Μαινόμενος Ορλάνδος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μαινόμενος Ορλάνδος
Ariosto - Orlando Furioso, 1551 - 5918999 FERE001606 00005.tif
ΣυγγραφέαςΛουντοβίκο Αριόστο
ΤίτλοςOrlando furioso
ΓλώσσαΙταλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1516
1532
ΕίδοςΜυθιστορία
Βασίζεται σεΆσμα του Ρολάνδου
ΧαρακτήρεςΡολάνδος, Ρουτζέρος, Αγγελική, Αγραμάντης, Δωραλίκη, Βραδαμάντη, Ροδομόντης, Καρλομάγνος, Φεραγούτος και Αστόλφος
ΈκδοσηΆσμα του Ρολάνδου
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Μαινόμενος Ορλάνδος (ιταλικά Orlando Furioso) είναι εκτενές ιπποτικό επικό ποίημα του Λουντοβίκο Αριόστο, το οποίο αποτελείται από 46 άσματα (canti) σε οκτάβα (ottava rima), στο σύνολο 4.842 οκτάβες και 38.736 στίχοι. Θεωρείται γενικά ως ένα από τα μεγαλύτερα αν όχι το μεγαλύτερο λογοτεχνικό επίτευγμα της Ιταλικής Αναγέννησης. Ο Αριόστο συνεχίζει την ιστορία του έρωτα του Ορλάνδου (Orlando), ιππότη της Αυλής του βασιλιά Καρλομάγνου για την ωραία Αγγελική (Angelica) τον καιρό που οι Σαρακηνοί επιτίθενται στο Φραγκικό Βασίλειο του Καρλομάγνου, από το σημείο που σταματούσε ο Ερωτευμένος Ορλάνδος, ένα προγενέστερο ιπποτικό ποίημα του Ματτέο Μπογιάρντο, που έμεινε ημιτελές λόγω του θανάτου του ποιητή. Ο Ορλάνδος τώρα από απλώς ερωτευμένος, όπως είναι στο έργο του Μπογιάρντο, χάνει τώρα τα λογικά του επειδή η Αγγελική επιλέγει κάποιον άλλον και γίνεται στο έργο του Αριόστο μαινόμενος. Γύρω από αυτή την βασική ιστορία ο ποιητής πλέκει δεξιοτεχνικά, κατά τα δικά του καλλιτεχνικά πρότυπα, μυριάδες αφηγήσεις, από τις οποίες ξεχωρίζει αυτή του έρωτα του Ρουτζέρου (Ruggiero) για την Βραδαμάντη (Bradamante), που σύμφωνα με το έπος είναι οι μυθολογικοί πρόγονοι του Οίκου των Έστε της Φερράρας, στην Αυλή της οποίας υπηρετούσε ο ποιητής.

Υπόθεση του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ορλάνδος και ο Ρινάλδος, οι γενναιότεροι ιππότες του βασιλιά Καρλομάγνου, αν και πρώτοι εξάδελφοι έχουν έρθει σε διένεξη, όντας ερωτευμένοι και οι δύο με την όμορφη Αγγελική, μια πριγκίπισσα της Ανατολής, την οποία μετά από πολλές περιπέτειες έχει φέρει ο Ορλάνδος στην Δύση. Την περίοδο αυτή ο βασιλιάς Αγραμάντης των Σαρακηνών της Βόρειας Αφρικής θέλοντας να κατακτήσει την Ευρώπη αποβιβάζεται με έναν τεράστιο στρατό στην Ισπανία και διασχίζοντας τα Πυρηναία όρη φτάνει στη Γαλλία. Ο Καρλομάγνος για να αποσοβήσει την διαμάχη μεταξύ των δύο ιπποτών απομακρύνει την Αγγελική, ορίζοντας ότι θα την αποκτήσει όποιος από τους δύο θα κάνει μεγαλύτερα ανδραγαθήματα στην μάχη. Οι Φράγκοι όμως ηττώνται και υποχωρούν άτακτα προς το Παρίσι. Μέσα στη σύγχυση η Αγγελική, που δεν θέλει να γίνει τρόπαιο κανενός, φεύγει καβάλα στο άλογο. Στο δρόμο συναντά τον Ρινάλδο, ο οποίος έψαχνε πεζός τον Βαγιάρδο, το άλογό του. Την ίδια στιγμή παρουσιάζεται ο Φεραού, Σαρακηνός ιππότης, ερωτευμένος κι αυτός με την Αγγελική, η οποία καλπάζει για να ξεφύγει και από τους δύο, που στο μεταξύ έχουν αρχίσει να μονομαχούν για χάρη της. Ο Φεραού ψάχνοντας να την βρε Καλπάζοντας με το άλογο η Αγγελική συναντά τον Σακριπάντη, βασιλιά της Κιρκασσίας, επίσης ερωτευμένον μαζί της και πιστό της φύλακα από τους υπόλοιπους επίδοξους μνηστήρες. Επιλέγει αυτόν ως υπερασπιστή της και φεύγουν μαζί. Ενώ αυτός σκέπτεται να επωφεληθεί από την περίσταση, δέχεται την επίθεση ενός ιππότη, που είναι στην πραγματικότητα η γενναία πολεμίστρια Βραδαμάντη, η αδελφή του Ρινάλδου, η οποία έψαχνε τον αγαπημένο της Ρουτζέρο, έναν νεαρό Σαρακηνό ιππότη, που οι δύο τους είχαν αγαπηθεί κατά τη διάρκεια της μάχης. Ο Ρουτζέρος όμως έχει απαχθεί από τον προστάτη του μάγο Ατλάντη, ο οποίος τον είχε αναθρέψει από μωρό και τώρα ιππεύοντας ένα φτερωτό άλογο, τον ιππόγρυπα, είχε μεταφέρει τον Ρουτζέρο σε ένα μαγικό κάστρο στα Πυρηναία όρη για να τον απομακρύνει από τη μάχη.

Η Αγγελική, μόνη της πια και προσπαθώντας να ξεφύγει από όσους Χριστιανούς και Σαρακηνούς ιππότες την πολιορκούσαν, πέφτει στα χέρια των πειρατών της νήσου Εβούδας και καταλήγει δεμένη σε έναν βράχο πλάι στο κύμα για να γίνει τροφή ενός φοβερού θαλάσσιου τέρατος, της Όρκας. Η Βραδαμάντη στο μεταξύ, έχοντας γλιτώσει από μια ύπουλη δολοφονική απόπειρα του μοχθηρού Πιναμπέλλου εναντίον της και ακολουθώντας τις οδηγίες μιας καλής νεαρής μάγισσας, της Μελίσσας, διαλύει με τη βοήθεια ενός μαγικού δαχτυλιδιού (που ανήκει κάποτε στην Αγγελική, αλλά το είχε κλέψει ο πανούργος Μπρουνέλλος από τον οποίο το είχε πάρει η Βραδαμάντη) τα μάγια του κάστρου όπου είχε κλείσει ο Ατλάντης τον Ρουτζέρο. Τότε ο Ατλάντης στέλνει τον ιππόγρυπα, που με τον Ρουτζέρο στη ράχη του πετά μακριά, μεταφέροντάς τον στο νησί της μάγισσας Αλκίνας, η οποία μεταμόρφωνε τους ιππότες σε ζώα ή φυτά. Εκεί ο Ρουτζέρος ανακαλύπτει ένα φυτό που μιλούσε: ήταν ο Αστόλφος, γιος του βασιλιά της Αγγλίας, εξάδελφος της Βραδαμάντης, που η μάγισσα τον είχε μεταμορφώσει σε μυρτιά. Ο Ρουτζέρος σαγηνεύεται από την φαινομενική ομορφιά της Αλκίνας και θα έμενε για πάντα στο νησί ξεχνώντας την Βραδαμάντη, αν δεν επενέβαινε η καλή Μελίσσα, που σκοπό της είχε να ενώσει τους δύο ερωτευμένους. Η Μελίσσα διαλύει τα μάγια κάνοντας ορατή την ασχήμια της Αλκίνας και επιπλέον ξανακάνει τον Αστόλφο άνθρωπο. Η δε καλή μάγισσα Λογιστίλλα νικά την Αλκίνα και τα τέρατά της και βοηθά τον Ρουτζέρο να ξαναπιάσει τον ιππόγρυπα. Ο Ρουτζέρος, καβάλα στον ιππόγρυπα, περνώντας πάνω από το νησί της Εβούδας βλέπει την Αγγελική δεμένη στον βράχο. Κατεβαίνει και με τη βοήθεια του μαγικού δαχτυλιδιού και μιας μαγικής ασπίδας αντιμετωπίζει με επιτυχία την Όρκα και τελικά τη σκοτώνει. Παίρνει μαζί του την Αγγελική και καβάλα στον ιππόγρυπα φτάνουν στη Βρετάνη, σε ένα δάσος. Ο Ρουτζέρος είναι τώρα σφόδρα ερωτευμένος με την Αγγελική, η οποία φαινομενικά ανταποκρίνεται. Εν τέλει όμως με τη βοήθεια του μαγικού δαχτυλιδιού, γίνεται αόρατη και φεύγει μακριά, γυρεύοντας να επιστρέψει στην Ανατολή, ενώ ο Ρουτζέρος ψάχνοντάς την μάταια καταλήγει να χάσει τελικά τον ιππόγρυπα.

