Έδικτο της Θεσσαλονίκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Έδικτο της Θεσσαλονίκης (γνωστό και ως Cunctos populos) ήταν ένα διάταγμα που εκδόθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 380 μ.Χ. από τρεις Ρωμαίους αυτοκράτορες και καθιέρωσε το Νικαιώτικο Χριστιανισμό ως την επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας[1].

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 313 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, μαζί με τον ομόλογό του στην ανατολή Λικίνιο, εξέδωσε το Διάταγμα των Μεδιολάνων, το οποίο χορήγησε θρησκευτική ανοχή και ελευθερία στους διωκόμενους χριστιανούς.

Ως το 325 ο Αρειανισμός, ένα είδος Χριστολογίας που υποστήριζε ότι ο Χριστός δημιουργήθηκε και ήταν έτσι οντότητα υποδεέστερη του Θεού Πατέρα, είχε γίνει τόσο δημοφιλής και αμφιλεγόμενος στις Αρχές του Χριστιανισμού, που ο Κωνσταντίνος συνεκάλεσε τη Σύνοδο της Νίκαιας, σε μια προσπάθεια να τερματιστεί η διαμάχη εγκαθιδρύοντας μια «ορθοδοξία» σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η Σύνοδος συνέθεσε το αρχικό Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο απέρριπτε τον Αρειανισμό και δέχθηκε ότι ο Χριστός είναι «αληθινός Θεός» και «ομοούσιος με τον Πατέρα»[2].

Ωστόσο, η διαμάχη στους κόλπους της Εκκλησίας δεν τελείωσε με τη Νίκαια. Ο Κωνσταντίνος, ενώ προέτρεπε σε ανοχή, άρχισε να πιστεύει ότι είχε προσχωρήσει στην λάθος πλευρά, και μήπως οι της Νικαίας με τις φλογερές διώξεις κατά των Αρειανών στην πραγματικότητα διαιώνιζαν τις διαμάχες στους κόλπους της Εκκλησίας. Ο Κωνσταντίνος δεν βαφτίστηκε μέχρι που ήταν κοντά στο θάνατο (337), επιλέγοντας έναν Αρειανό επίσκοπο, τον Ευσέβιο Νικομηδείας, να τελέσει τη βάπτιση[2].

Ο γιος του Κωνσταντίνου και διάδοχός του στην Ανατολή, ο Κωνστάντιος, ήταν φιλοαρειανός, και μάλιστα έφτασε ακόμη και να εξορίσει επισκόπους της Νίκαιας. Ο διάδοχος του Κωνστάντιου, Ιουλιανός, ήταν ο μόνος αυτοκράτορας μετά την μεταστροφή του Κωνσταντίνου που απέρριψε τον Χριστιανισμό και επιχείρησε μια αναβίωση της θρησκευτικής ποικιλομορφίας, αποκαλώντας τον εαυτό του «Έλληνα» και υποστηρίζοντας μορφές της ελληνιστικής θρησκείας, την παραδοσιακή θρησκευτική παράδοσης της Ρώμης, και τον Ιουδαϊσμό, δηλώνοντας παράλληλα ανοχή για όλες τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις. Ο διάδοχος του Ιουλιανού, ο Ιοβιανός, ο οποίος ήταν Χριστιανός, βασίλεψε για μόλις 8 μήνες και ποτέ δεν εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Τον διαδέχθηκε στην Ανατολή ο Ουάλης, ένας Αρειανός[2].

Ως το 379, οπότε τον Ουάλη διαδέχτηκε ο Θεοδόσιος Α΄, ο Αρειανισμός είχε διαδοθεί στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, ενώ η δυτική παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένη στις αποφάσεις της Νίκαιας. Ο Θεοδόσιος, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Ισπανία, ήταν ο ίδιος πολύ ευσεβής Χριστιανός (εκ των της Νίκαιας). Τον Αύγουστο, ο ομόλογός του στη Δύση, Γρατιανός, ξεκίνησε δίωξη των αιρετικών[2].

Έδικτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Έδικτο της Θεσσαλονίκης εκδόθηκε από κοινού από τον Θεοδόσιο Α΄, τον Γρατιανό και τον Ουαλεντινιανό Β΄ στις 27 Φεβρουαρίου 380[1].

Αντίθετα με μια διαδεδομένη παράδοση, το Έδικτο εκδόθηκε πριν τη βάφτιση του Θεοδόσιου από τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Αχόλιο, αφού υπέφερε από σοβαρή ασθένεια στη Θεσσαλονίκη.


IMPPP. GR(ATI)IANUS, VAL(ENTINI)ANUS ET THE(O)D(OSIUS) AAA. EDICTUM AD POPULUM VRB(IS) CONSTANTINOP(OLITANAE).

