridoo ή didjeridu) είναι πνευστό μουσικό όργανο. Αναπτύχθηκε από ιθαγενείς της βόρειας Αυστραλίας πιθανώς πριν από 1.000 ως 1.500 χρόνια, και σήμερα η χρήση του έχει εξαπλωθεί παγκοσμίως. Αν και ξύλινο, ταξινομείται από τους μουσικολόγους ως χάλκινο αερόφωνο.[1]

Το ντιντζεριντού έχει συνήθως σχήμα κυλίνδρου ή πολύ μακρόστενου κώνου και έχει μήκος από ένα μέχρι τρία μέτρα, με τα περισσότερα στο 1 έως 1,5 μέτρο. Γενικώς, όσο μακρύτερο είναι το πνευστό, τόσο βαρύτερος είναι ο ήχος, ωστόσο τα όργανα με πλατύ άνοιγμα παίζουν υψηλότερους τόνους, με ήχο παρόμοιο της τρομπέτας.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχουν αξιόπιστες πηγές για την χρονική περίοδο που εφευρέθηκε το ντιντζεριντού. Αρχαιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι οι κάτοικοι της περιοχής Κακαντού της Βόρειας Αυστραλίας χρησιμοποιούσαν το όργανο εδώ και λιγότερο από χίλια χρόνια, με βάση χρονολόγηση βραχογραφιών. Η καθαρότερη ίσως βραχογραφία, στο Ginga Wardelirrhmeng, στο βόρειο όριο του υψιπέδου της Γης Άρνεμ, από την περίοδο του «γλυκού νερού»[2] (που άρχισε μετά το 500 μ.Χ.)[3], δείχνει έναν οργανοπαίκτη του ντιντζεριντού και δύο τραγουδιστές να συμμετέχουν σε μια τελετή των Ουμπάρ (Ubarr).[4]

Ετυμολογία και άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία «ντιντζεριντού» δεν προέρχεται από τις γλώσσες των ιθαγενών της Αυστραλίας και θεωρείται ηχοπλασία (απόδοση του ήχου του οργάνου). Οι πρώτες καταγραφές παραλλαγών του ονόματος εμφανίζονται σε μια έκδοση του Hamilton Spectator[5] του 1908, μία έκδοση του The Northern Territory Times and Gazette[6] το 1914 και ένα φύλλο του 1919 της εφημερίδας Smith's Weekly, όπου αναφέρεται ως didjerry, από τον ήχο «didjerry, didjerry, didjerry».[7]

Μια αμφιλεγόμενη ανταγωνιστική ερμηνεία είναι ότι το «ντιντζεριντού» αποτελεί παραφθορά της ιρλανδικής φράσεως dúdaire dubh ή dúidire dúth.[8] Το dúdaire/dúidire είναι ουσιαστικό που, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορεί να σημαίνει «τρομπετίστας», «μουρμουριστής» ή «φυσών», ενώ το dubh σημαίνει «μαύρος» και dúth σημαίνει «ντόπιος».

Οι ίδιοι οι αυτόχθονες της βόρειας Αυστραλίας έχουν αρκετές διαφορετικές ονομασίες για το όργανο, καμιά από τις οποίες δεν είναι παρόμοια με την ντιντζεριντού. Αρκετοί φίλοι του ντιντζεριντού, ειδικοί και αυτόχθονες στηρίζουν τη χρήση των τοπικών αυτών ονομασιών.[9]

Μία από τις συνηθέστερα χρησιμοποιούμενες τοπικές ονομασίες είναι γιντάκι (κάποτε «γιρντάκι»), αν και για την ακρίβεια σημαίνει έναν ειδικότερο τύπο του οργάνου, αυτό της φυλής Γιόλνγκου της βορειοδυτικής Γης Άρνεμ.

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επιστόμιο από κερί μπορεί να μαλακώνει κατά το παίξιμο, σχηματίζοντας καλύτερη σφράγιση.

Τα παραδοσιακά ντιντζεριντού κατασκευάζονται συνήθως από είδη ευκαλύπτου που ενδημούν στη βόρεια και κεντρική Αυστραλία.[10] Γενικώς χρησιμοποιείται ξύλο από τον κορμό, αν και ένα πολύ μεγάλο κλαδί μπορεί να χρησιμεύσει επίσης. Οι παραδοσιακοί κατασκευαστές αναζητούν κατάλληλα ζωντανά δέντρα που έχουν κουφάνει οι τερμίτες. Οι τερμίτες αφαιρούν μόνο την εντεριώνη, δηλαδή το κεντρικό τμήμα του κορμού, καθώς το ηθμαγγειώδες μέρος του κορμού στους ζωντανούς ευκάλυπτους περιέχει μία χημική ένωση που απωθεί τα έντομα.[11] Παραμένει έτσι ένα προσεγγιστικά κυλινδρικό κενό μέρος στο μέσο του κορμού.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Brass Instruments, BBC
  2. «Kakadu National Park – Rock art styles». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Απριλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 21 Απριλίου 2012. 
  3. Sayers, Andrew (2001) [2001]. Australian Art (Oxford History of Art)Free registration required (paperback). Oxford History of Art. Oxford University Press, ΗΠΑ (published 19 Ιουλίου 2001). σελ. 19. ISBN 978-0192842145. 
  4. George Chaloupka: Journey in Time, σελ. 189.
  5. «Retribution». Hamilton Spectator (Victoria, Australia) (7567): σελ. 8. 24 Οκτωβρίου 1908. http://nla.gov.au/nla.news-article225891921. Ανακτήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2017. 
  6. «Correspondence». The Northern Territory Times and Gazette (Northern Territory, Australia) XXXVIII, (2145): σελ. 14. 17 Δεκεμβρίου 1914. http://nla.gov.au/nla.news-article3281806. Ανακτήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2017. 
  7. «Meanings and origins of Australian words and idioms: D». Australian National Dictionary Centre. Ανακτήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2017. 
  8. «It's as Irish as – er – didgeridoo». Flinders Journal. Flinders University. 10–23 Ιουνίου 2002. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Αυγούστου 2002. Ανακτήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2012. 
  9. «Are "Didjeridu" and "Yidaki" the same thing?». Yidaki Dhawu Miwatjnurunydja. Buku Larrngay Mulka Centre. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Φεβρουαρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουλίου 2011. 
  10. Taylor R., Cloake J, & Forner J. (2002): «Harvesting rates of a Yolgnu harvester and comparison of selection of didjeridu by the Yolngu and Jawoyn», στο Harvesting of didjeridu by Aboriginal people and their participation in the industry in the Northern Territory (επιμ. R. Taylor), σσ. 25-31. Report to AFFA Australia. Northern Territory Parks and Wildlife Service, Department of Infrastructure, Planning and Environment, Palmerston, NT.
  11. McMahon, Charlie. (2004) The Ecology of Termites and Didjeridus, The Didgeridoo: From Ancient Times to the Modern Age (ed. David Lindner) Schönau: Traumzeit-Verlag