Η Αγγελική διασχίζοντας ένα δάσος κοντά στο Παρίσι συναντά έναν τραυματισμένο νεαρό Σαρακηνό, τον Μεδώρο και συμπονώντας τον τον περιθάλπει σε μια καλύβα βοσκών, φροντίζοντας τις πληγές του. Η συμπόνια μετατρέπεται σε μεγάλο έρωτα, ο οποίος ολοκληρώνεται μέσα στο δάσος. Η Αγγελική αποφασίζει να παντρευτεί τον Μεδώρο και φεύγει τελικά μαζί του για την Κατάη, το βασίλειο του πατέρα της στην Ανατολή. Ο Ρινάλδος στο μεταξύ επιστρέφει από την Αγγλία, όπου τον είχε στείλει ο Καρλομάγνος για να φέρει στρατιωτικές ενισχύσεις, καθώς οι Σαρακηνοί πολιορκούσαν το Παρίσι. Ο Θεός προκαλεί διχόνοια μεταξύ των Σαρακηνών, ενώ τα αγγλικά στρατεύματα μπαίνουν αθόρυβα στο Παρίσι και τελικά μετά από σφοδρές μάχες οι Σαρακηνοί αποκρούονται. Ενώ γίνονται αυτά, ο Ορλάνδος, που μάταια έψαχνε παντού να βρει την Αγγελική, είχε πολλές περιπέτειες: είχε σκοτώσει τον κακό Κιμόσκο, βασιλιά της Φρισίας και είχε σώσει από την θαλάσσια Όρκα (προτού σώσει ο Ρουτζέρος και την Αγγελική) την άτυχη Ολυμπία, κόρη του βασιλιά της Ολλανδίας, που είχε εγκαταλειφθεί από τον μνηστήρα της, τον άπιστο Μπιρένο, δούκα της Ζηλανδίας. Ο Ορλάνδος είχε επίσης ελευθερώσει την Ισαβέλλα, κόρη του βασιλιά της Γαλικίας, που την κρατούσε έγκλειστη σε μια σπηλιά μια ομάδα κακοποιών, οργάνων της μάγισσας Γαβρίνας. Έτσι η Ισαβέλλα είχε ενωθεί ξανά με τον αγαπημένο της Ζερβίνο. Ο Ορλάνδος μετά από αυτές και άλλες περιπέτειες φτάνει τελικά στην ειδυλλιακή τοποθεσία όπου είχαν ζήσει τον έρωτά τους η Αγγελική και ο Μεδώρος, έχοντας αφήσει εκεί τεκμήρια της μεγάλης αγάπης τους. Ο Ορλάνδος, νιώθοντας προδομένος από την Αγγελική, τρελαίνεται από τον υπέρμετρο πόνο: σκίζει τα ρούχα του και έχοντας πετάξει τα όπλα του αρχίζει να περιφέρεται ολόγυμνος, σκοτώνοντας τους βοσκούς και τα ζωντανά που συναντά εμπρος του. Μαινόμενος έτσι εκτελεί άπειρες πράξεις παραφροσύνης, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην βόρεια Αφρική, όπου περνά κολυμπώντας στον πορθμό του Γιβραλτάρ.

Ο Ζερβίνος και η Ισαβέλλα ψάχνοντας για τον Ορλάνδο βρίσκουν τα όπλα του και τα περισυλλέγουν. Ο Ζερβίνος όμως σκοτώνεται από τον Μανδρικάρδο, τον βασιλιά της Ταρταρίας, που θέλει να αποκτήσει τα όπλα του Ορλάνδου. Η δε Ισαβέλλα τελικά αποκεφαλίζεται από τον άγριο πολεμιστή των Σαρακηνών Ροδομόντη, επειδή δεν υπέκυπτε στις ορέξεις του. Τον Μανδρικάρδο σκοτώνει τελικά ο Ρουτζέρος, που κάνει και άλλα ηρωικά κατορθώματα στο πεδίο της μάχης, έχοντας περάσει στο μεταξύ στο πλευρό των Χριστιανών χάριν της Βραδαμάντης. Στο μεταξύ ο Αστόλφος, μετά από άπειρες περιπέτειες στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη, έχει βρει τον ιππόγρυπα και καβάλα σε αυτόν φτάνει στον Επίγειο Παράδεισο, στην κορυφή ενός πανύψηλου όρους της Αιθιοπίας. Από εκεί, με τη συνοδεία του Ευαγγελιστή Ιωάννη και με την βοήθεια του ουράνιου άρματος με το οποίο ανελήφθη στον ουρανό ο Προφήτης Ηλίας, πετά στη σελήνη, όπου βρίσκει το χαμένο λογικό του Ορλάνδου κλεισμένο σε μια τεράστια φιάλη, την οποία και παίρνει με την άδεια του Αγίου, επιστρέφοντας με το ιπτάμενο άρμα πάλι στη γη. Μετά από άλλες άπειρες περιπέτειες και με τη βοήθεια πολλών δυνατών συντρόφων του ιπποτών, ο Αστόλφος καταφέρνει να εντοπίσει κάπου στην Αφρική τον μαινόμενο Ορλάνδο, να τον ακινητοποιήσει και να τον κάνει να εισπνεύσει ξανά το χαμένο λογικό του. Έχοντας βρει τα λογικά του ο Ορλάνδος ξεχνά τελείως την Αγγελική και μπαίνει ξανά στη μάχη κατά των Σαρακηνών. Σε μια τριπλή μονομαχία, σκοτώνονται οι Σαρακηνοί Αγραμάντης και Γραδάσος και τραυματίζεται ο νουνεχής Σωβρίνος, ενώ από τους Χριστιανούς σκοτώνεται ο στενός φίλος του Ορλάνδου Βρανδιμάρτης και μόνοι αλώβητοι μένουν ο ίδιος ο Ορλάνδος και ο εξάδελφός του Ολιβιέρος. Η δε γυναίκα του Βρανδιμάρτη, η καλή και πιστή Φιορδελίζα, πεθαίνει θρηνώντας πάνω στον τάφο του συζύγου της. Στο τέλος του έπους, ο Ρουτζέρος, που έχει γίνει χριστιανός (όπως έχει γίνει και η αδερφή του, πολεμίστρια Μαρφίζα) και έχει παντρευτεί την Βραδαμάντη, σκοτώνει σε μονομαχία τον άγριο και υπερήφανο Ροδομόντη.