Cunctos populos, quos clementiae nostrae regit temperamentum, in tali volumus religione versari, quam divinum Petrum apostolum tradidisse Romanis religio usque ad nunc ab ipso insinuata declarat quamque pontificem Damasum sequi claret et Petrum Aleksandriae episcopum virum apostolicae sanctitatis, hoc est, ut secundum apostolicam disciplinam evangelicamque doctrinam patris et filii et spiritus sancti unam deitatem sub pari maiestate et sub pia trinitate credamus. Hanc legem sequentes Christianorum catholicorum nomen iubemus amplecti, reliquos vero dementes vesanosque iudicantes haeretici dogmatis infamiam sustinere ‘nec conciliabula eorum ecclesiarum nomen accipere’, divina primum vindicta, post etiam motus nostri, quem ex caelesti arbitro sumpserimus, ultione plectendos.

DAT. III Kal. Mar. THESSAL(ONICAE) GR(ATI)ANO A. V ET THEOD(OSIO) A. I CONSS.

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, ΟΥΑΛΕΝΤΙΝΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΙ. ΕΔΙΚΤΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ.
Είναι επιθυμία μας ότι όλα τα διάφορα έθνη, τα οποία υπόκεινται στην επιείκεια και μετριοπάθεια μας, θα πρέπει να συνεχίσουν να πρεσβεύουν ότι η θρησκεία που παραδόθηκε στους Ρωμαίους από τον θείο Απόστολο Πέτρο, όπως έχει διατηρηθεί από την θεία παράδοση, και η οποία τώρα ομολογείται από τον Ποντίφικα Δάμασο και τον Πέτρο, Επίσκοπο της Αλεξάνδρειας, ενός ανθρώπου αποστολικής αγιότητας. Σύμφωνα με την αποστολική διδασκαλία και τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, ας πιστεύουμε στην μία θεότητα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ίσου μεγαλείου και σε ιερή τριάδα. Θα επιτρέψουμε στους τηρητές αυτού του νόμου να φέρουν τον τίτλο του Καθολικού Χριστιανού. Αλλά και για τους άλλους, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μας είναι ανόητοι τρελοί, διατάσσουμε ότι πρέπει να στιγματίζονται με το ατιμωτικό όνομα των αιρετικών, και δεν θα τολμούν να δίνουν στις παρασυναγωγές τους το όνομα των εκκλησιών. Θα υποφέρουν καταρχήν την τιμωρία της θείας καταδίκης και κατόπιν την τιμωρία της εξουσίας μας, την οποία θα επιβάλουμε σύμφωνα με τη θέληση του Ουρανού.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΛΕΝΔΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΤΙΑΝΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ[3]

Codex Theodosianus, xvi.1.2

Σπουδαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έδικτο εκδόθηκε υπό την επήρεια του Αχόλιου, και ως εκ τούτου του Πάπα Δάμασου Α΄, ο οποίος τον όρισε. Επιβεβαίωσε εκ νέου μια ενιαία έκφραση της Αποστολικής Πίστης ως νόμιμη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, «καθολική» (δηλαδή παγκόσμια) και «ορθόδοξη» (δηλαδή ορθή πίστη). Μετά το διάταγμα, ο Θεοδόσιος κατανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειάς του για την καταστολή όλων των μη σύμφωνων με τη Νίκαια μορφών του Χριστιανισμού, ιδιαίτερα του Αρειανισμού, και για την εγκαθίδρυση της Ορθοδοξίας σε όλη την επικράτειά του[4].

Το διάταγμα ακολούθησε το 381 από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία επιβεβαίωσε το Σύμβολο της Νίκαιας και έδωσε την τελική μορφή στο Σύμβολο της Πίστεως (Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως)[5]. Το 383, ο Αυτοκράτορας διέταξε τις διάφορες αιρέσεις (Αρειανούς, Ανομοιανούς, Πνευματομάχους και Νοβατιανούς), να υποβάλουν γραπτώς τις δοξασίες τους στον ίδιο, τις οποίες ο ίδιος αξιολόγησε προσεκτικά και στη συνέχεια έκαψε, εκτός από εκείνες των Νοβατιανών. Οι άλλες αιρέσεις έχασαν το δικαίωμα να συνέρχονται, να χειροτονούν ιερείς, ή να προπαγανδίζουν τα πιστεύω τους[6]. Ο Θεοδόσιος απαγόρευσε στους αιρετικούς να κατοικούν μέσα στην Κωνσταντινούπολη, και το 392 και το 394 κατέσχεσε τους χώρους λατρείας τους[7].

Παραπομπές και πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές
  1. 1,0 1,1 Ehler, Sidney Zdeneck. Morrall, John B (1967). Church and State Through the Centuries: A Collection of Historic Documents with Commentaries, σελ. 6. ISBN 9780819601896. http://books.google.com/books?id=2WuMyEzani8C&pg=PA6. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Williams & Friell, (1994) σελ. 46–53
  3. Codex Theodosianus XVI.1.2
  4.  «Theodosius I». Catholic Encyclopedia. New York: Robert Appleton Company. 1913. 
  5. Boyd (1905), σελ. 45
  6. Boyd (1905), σελ. 47
  7. Boyd (1905), p. 50
Πηγές