Άλαν Φιτζ Φλάντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άλαν Φιτζ Φλαντ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Alan fitzFlaad (Αγγλικά)
Γέννηση 1070
Ντολ-ντε-Μπρετάνι
Θάνατος 1114
Εθνικότητα Βρετόνοι
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα Ιππότης
Οικογένεια
Σύζυγος d:Q61314244
Τέκνα Γουόλτερ Φιτς Άλαν
Σάιμον Φιτς Άλαν
Γουίλιαμ Φιτς Άλαν, λόρδος του Όσβεστρι
Γονείς d:Q61314251

Ο Άλαν Φιτζ Φλάντ (περί το 1078 - περί το 1121) ήταν Βρετανός ευγενής που υποστήριξε τον Ερρίκο Α΄ της Αγγλίας μικρότερο γιο του Γουλιέλμου του Κατακτητή στον εμφύλιο με τους αδελφούς του.[1] Μετά τον άνοδο του Ερρίκου Α΄ ο Άλαν έγινε αυλικός και πήρε τεράστιες εκτάσεις στο Νόρφολκ, στο Σάσσεξ, στο Σροπσάιρ, και στο Μίντλαντς μαζί με το κάστρο του Όσβεστρι στο Σροπσάιρ.[2][3][4] Τα καθήκοντα του είχαν στόχο τον έλεγχο των Ουαλικών συνόρων.[5] Ο Άλαν Φιτζ Φλάντ είναι ο γενάρχης της δυναστείας των Φιτζ Άλαν, των κομήτων του Αρουντέλ και του Οίκου των Στιούαρτ αν και οι οικογενειακές συνδέσεις του χρειάζονται εκτενή έρευνα.[6]

Οικογενειακές ρίζες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ρόλος του Άλαν σαν γενάρχη των Στιούαρτ είναι ασαφής, ο Ράφαελ Χολινσεντ (1529 - 1580) με βάση πληροφορίες από το έργο του Χέκτορ Μπόες (1465 - 1536) παρουσιάζει τον Μπάνκο, βαρόνο του Λόχαμπερ σαν γενάρχη των Στιούαρτ.[7] Ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ αλλάζοντας τον ρόλο του Μπάνκο σαν συντρόφου του Μάκβεθ παρουσιάζει στο έργο του Μάκβεθ τον Μάκβεθ προπάτορα του Ιακώβου Α΄ της Αγγλίας.[8] Οι θρύλοι οδήγησαν πολλούς ιστορικούς να καθορίσουν σαν γενάρχη των Στιούαρτ τον γιο του Μπάνκο Φλίντς. Ο Ντέιβιντ Σίμπσον, ο βασιλικός ιστορικός της Σκωτίας στο έργο του για την Άννα της Μεγάλης Βρετανίας αναφέρει ότι ο Φλίντς παντρεύτηκε μια κόρη του Ουαλού βασιλιά Γκρίφφιντ απ Λιουέλιν, παρουσίασε τον Γουόλτερ Φιτς Άλαν σαν γιο του και τον Άλαν Φιτς Βάλτερ εγγονό του.[9][10][11] Η χρονολόγηση αυτή τοποθέτησε την γέννηση του Γουόλτερ Φιτς Άλαν γύρω στο 1073 δημιουργώντας ένα τεράστιο κενό. Ο Ντέιβιντ Νταλρίμπλ, λόρδος του Χάιλες στα Χρονικά της Σκωτίας την δεκαετία του 1770 προσπάθησε να καθιερώσει μια πειστική χρονολογία για τον Γουόλτερ Φιτς Άλαν που ανέλαβε εξουσίες την εποχή του Δαυίδ Α΄ της Σκωτίας και του διαδόχου του Μάλκολμ Δ΄ της Σκωτίας. Ο Γουόλτερ ήταν ο 1ος Στιούαρτ της Σκωτίας, δεν καταγράφεται κανένας Στιούαρτ την εποχή του Μάλκολμ Γ΄ της Σκωτίας.[12] Ο Ντέιβιντ Νταλρίμπλ προσπάθησε να καταργήσει τους μύθους ότι οι Στιούαρτ ήταν "θρυλικές και αινιγματικές προσωπικότητες" με τα γενεαλογικά τους δέντρα, επί Δαυίδ Α΄ η οικογένεια ήταν πολύ ισχυρή, πιθανότατα ήταν ισχυρή και παλαιότερα αλλά ο χρόνος δεν έχει καθοριστεί.[13]