Χαρακτήρες του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι χαρακτήρες του έπους απαντώνται ήδη στον Ερωτευμένο Ορλάνδο (Ε.Ο.) του Μπογιάρντο. Οι κυριότεροι είναι οι εξής:

  • Αγγελική (Angelica, Αντζέλικα, ήδη στον Ε.Ο) Πανέμορφη πριγκίπισσα της Κατάης, χώρας της Ανατολής που βρίσκεται στην Ινδία ή στην Κίνα, κόρη του βασιλιά Γαλάφρονα (Galafrone, Γκαλαφρόνε), η βασική ηρωίδα του έπους, την οποία έχουν ερωτευτεί οι περισσότεροι ιππότες των Χριστιανών και των Σαρακηνών, αλλά αυτή τους απορρίπτει όλους προτιμώντας έναν κοινό νεαρό στρατιώτη, τον Μεδώρο. Η απιστία της είναι η αιτία της παραφροσύνης του Ορλάνδου.
  • Αγραμάντης (Agramante, Αγκραμάντε, ήδη στον Ε.Ο) Βασιλιάς της Αφρικής και ανώτερος αρχηγός των Σαρακηνών (Saraceni) ή Μαυριτανών (Mori) της Βορείου Αφρικής και της Ισπανίας, απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ηρωικός μαχητής που θέλει να μιμηθεί τον μεγάλο του πρόγονο, αλλά και εκδικηθεί για τον θάνατο του πατέρα του, Τρωιάνου, που είχε σκοτωθεί από τον Ορλάνδο.
  • Ακυιλάντης (Aquilante, Ακουϊλάντε, ήδη στον Ε.Ο) Χριστιανός πολεμιστής, αποκαλούμενος και il Nero (ο Μαύρος) επειδή φορά μια μαύρη φορεσιά για να ξεχωρίζει από τον δίδυμο αδελφό του Γρύφωνα, ο οποίος επονομάζεται il Bianco (ο Λευκός).
  • Αλκίνα (Alcina, Αλτσίνα, ήδη στον Ε.Ο) Γριά μάγισσα, αδερφή της Μοργκάνας, άσχημη, αλλά που παίρνει την όψη νεαρής και ωραίας κοπέλας για να δελεάζει τους νέους ιππότες στο νησί της. Προσωποποίηση της φιληδονίας.
  • Αστόλφος (Astolfo, Αστόλφο, ήδη στον Ε.Ο) Χριστιανός ιππότης, γιος του βασιλιά Όθωνα της Αγγλίας και εξάδελφος του Ορλάνδου και του Ρινάλδου. Ηρωικός, καλόψυχος και λίγο αστείος, φτάνει μέχρι τη σελήνη για να βρει το χαμένο λογικό του Ορλάνδου.
  • Ατλάντης (Atlante, Ατλάντε, ήδη στον Ε.Ο ως Αταλάντης, Atalante, Αταλάντε) Μάγος και προστάτης του Ρουτζέρου, στοργικός και πολύ ανθρώπινος προς τον προστατευόμενό του, που τον είχε αναθρέψει από μικρό παιδί μετά τον θάνατο των γονιών του.
  • Βιβιάνος (Viviano, Βιβιάνο, ήδη στον Ε.Ο) Εξάδερφος του Ορλάνδου και του Ρινάλδου. Είναι ιππότης - μάγος, σαν τον αδερφό του Μαλαγίζη.
  • Βραδαμάντη (Bradamante, Μπρανταμάντε, ήδη στον Ε.Ο) Χριστιανή πολεμίστρια, κόρη του Αμόνη (Amone, Αμόνε) του Μονταλβάνου και της Βεατρίκης (Beatrice, Μπεατρίτσε) της Βαυαρίας, αδελφή του Ρινάλδου και εξαδελφή του Ορλάνδου. 'Όμορφη, σεμνή και γενναία μαχήτρια, ερωτεύεται τον νεαρό Σαρακηνό Ρουτζέρο, ο οποίος γίνεται χριστιανός για χάρη της.
  • Βρανδιμάρτης (Brandimarte, Μπραντιμάρτε, ήδη στον Ε.Ο) Στενός φίλος του Ορλάνδου, από τον οποίον είχε προσηλυτιστεί στον Χριστιανισμό. Γενναίος, πιστός στη φιλία με τον Ορλάνδο και στον έρωτά του προς την αγαπημένη του Φιορδελίζα, ένας από τους πιο συμπαθείς ήρωες του έπους.
  • Γαβρίνα (Gabrina, Γκαμπρίνα) Κακάσχημο και στριμμένο γύναιο, που κρατά φυλακισμένη την Ισαβέλλα. Ο πιο αντιπαθητικός από τους γυναικείους χαρακτήρες του έργου.
  • Γραδάσος (Gradasso, Γκραντάσο, ήδη στον Ε.Ο) Βασιλιάς της Σηρικανής, χώρας της Κεντρικής Ασίας, ο πιο ιπποτικός και θαραλλέος ειδωλολάτρης μαχητής.
  • Γρύφωνας (Grifone, Γκριφόνε, ήδη στον Ε.Ο) Χριστιανός πολεμιστής, αποκαλούμενος και il Bianco (ο Λευκός) επειδή φορά μια λευκή φορεσιά για να ξεχωρίζει από τον δίδυμο αδελφό του Ακυιλάντη, ο οποίος επονομάζεται il Nero (ο Μαύρος).
  • Δωραλίκη (Doralice, Ντοραλίτσε, ήδη στον Ε.Ο) Μνηστή του Ροδομόντη, κόρη του βασιλιά Στορδιλάνου. Όμορφη, αλλά ασταθής και επιπόλαια.
  • Ζερβίνος (Zerbino, Τσερμπίνο) Γιος του βασιλιά της Σκωτίας, αδερφός της Γινέβρας. Θαρραλέος μαχητής και ευγενής ιππότης, μνηστήρας της Ισαβέλλας, την οποία και υπεραγαπά.
  • Ισαβέλλα (Isabella, Ιζαμπέλα) Κόρη του βασιλιά της Γαλικίας, μνηστή του Ζερβίνου. Ευαίσθητη και θαραλλέα κοπέλα, που ο έρωτάς της για τον Ζερβίνο την κρατά στη ζωή.
  • Καρλομάγνος (Carlo Magno, Κάρολος ο Μέγας, ήδη στον Ε.Ο) Αυτοκράτορας του Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, βασιλιάς των Φράγκων και όλων των Χριστιανών της Δύσης, εκλεκτός από τον Θεό, εμπνευσμένος καθοδηγητής και αρχηγός τους στον αγώνα εναντίον των Σαρακηνών.
  • Λογιστίλλα (Logistilla, Λοτζιστίλλα) Καλή μάγισσα, αδερφή της Αλκίνας. Βοηθά τον Ρουτζέρο και τον Αστόλφο να επιστρέψουν στην Ευρώπη.
  • Μαλαγίζης (Malagigi, Μαλατζίτζι, ήδη στον Ε.Ο) Εξάδερφος του Ορλάνδου και του Ρινάλδου. Είναι ιππότης - μάγος και μπορεί να επικαλείται και να χρησιμοποιεί τα δαιμόνια. Αδερφός του Βιβιάνου.
  • Μανδρικάρδος (Mandricardo, Μαντρικάρντο, ήδη στον Ε.Ο) Βασιλιάς της Ταρταρίας, γιος του Αγρικάνη, που θέλει να εκδικηθεί τον Ορλάνδο για τον θάνατο του πατέρα του. Ο πιο θηριώδης και αδίστακτος από τους ειδωλολάτρες πολεμιστές.
  • Μαρσίλιος (Marsilio, ήδη στον Ε.Ο) Βασιλιάς των Σαρακηνών της Ισπανίας, υπερήφανος ηγεμόνας, που ωστόσο έχει ανώτερό του τον Αγραμάντη. Μαζί επιτίθενται κατά του βασιλείου του Καρλομάγνου.
  • Μαρφίζα (Marfisa, ήδη στον Ε.Ο) Γενναία ειδωλολάτρισσα πολεμίστρια, αδελφή του Ρουτζέρου. Γίνεται χριστιανή, όπως και ο αδελφός της.
  • Μεδώρος (Medoro, Μεντόρο) Νεαρός Σαρακηνός μαχητής από την Βόρειο Αφρική, υπό τις διαταγές του βασιλιά Δαρδινέλου, υποτελούς του Αγραμάντη. Ωραίο και γενναίο παλικάρι, είναι αυτός που τελικά επιλέγει για σύντροφό της η Αγγελική, απορρίπτοντας όλους τους επίδοξους μνηστήρες.
  • Μελίσσα (Melissa) Νεαρή μάγισσα, προστάτις της Βραδαμάντης και του Ρουτζέρου, που κύρια έγνοια της είναι αυτοί οι δύο να ενωθούν με τα δεσμά του γάμου. Οδηγεί την Βραδαμάντη στη σπηλιά όπου ο μάγος Μέρλιν της δείχνει ότι αυτή και ο Ρουτζέρος θα γίνουν οι προπάτορες του Οίκου των Έστε.
  • Μπρουνέλλος (Brunello, Μπρουνέλο, ήδη στον Ε.Ο) Πονηρός μικρόσωμος απατεώνας, που είχε κλέψει το μαγικό δαχτυλίδι της Αγγελικής και είχε αμειφθεί από τον Αγραμάντη. Εν τέλει απαγχονίζεται με διαταγή του ίδιου του Αγραμάντη.
  • Ολιβιέρος (Oliviero, Ολιβιέρο, ήδη στον Ε.Ο) Χριστιανός πολεμιστής, κόμης της Βιέννης, ιππότης και παλαδίνος του Καρλομάγνου, συγγενής του Ορλάνδου.
  • Ολυμπία (Olimpia, Ολίμπια) Ευγενική και τρυφερή κοπέλα, κόρη του βασιλιά της Ολλανδίας, άτυχη στον έρωτά της προς τον Μπιρένο, που αν και αυτή τον αγαπά παράφορα, εκείνος την προδίδει και την εγκαταλείπει.
  • Οριγίλλη (Origille, Οριτζίλε, ήδη στον Ε.Ο) Όμορφη γυναίκα, αλλά άπιστη και απατεώνισσα. Ερωμένη του Γρύφωνα του Λευκού.
  • Ορλάνδος (Orlando, Ορλάντο, ήδη στον Ε.Ο, γνωστός και ως Ρολάνδος ή Ρολάν, από το γαλλικό Rolland) Χριστιανός πολεμιστής και παλαδίνος της Γαλλίας, γιος του Μίλονα, αυθέντη της Αγγλάντης, και της Βέρθας, αδελφής του Καρλομάγνου, είναι ο μεγαλύτερος ήρωας των Φράγκων και των Χριστιανών γενικότερα. Γενναίος, αθώος και σεμνός, ερωτεύεται παράφορα την Αγγελική και τρελαίνεται όταν αυτή διαλέγει τον Μεδώρο.
  • Πιναμπέλλος (Pinabello, Πιναμπέλλο, ήδη στον Ε.Ο) Φράγκος ιππότης, γιος του Ανσέλμου της Αλταρίπας, από την οικογένεια των Μαγκάντζα (Maganza), αντιπάλων της οικογένειας του Ορλάνδου. Ο πιο κακός χαρακτήρας από την οικογένεια των Μαγκάντζα.
  • Ρινάλδος (Rinaldo, Ρινάλντο, ήδη στον Ε.Ο ως Ranaldo, Ρανάλντο) Ιππότης και παλαδίνος του Καρλομάγνου, γιος του Αμόνη (Amone, Αμόνε) του Μονταλβάνου και της Βεατρίκης (Beatrice, Μπεατρίτσε) της Βαυαρίας, αδελφός της Βραδαμάντης και εξαδελφός του Ορλάνδου. Ο γενναιότερος Χριστιανός πολεμιστής μετά τον Ορλάνδο, σταθερό στήριγμα του Καρλομάγνου στον αγώνα κατά των Σαρακηνών. Έρχεται σε αντιζηλία με τον Ορλάνδο, επειδή είναι και αυτός ερωτευμένος με την Αγγελική.
  • Ριχαρδέτος (Ricciardetto, Ριτσαρντέτο, ήδη στον Ε.Ο) Χριστιανός πολεμιστής, αδερφός της Βραδαμάντης και του Ρινάλδου.
  • Ροδομόντης (Rodomonte, Ροντομόντε, ήδη στον Ε.Ο) Σαρακηνός πολεμιστός, βασιλιάς της Σάρτζας της Βορείου Αφρικής, γιος του Ουλιένου, ο πιο ρωμαλέος από τους Σαρακηνούς μαχητές, γενναίος πλην στο έπακρο υπερήφανος, ανελέητος και θηριώδης.
  • Ρουτζέρος (Ruggiero, Ρουτζέρο, ήδη στον Ε.Ο, αλλιώς στα ελληνικά Ρογήρος) Σαρακηνός νεαρός πολεμιστής, γιος του χριστιανού Ρουτζέρου ή Ρογήρου της Ρίζας και της Γαλατσιέλας, αδελφής του Τρωιάνου, πατέρα του βασιλιά Αγραμάντη, του οποίου ήταν έτσι πρώτος εξάδελφος. Το πρώτυπο του τέλειου ιππότη, γενναίος και ηρωικός, ερωτεύεται την Βραδαμάντη και για χάρη της γίνεται Χριστιανός. Είναι ο μυθικός πρόγονος του Οίκου των Έστε της Φερράρας.
  • Σακριπάντης (Sacripante, Σακριπάντε, ήδη στον Ε.Ο) Βασιλιάς της Κιρκασσίας, ένα από τους καλύτερους πολεμιστές των ειδωλολατρών, ερωτευμένος και αυτός με την Αγγελική.
  • Σαμψωνέτος (Sansonetto, Σανσονέττο, απαντάται στον Γίγαντα Μοργάντη του Λουίτζι Πούλτσι Ευγενικός ιππότης, που είχε προσηλυτιστεί στον Χριστιανισμό και είχε οριστεί από τον Καρλομάγνο κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ.
  • Σωβρίνος (Sobrino, Σομπρίνο, ήδη στον Ε.Ο) Βασιλιάς του Αλγόκου της Βορείου Αφρικής, υποτελής του Αγραμάντη. Ο πιο γηραιός και ο πιο συνετός ανάμεσα στους Σαρακηνούς, ένα είδος Νέστορα.
  • Φεραού (Feraù, ήδη στον Ε.Ο ως Ferraguto, Φεραγκούτο, Φεραγούτος) Σαρακηνός πολεμιστής, ανιψιός του Μαρσιλίου, βασιλιά της Ισπανίας. Θαρραλέος, πείσμων και καυχηματίας, ένας από τους γενναιότερους πολεμιστές στο έργο. Ερωτευμένος και αυτός με την Αγγελική.
  • Φιορδελίζα (Fiordiligi, Φιορντιλίτζι, ήδη στον Ε.Ο ως Fiordeliza, Φιορντελίτσα) Κόρη του Δολισθένη, βασιλιά της Λαοδίκειας, και πιστή σύζυγος του Βρανδιμάρτη, τον οποίον υπεραγαπά.

Εκτός από τους ανθρώπινους χαρακτήρες υπάρχουν και διάφορα χαρακτηριστικά ζώα: ο Βαγιάρδος (Baiardo, Μπαϊάρντο, ήδη στον Ε.Ο), ήτοι ο Καστανόχρωμος, το έξυπνο άλογο του Ρινάλδου, επίσης ο Βριλιαδόρος (Brigliadoro, Μπριλιαντόρο, ήδη στον Ε.Ο), ήτοι ο Χρυσοχαλινάρης, το άλογο του Ορλάνδου, καθώς και ο Φροντίνος (Frontino, Φροντίνο, ήδη στον Ε.Ο), το άλογο του Ρουτζέρου, το οποίο αφήνει για να ιππεύσει τον φτερωτό ιππόγρυπα, ο οποίος, αν και ανώνυμος, παίζει σημαντικό ρόλο στην πιο γρήγορη εξέλιξη της υπόθεσης, μεταφέροντας τους ιππότες με εκπληκτική ταχύτητα από το ένα σημείο του πλανήτη στο άλλο. Παρόμοιο ρόλο παίζει και ο Ραμπικάνος (Rabicano, Ραμπικάνο, ήδη στον Ε.Ο), το φτερωτό άλογο που ανήκε στον Αργαλία (Argalia, Αργκάλια ), τον αδελφό της Αγγελικής και το οποίο εν συνεχεία ίππευσε ο Αστόλφος. Σημαντικά είναι και ορισμένα όπλα, όπως η Ντουριντάνα (Durindana, ήδη στον Ε.Ο), το σπαθί του Ορλάνδου, που ανήκε κάποτε στον Τρώα ήρωα Έκτορα και η Φουσμπέρτα (Fusberta, ήδη στον Ε.Ο), το σπαθί του Ρινάλδου, καθώς και το μαγικό δαχτυλίδι της Αγγελικής και η μαγεμένη ασπίδα του μάγου Ατλάντη.

Περίληψη του έργου ανά άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτο άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποιητής εισάγει το θέμα του: πώς ο σώφρων Ορλάνδος έχασε τα λογικά του από τον έρωτα για την ωραία Αγγελική. Ο Ορλάνδος μετά από πολλές περιπέτειες είχε φέρει την όμορφη πριγκίπισσα της Κατάης Αγγελική στην Δύση. Την ίδια στιγμή ο Σαρακηνός βασιλιάς Αγραμάντης της Βορείου Αφρικής και ο βασιλιάς Μαρσίλιος των Σαρακηνών της Ισπανίας κάνουν επιδρομή στη Γαλλία περνώντας με έναν τεράστιο στρατό τα Πυρηναία Όρη. Ο Ορλάνδος έρχεται σε διένεξη με τον εξάδελφό του Ρινάλδο που είναι ερωτευμένος κι αυτός με την Αγγελική. Ο βασιλιάς Καρλομάγνος δίνει τότε την Αγγελική στη φύλαξη του γέροντα δούκα Νάμου της Βαυαρίας, ορίζοντας ότι θα την αποκτήσει αυτός από τους δύο ιππότες που θα προσφέρει περισσότερο στην μάχη εναντίον των Σαρακηνών. Οι Φράγκοι όμως ηττώνται στη μάχη και ο στρατός τρέπεται σε άτακτη υποχώρηση. Πάνω στη σύγχυση η Αγγελική βρίσκει ευκαιρία να φύγει έφιππη. Μέσα σε ένα δάσος συναντά τον Ρινάλδο, που ερχόντας πεζός κυνηγώντας το άλογό του, τον Βαγιάρδο. Η Αγγελική καλπάζει για να του ξεφύγει και συναντά τον επίσης ερωτευμένο μαζί της Σαρακηνό Φεραού πλάι σε ένα ποτάμι όπου είχε πάει αυτός για να πιεί νερό. Είχε πέσει το κράνος του στο ποτάμι και προσπαθούσε να το πιάσει. Το κράνος αυτό ανήκε στον αδερφό της Αγγελικής, τον Αργαλία, που ο Φεραού είχε σκοτώσει στο ίδιο σημείο πριν καιρό. Η Αγγελική φεύγει για να τον αποφύγει κι αυτόν. Τότε έρχεται τρέχοντας ο Ρινάλδος και αρχίζει να μονομαχεί με τον Φεραού. Αποφασίζουν τελικά να φύγουν μαζί ιππεύοντας το άλογο του Φεραού, να βρουν πρώτα την Αγγελική και να μονομαχήσουν μετά για χάρη της. Φτάνουν σε ένα σταυροδρόμι και χωρίζουν. Ο Ρινάλδος φεύγει και πάλι πεζός, ενώ ο Φεραού φτάνει ξανά στο ίδιο ποτάμι και ξαναπροσπαθεί να βρει το κράνος. Το φάντασμα του Αργαλία εμφανίζεται ξάφνου μέσα από το ποτάμι κρατώντας το κράνος και του λέει ότι παρέβη τον όρκο που έδωσε, να πετάξει το κράνος του στο ποτάμι. ο Φεραού ορκίζεται να μην ξαναφορέσει κράνος, αν δεν πάρει αυτό του Ορλάνδου.

Στο μεταξύ η Αγγελική κουρασμένη κοιμάται σε μια λόχμη και την ξυπνά ο θρήνος ενός άλλου ιππότη, του Σακριπάντη, βασιλιά της Κιρκασσίας και παλιού γνωστού της Αγγελικής, που ήταν επίσης ερωτευμένος μαζί της και έκλαιγε τώρα που την είχε χάσει. Του εμφανίζεται τότε αυτή ξαφνικά ως θεϊκή οπτασία και εκμεταλλευόμενη τον έρωτά του γι' αυτήν τον παίρνει ως συνοδό και προστάτη της, όπως ήταν και στην Ανατολή κατά αυτών που την πολιορκούσαν. Αυτός, πάνω που ετοιμαζόταν να εκμεταλλευτεί την περίσταση, δέχεται την επίθεση ενός χριστιανού ιππότη, πέφτει καταγής κονταροχτυπημένος και από τη σύγκρουση το άλογο του σκοτώνεται. Ο επιτιθέμενος ιππότης αποδεικνύεται ότι ήταν η πολεμίστρια Βραδαμάντη, η αδελφή του Ρινάλδου. Ο Σακριπάντης, ντροπιασμένος που νικήθηκε από μια γυναίκα, ανεβαίνει στο άλογο της Αγγελικής και φεύγουν μαζί. Ξάφνου διακρίνουν ένα άλογο να περνά χωρίς αναβάτη: ήταν ο Βαγιάρδος, το πανέξυπνο άλογο του Ρινάλδου, που πλησίασε φιλικά την Αγγελική που την ήξερε από παλιά, ενώ δεν άφηνε τον Σακριπάντη να τον καβαλικέψει. Εν τέλει, δέχεται μετά από τα χάδια της Αγγελικής τον Σακριπάντη για καβαλάρη. Τότε βλέπουν να έρχεται προς το μέρος τους τρέχοντας ο Ρινάλδος. Η Αγγελική, που τον απεχθάνεται έχοντας πιεί από το νερό μιας μαγικής πηγής (ενώ ο ίδιος την αγαπά, έχοντας πιεί νερό από μια άλλη πηγή, όπως αναφέρεται στον Ερωτευμένο Ορλάνδο), τρομοκρατείται και παρακαλεί τον Σακριπάντη να φύγει μαζί της. Αυτός προσβάλλεται νομίζοντας ότι η Αγγελική τον θεωρεί δειλό και δεν φεύγει. Ο Ρινάλδος τώρα τους αναγνωρίζει και πλησιάζει απειλητικά.

Δεύτερο άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποιητής θρηνεί γιατί οι έρωτές μας σπανίως βρίσκουν ανταπόκριση. Ο Ρινάλδος τώρα κατηγορεί τον Σακριπάντη ως κλέφτη του αλόγου του και του ορμά, για να κερδίσει επιπλέον και την Αγγελική. Ο Βαγιάρδος όμως δεν ήθελε να βλάψει τον κύριό του δεν του επετίθετο, όσες προσπάθειες κι αν έκανε ο Σακριπάντης. Οι δύο ιππότες μάχονται έτσι πεζοί. Ο Ρινάλδος δίνει τέτοιο χτύπημα με το σπαθί του, τη Φουσμπέρτα, που διαλύει την ασπίδα του Σακριπάντη. Τότε η Αγγελική φεύγει τρομαγμένη με το άλογό της. Συναντά μετά από λίγο έναν γέροντα μάγο ερημίτη που στέλνει ένα πνεύμα υπό τη μορφή κήρυκα που ανακοινώνει στον Ρινάλδο και τον Σακριπάντη ότι τάχα είδε τον Ορλάνδο και την Αγγελική να φεύγουν μαζί για το Παρίσι. Ο Ρινάλδος ανεβαίνει τώρα εύκολα στον Βαγιάρδο, γιατί το έξυπνο άλογο του ξέφευγε ως τότε για να τον οδηγήσει στην Αγγελική και τώρα θεωρούσε κι αυτό ότι είχε φύγει αυτή για το Παρίσι. Ψάχνει έφιππος τώρα την Αγγελική, πλην δίχως αποτέλεσμα, ο Ρινάλδος φτάνει στο Παρίσι όπου ο Καρλομάγνος προετοίμαζε την πόλη για την πολιορκία των Σαρακηνών. Δίνει διαταγή στον Ρινάλδο να μεταβεί στην Αγγλία για να φέρει ενισχύσεις. Όμως η κακοκαιρία στο Καλαί εμποδίζει τον απόπλου του πλοίου.

Παρά ταύτα ο Ρινάλδος αναχωρεί έσπευσμένα και η τρικυμία βγάζει το πλοίο από την πορεία του. Στο μεταξύ η Βραδαμάντη ψάχνοντας τον Ρουτζέρο συναντά έναν ιππότη, τον Πιναμπέλλο, που έκλαιγε γιατί ένας κακοποιός που πετούσε με ένα φτερωτό άλογο είχε απαγάγει την αγαπημένη του. Τον είχε ακολουθήσει και είδε ότι είχε κατευθυνθεί στα βουνά. Σκαρφαλώνοντας είχε φτάσει σε ένα μέρος που είδε ένα αστραφτερό κάστρο που έμοιαζε απρόσβλητο, σαν να ήταν τεχνούργημα της ίδιας της Κόλασης. Είδε τότε να φτάνουν δύο ιππότες, ο Γραδάσσος και ο Ρουτζέρος, θέλοντας να μονομαχήσουν με τον αφέντη του κάστρου. Αυτοί του υποσχέθηκαν να τον βοηθήσουν. Τότε φάνηκε ο μυστηριώδης καβαλάρης του φτερωτού αλόγου και άρχισε να μονομαχεί μαζί τους, βγάζοντας εν τέλει το κάλυμμα της ασπίδας του, το οποίο ακτινοβόλησε τόσο που στράβωσε τους ιππότες και τους έριξε χάμω και τους τρεις αναίσθητους. Μόλις ο Πιναμπέλλος συνήλθε δεν είδε τους άλλους δύο. Η Βραδαμάντη του λέει να την οδηγήσει σε αυτό το κάστρο, θέλοντας να ελευθερώσει τον Ρουτζέρο. Ο Πιναμπέλλος, που έχει στο μεταξύ αντιληφθεί ότι η Βραδαμάντη ανήκει στην εχθρική προς τους Μαγκάντζα οικογένεια του Ορλάνδου, τον Οίκο του Κλαιρμόν, καταφέρνει να την παρασύρει και να την ρίξει σε ένα γκρεμό, όπου στο βάθος φαινόταν η είσοδος μιας σπηλιάς, που φωτιζόταν από ένα παράξενο φως.

Τρίτο άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποιητής μας λέει ότι προτίθεται σε αυτό το άσμα να εξυμνήσει τον ένδοξο Οίκο των Έστε της Φερράρας και γι' αυτό επικαλείται τον θεό της ποίησης, Απόλλωνα, για βοήθεια. Η Βραδαμάντη σώθηκε από την πτώση στον γκρεμό γιατί έπεσε πάνω σ' ένα μεγάλο κλωνάρι δέντρου. Μόλις συνήλθε από την ζαλάδα της πτώσης, κατευθύνθηκε προς την είσοδο της σπηλιάς και περνώντας από μια εσωτερική θύρα βρέθηκε σε μια μεγαλύτερη και λαμπρότερη σπηλιά από όπου έβγαινε αυτό το φως. Στο μέσον της υπήρχε ένας βωμός και μια αναμμένη λαμπάδα. Ενώ η Βραδαμάντη προσευχόταν στον βωμό, από μια κρυφή πορτούλα βγήκε μια γυναίκα ευγενής, ξυπόλητα και με λυτά μαλλιά, που την χαιρέτησε με το όνομά της. Αυτή ήταν η μάγισσα Μελίσσα και είπε στην Βραδαμάντη ότι βρισκόταν στον τάφο του μάγου Μέρλιν, του οποίου το πνεύμα ήταν ακόμα ζωντανό κάτω από την πέτρα που σκέπαζε το σώμα του και μπορούσε ακόμα να μιλά. Η Μελίσσα οδηγεί την Βραδαμάντη στο μέρος της σπηλιάς όπου υπήρχε ο επιβλητικός τάφος του Μέρλιν, από τον οποίον εκχεόταν όλη η λάμψη που φώτιζε τη σπηλιά. Ο Μέρλιν χαιρετά την Βραδαμάντη και προφητεύει ότι οι απόγονοι εκείνης και του Ρουτζέρου θα δοξάσουν την Ιταλία και όλον τον κόσμο.

Έπειτα η μάγισσα Μελίσσα της αποκαλύπτει στην Βραδαμάντη αναλυτικά, μέσω πνευματικών μορφών που δημιουργεί, όλη τη σειρά των απογόνων της, μέχρι τον δούκα Αλφόνσο Α΄ των Έστε, (στην Αυλή του οποίου υπηρετούσε ο ίδιος ο ποιητής, όντας υπό τον προστασία του αδερφού του δούκα, καρδινάλιου Ιππολύτου Α΄ των Έστε), καθώς και τον γιο και διάδοχο του δούκα Αλφόνσου Έρκολε Β΄ των Έστε. Την άλλη μέρα η Μελίσσα οδηγεί από μυστική ανηφορική οδό την Βραδαμάντη έξω από το χάσμα της σπηλιάς και της δείχνει τον δρόμο προς το μαγικό κάστρο του μάγου Ατλάντη όπου ήταν κλεισμένος ο Ρουτζέρος. Της λέει ότι για να νικηθεί ο μάγος που ίππευε τον φτερωτό ίππο και κρατούσε την ακτινοβόλο ασπίδα που τον έκανε ανίκητο έπρεπε να αποκτήσει έν μαγικό δαχτυλίδι που κάποτε ανήκε στην Αγγελική και το είχε τώρα ο Μπρουνέλλος, ένας κοντός και μελαψός Σαρακηνός απατεώνας, ο οποίος το είχε κλέψει για να αναλύψει το κάστρο όπου έκρυβε ο μάγος Ατλάντης τον Ρουτζέρο στην Αφρική, όπως περιγράφεται στον Ερωτευμένο Ορλάνδο, καθώς το δαχτυλίδι αυτό καταπολεμούσε κάθε μαγεία. Η Μελίσσα της λέει, λίγο πριν απαχαιρετηθούν, ότι θα έβρισκε τον Μπρουνέλλο σε ένα πανδοχείο και αυτός ο ίδιος θα την οδηγούσε στο μαγικό κάστρο. Πράγματι, η Βραδαμάντη βρίσκει τον Μπρουνέλλο και κάθονταν μαζί στο πανδοχείο, όταν άκουσαν έναν τρομαχτικό θόρυβο να έρχεται από έξω.

Τέταρτο άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποιητής μας συμβουλεύει να αντιμετωπίζουμε τους απατεώνες με τον ίδιο τον δικό τους τρόπο, δηλαδή υποκρινόμενοι. Η Βραδαμάντη εξαπατά έτσι τον απατεώνα και κλέφτη Μπρουνέλλο, προσποιούμενη ότι δεν γνωρίζει για το μαγικό του δαχτυλίδι, όπως ακριβώς την συμβούλεψε να κάνει η Μελίσσα. Ο θόρυβος τώρα που είχαν ακούσει είχε προκληθεί από τον φτερωτό ίππο του μάγου Ατλάντη, που πετούσε με καβαλάρη τον μάγο στον αέρα πάνω από το πανδοχείο κάνοντας τους πάντες να βγουν από τα παράθυρα για να δουν τι έγινε και τώρα τον κοίταζαν. Ο πανδοχέας λέει στην Βραδαμάντη ότι αυτός ο μάγος τριγυρνούσε και έπιανε διάφορες δεσποσύνες και ιππότες και τους μετέφερε στο κάστρο του στα Πυρηναία. Η Βραδαμάντη ζητά από τον πανδοχέα έναν οδηγό για το κάστρο του Ατλάντη και αμέσως προσφέρεται ο Μπρουνέλλος, που ήθελε να βρει και να φέρει τον Ρουτζέρο πίσω στο στρατόπεδο των Σαρακηνών. Η Βραδαμάντη φεύγει με τον Μπρουνέλλο και μόλις φτάνουν στην κορφή του βουνού και βρίσκουν το μαγικό κάστρο, του αρπάζει το μαγικό δαχτυλίδι χωρίς ωστόσο να σκοτώσει και τον ίδιο, όπως την είχε συμβουλέψει να κάνει η Μελίσσα. Έπειτα, αφού αφήνει τον Μπρουνέλλο δεμένο σ' ένα έλατο, φτάνει στην πύλη του μαγικού κάστρου και φυσώντας το κόρνο προκαλεί τον μάγο σε μονομαχία. Αυτός βγαίνει καβάλα στον φτερωτό ιππόγρυπα, ένα υβριδικό πλάσμα, γέννημα ενός γρύπα και μιας φοράδας στα Ριπαία Όρη.

Στη μονομαχία με τον Ατλάντη, η Βραδαμάντη προσποιείται ότι θαμπώθηκε από την ακτινοβολία της μαγικής του ασπίδας, πέφτοντας τάχα λιπόθυμη. Στην πραγματικότητα με την προστασία του μαγικού δαχτυλιδιού δεν είχε πάθει τίποτα και μόλις πλησίασε ο μάγος (έχοντας κατεβεί από τον ιππόγρυπα) για να την πάρει στο κάστρο, αυτή του όρμησε αιφνιδιαστικά και τον έδεσε με την ίδια την αλυσίδα που κρατούσε στα χέρια του για να την αιχμαλωτίσει. Ο γέρος μάγος δακρυσμένος της λέει ότι έφτιαξε το κάστρο μόνο και μόνο για να προστατέψει τον Ρουτζέρο και ότι οι υπόλοιποι ιππότες και οι κυράδες που άρπαζε ήταν για να του κρατούν συντροφιά ώστε να μην πλήττει. Παρά τις παρακλήσεις του μάγου, η Βραδαμάντη ελευθερώνει τον Ρουτζέρο, όπως, και όλους τους υπόλοιπους εγκλείστους του κάστρου, μεταξύ των οποίων ο Γραδάσσος, ο Σακριπάντης, ο Πρασίλδος και ο Ιρόλδος. Μόλις όμως η Βραδαμάντη ξαναβρίσκει τον Ρουτζέρο της, αυτός χάνεται ξανά μακριά της, γιατί θέλοντας αυτός να ιππεύσει τον ιππόγρυπα, το πλάσμα πέταξε ψηλά στον ουρανό παίρνοντάς τον μαζί του κατά τη δύση. Στο μεταξύ η τρικυμία είχε φέρει το πλοίο του Ρινάλδου στη Σκωτία. Εκεί μαθαίνει από κάποιους μοναχούς ότι η πριγκίπισσα Γινέβρα (Ginevra, Τζινέβρα), κόρη του βασιλιά, είχε κατηγορηθεί από κάποιον ιππότη, τον Λουρκάνιο, ότι συναντούσε τον εραστή της κρυφά, πράγμα που επέφερε τον θάνατο δια της πυράς σύμφωνα με τον νόμο. Ο Ρινάλδος, που βρίσκει άδικο τον νόμο, προσφέρεται να την υπερασπιστεί εναντίον του κατήγορού της. Καθώς προχωρούσε πάνοπλος προς την πρωτεύουσα, συνάντησε στον δρόμο δυο κακοποιούς που είχαν επιτεθεί για να σκοτώσουν μιαν όμορφη κοπέλα, την Δαλιδά (Dalinda, Νταλίντα), την οποία σώζει και παίρνει μαζί του στο άλογο. Την ρωτάει τότε ποιοι ήταν αυτοί και γιατί ήθελαν να την σκοτώσουν.

Πέμπτο άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποιητής παρατηρεί ότι, σε αντίθεση με τα ζώα, μόνο στους ανθρώπους παρατηρείται κακοποίηση των γυναικών από τους άντρες τους. Η γυναίκα που έσωσε από τους κακοποιούς ο Ρινάλδος, η Δαλιδά, του διηγείται την ιστορία της: Του λέει ότι ήταν καμαριέρα της πριγκίπισσας Γινέβρας και ότι είχε ερωτευτεί τον Πολυνείκη (Polinesso, Πολινέσο), των δούκα του Όλμπανι, τον οποίον δεχόταν τις νύχτες σε μια μυστική κάμαρη του παλατιού ρίχνοντάς του ένα σκοινί. Αυτός είχε χάσει στο μεταξύ το ενδιαφέρον του για εκείνη, χωρίς αυτή να το αντιληφθεί, όντας ερωτευμένη μαζί του. Ο Πολυνείκης ενδιαφερόταν για την Γινέβρα, η οποία ήταν όμως ερωτευμένη με τον Αριοδάντη (Ariodante, Αριοντάντε), έναν νεαρό Ιταλό ευγενή που είχε έρθει στη Σκωτία και είχε την εύνοια του βασιλιά. Ο Πολυνείκης για να εκδικηθεί την Γινέβρα, πείθει την ανύποπτη Δαλιδά να τον δεχτεί μια νύχτα ντυμένη όπως η πριγκίπισσα. Ταυτόχρονα ανακοινώνει στον Αριοδάντη ότι είχε κερδίσει αυτός την καρδιά της Γινέβρας και ότι μάλιστα συνευρισκόταν μαζί της. Προσβεβλημένος ο Αριοδάντης τον προκαλεί σε μονομαχία ως ψεύτη και κατήγορο, αλλά ο Πολυνείκης του λέει ότι μπορούσε να του αποδείξει ότι έλεγε την αλήθεια. Τον πηγαίνει τη νύχτα εκείνη που είχαν συμφωνήσει να συναντηθουν με την Δαλιδά ντυμένη σαν την Γινέβρα και ο Αριοδάντης που παρακολουθεί κρυμμένος, μαζί με τον αδερφό του Λουρκάνιο που τον συνόδευε, νομίζει ότι όντως η πριγκίπισσα είχε ερωτικό δεσμό με τον Πολυνείκη. Ο Λουρκάνιος συγκράτησε τον Αριοδάντη που ήταν έτοιμος να τραβήξει το σπαθί του, λέγοντάς του ότι έπρεπε να ενημερωθεί ο βασιλιάς για την πράξη της κόρης του. Ο Αριοδάντης συμφώνησε, αλλά την επομένη είχαν χαθεί τελείως τα ίχνη του.

Μετά από μέρες παρουσιάστηκε κάποιος προσκυνητής στη Γινέβρα, λέγοντάς της ότι ο Αριοδάντης είχε πέσει στη θάλασσα και είχε πνιγεί, λέγοντας ότι πεθαίνει γιατί είδε πάρα πολλά. Ενώ η θλιμμένη Γινέβρα αναρωτιόταν για τη σημασία των λόγων, ο Λουρκάνιος, γεμάτος πόνο και θυμό, την κατηγόρησε μπροστά στο βασιλιά ως υπεύθυνη του θανάτου του αδερφού του, εξιστορώντας όλα όσα είχε δει με τα μάτια του. Στο μεταξύ η Δαλιδά, που ήξερε τα πάντα, είχε καταφύγει στο κάστρο του Πολυνείκη για να μην την βρει ο βασιλιάς. Αυτός όμως, θέλοντας να την εξαφανίσει για να μην τον ενοχοποιήσει, την είχε παραδώσει, για να την ξεκάνουν, στους δυο κακούργους, από τους οποίους την έσωσε ο Ρινάλδος. Ο Ρινάλδος τώρα, αφού άκουσε την ιστορία, εμφανίστηκε στην πόλη του Αγίου Ανδρέα, την πρωτεύουσα, ενώπιον του βασιλιά για να υπερασπιστεί την Γινέβρα, προθυμότερος από πριν, τώρα που ήταν βέβαιος για την αθώότητά της. Όταν έφτασε, ήδη ο Λουρκάνιος μονομαχούσε με έναν άγνωστο ιππότη, που υπερσπιζόταν κι αυτός τη Γινέβρα. Ενώ η τρομερή μονομαχία φαινόταν ισόπαλη, ο Ρινάλδος εμφανίστηκε και κατηγόρησε ευθέως τον Πολυνείκη για προδοσία κατά της Γινέβρας, προκαλώντας τον να αποδείξει την αθωότητά του με τα όπλα. Ο Πολυνείκης, αν και απρόθυμα, αποδέχτηκε την πρόσκληση και στην μονομαχία ο Ρινάλδος τον σκότωσε. Πριν ξεψυχήσει ο Πολυνείκης ομολόγησε ενώπιον του βασιλιά και όλης της Αυλής την απάτη. Ο βασιλιάς, ευγνώμων για τη σωτηρία της κόρης του, στράφηκε πρώτα στον Ρινάλδο, που τον αναγνώρισε όταν έβγαλε αυτός το κράνος του, και τον ευχαρίστησε. Έπειτα στράφηκε προς τον άγνωστο ιππότη που υπερσπίστηκε την Γινέβρα ρωτώντας τον το όνομά του. Τότε έβγαλε κι αυτός το κράνος του.

Έκτο άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο άγνωστος ιππότης ήταν ο Αριοδάντης, που δεν είχε πνιγεί και μόλις έμαθε πόσο είχε λυπηθεί η Γινέβρα με τον υποτιθέμενο χαμό του είχε σπεύσει να την υπερασπιστεί ενάντια στον κατήγορό της, δηλαδή τον ίδιο του τον αδερφό. Ο βασιλιάς συναινεί στον γάμο της κόρης του με τον Αριοδάντη και τον κάνει δούκα του Όλμπανι στη θέση του Πολυνείκη, ενώ η Δαλιδά μπαίνει σε μοναστήρι. Στο μεταξύ ο Ρουτζέρος μεταφέρεται από τον ιππόγρυπα σε ένα ωραίο νησί του ωκεανού πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες. Μόλις προσγειώνεται δένει τον ιππόγρυπα σε μια μυρτιά, η οποία τότε αναταράσσεται και μιλά στον Ρουτζέρο με ανθρώπινη φωνή. Του λέει ότι ήταν ο Αστόλφος, παλαδίνος της Φραγκίας, εξάδελφος του Ορλάνδου και του Ρινάλδου και διάδοχος του αγγλικού θρόνου. Όταν έφυγε με τους άλλους ιππότες από τις Μακρινές Νήσους για να επιστρέψει στη Δύση, είχε απαχθεί από την μάγισσα Αλκίνα και είχε μεταφερθεί πάνω με μια φάλαινα (όπως περιγράφεται στο 13ο άσμα του δεύτερου βιβλίου του Ερωτευμένου Ορλάνδου) σε εκείνο το νησί, το οποίο η Αλκίνα και η αδερφή της Μοργκάνα είχαν αρπάξει από την επίσης αδερφή τους Λογιστίλλα (η οποία ήταν η μόνη καλή από τις τρεις) περιορίζοντάς την μόνο σε ένα μικρό τμήμα του νησιού, που έτσι είχε χωριστεί στα δύο. Ο Αστόλφος, λόγω της ωραιότητάς του, είχε γίνει ο ευνοούμενος της Αλκίνας, η οποία όμως τον βαρέθηκε μετά δύο μήνες και τον μεταμόρφωσε σε μυρτιά, όπως είχε μεταμορφώσει και πλήθος άλλων πριν αυτόν σε δέντρα, ζώα, πηγές ή και πέτρες ακόμα.

Ο Ρουτζέρος, ξέροντας ότι η Βραδαμάντη, ως αδελφή του Ρινάλδου, ήταν επίσης εξαδέλφη του Αστόλφου, θέλει να τον βοηθήσει και τον ρωτά πώς μπορεί να φτάσει στο τμήμα του νησιού που ήταν υπό τον έλεγχο της Λογιστίλλας. Ο Αστόλφος του υποδεικνύει την οδό και του λέει να φυλαχτεί από τα τέρατα που έχει βάλει η Αλκίνα να την φυλούν. Ο Ρουτζέρος, μη θέλοντας να ιππεύσει ξανά τον ιππόγρυπα από φόβο μήπως τον μεταφέρει ξανά μακριά, αναχωρεί πεζός. Συναντά τα τρομαχτικά τέρατα, τα οποία ήταν κατά το ήμισυ άνθρωποι και κατά το ήμισυ ζώα, και μάχεται ηρωικά εναντίον τους. Μη θέλοντας όμως να χρησιμοποιήσει ούτε την μαγική ασπίδα του Ατλάντη εν τέλει περικυκλώνεται από αυτά. Τότε εμφανίζονται δύο αρχοντικές γυναίκες, οι οποίες απομακρύνουν τα τέρατα και οδηγούν τον Ρουτζέρο στην θαυμαστή πόλη της Αλκίνας, όπου βασιλεύει αιώνια άνοιξη και αφθονούν οι απολαύσεις και οι χαρές του έρωτα. Οι γυναίκες του δίνουν ένα πολεμικό άλογο και του ζητούν να αντιμετωπίσει μία επικίνδυνη γιγάντισσα, την Εριφύλη (Erifilla, Εριφίλα), η οποία εμπόδιζε το πέρασμα από μια γέφυρα που βρισκόταν πάνω από το έλος της κεντρικής πεδιάδας του νησιού. Αυτή ήταν η μητέρα των περισσότερων τεράτων με τα οποία μαχόταν προ ολίγου ο Ρουτζέρος, ο οποίος τώρα προχωρά προς το σημείο που του δείχνουν οι γυναίκες για να την αντιμετωπίσει.

'Εβδομο άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού κατορθώνει να καταβάλει στην γέφυρα την Εριφύλη, η οποία ίππευε πάνω σε έναν γιγαντιαίο λύκο, ο Ρουτζέρος μεταβαίνει στην πόλη και το παλάτι της Αλκίνας, όπου δελεάζεται από την όμορφη μάγισσα, η οποία τον κάνει ευνοούμενό της (όπως ήταν προηγουμένως ο Αστόλφος), κάνοντάς τον να ξεχάσει και το χρέος του προς τον Αστόλφο και την αγάπη του για τη Βραδαμάντη. Η Βραδαμάντη πάλι, η οποία έψαχνε μάταια να βρει τον Ρουτζέρο παντού έχοντας γίνει αόρατη με τη βοήθεια του μαγικού δαχτυλιδιού, μαθαίνει από την μάγισσα Μελίσσα ότι αυτός βρισκόταν στο νησί της Αλκίνας. Η Μελίσσα υπόσχεται στην Βραδαμάντη να ελευθερώσει τον Ρουτζέρο από τα δίχτυα της μάγισσας και καβάλα σε ένα μαγικό άλογο (στην πραγματικότητα ένα δαιμόνιο) φτάνει το άλλο πρωί στο νησί της Αλκίνας. Εκεί, παρουσιάζεται στον Ρουτζέρο με τη μορφή του μάγου Ατλάντη και τον επιπλήττει για την εκτεθηλυσμένη του εμφάνιση και τη συμπεριφορά του. Του λέει ότι το μέλλον του είναι να γίνει ένας ηρωικός κατακτητής και όχι το παίγνιο και ο σκλάβος μιας γυναίκας. Ο Ρουτζέρος αισθάνεται ντροπιασμένος και μετανιωμένος. Η Μελίσσα του αποκαλύπτεται τότε με τον πραγματικό της εαυτό. Του λέει ότι την έστειλε η Βραδαμάντη και έχει ένα δαχτυλίδι που θα του καταδείξει την πραγματική όψη της Αλκίνας. Πράγματι, με την βοήθεια του δαχτυλιδιού η πανέμορφη δήθεν Αλκίνα εμφανίζεται στον Ρουτζέρο όπως πραγματικά ήταν: μια απαίσια, μικροσκοπική γριά, φαλακρή και ξεδοντιάρα. Ο Ρουτζέρος τώρα, που ποθεί να επιστρέψει στην Βραδαμάντη, αρματώνεται υπό τις οδηγίες της Μελίσσας: παίρνει την μαγική ασπίδα (του Ατλάντη) και την Βαλισάρδα του (το σπαθί του), και ιππεύοντας το μαύρο και γρήγορο άλογο του Αστόλφου, τον Ραμπικάνο αντί για τον ιππόγρυπα (τον οποίο η Μελίσσα του υπόσχεται να του τον φέρει την άλλη μέρα), κατευθύνεται προς το μέρος του νησιού όπου ήταν το μικρό βασίλειο της Λογιστίλλας, αφού πρώτα σκοτώνει αρκετούς από τους φρουρούς του παλατιού της Αλκίνας.