Ο Άντριου Στούαρτ μελέτησε τους θρυλικούς προγόνους ανάμεσα στους οποίους και τον Σταυροφόρο Άλαν και προσπάθησε να δημιουργήσει σταθερές χρονολογίες τοποθετώντας τον θάνατο του Γουόλτερ Φιτς Άλαν το 1177. Την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα ο ιστορικός Τζορτζ Χάλμερς (1742 - 1825) καθόρισε τον Γουόλτερ σαν γιο του Άλαν Φιτζ Φλάντ με καταγωγή από το Σροπσάιρ. Η ύπαρξη του Άλαν Φιτζ Φλάντ επιβεβαίωσε την συγγένεια των Στιούαρτ με τους κόμητες του Αρουντέλ από την οικογένεια των Φιτζ Άλαν.[14] Ο ιστορικός Ρομπέρ Ουίλιαμ Ίιτον του Σροπσάιρ (1815 - 1881) επιβεβαιώνει τις σχέσεις του Άλαν με την κομητεία και περιγράφει τον γάμο του, καθόρισε και τις συγγενικές σχέσεις του ταυτίζοντας τον Φλάντ με τον Φλίντς.[15][16] Μια ανώνυμη εργασία του 1874 έδωσε έντονη προσοχή στις σχέσεις του Άλαν Φιτζ Φλάντ με την Βρετάνη καθορίζοντας τις σχέσεις του Φλάντ με τον Άλαν τον Αρχιοικονόμο.[17] Ο Ράουντ σε μια συλλογή από γενεαλογικά δέντρα δημοσιοποίησε την Κέλτικη καταγωγή του Άλαν Φιτζ Φλάντ (1901), ο πατέρας του Άλαν ήταν επίτροπος στην αρχαία αρχιεπισκοπή της Ντολ, στην επισκοπή της Ντολ-ντε-Μπρετάνι και είχε συμμετοχή στην Α΄ Σταυροφορία (1097).[18][19] Ο επίτροπος Άλαν βρέθηκε σε διάταγμα (1086) που σχετιζόταν με το Μεζουά μια περιοχή κοντά στο Ντολ του αβαείου του Σαιν-Φλοράν του Σομίρ. Η περιοχή βρισκόταν στην Λε Μον-Σαιν-Μισέλ και ήταν γνωστή στην ιστορία της Βρετάνης σαν το βασίλειο του Νομινόε. Τα γενεαλογικά δέντρα του Ράουντ επιβεβαιώθηκαν από τον Σερ Τζέιμς Μπαλφουρ Πολ (1846 - 1931) (1904) που στο έργο του σημειώνει "Οι Στιούαρτ ήταν οικογένεια Κέλτικη με καταγωγή από τους αξιωματούχους της επισκοπής της Ντολ"[20] Ο Άλαν τοποθετήθηκε στην θέση του γενάρχη και του προπάτορα της βασιλικής δυναστείας της Σκωτίας.

Άφιξη στην Αγγλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καθεδρικός ναός του Νόριτς που κτίσθηκε την εποχή του Άλαν Φιτζ Φλάντ

Ο Φλαντ και ο γιος του Άλαν έγιναν ευνοούμενοι του Ερρίκου Α΄ και όταν ανέβηκε στον θρόνο τους κάλεσε στην Αγγλία. O Ρομπέρ Ουίλιαμ Ίιτον (1815 - 1881) ωστόσο που υποστήριζε την Σκωτσέζικη καταγωγή των Στιούαρτ αναφέρει ότι ήταν μέρος της συνοδείας της βασίλισσας Ματθίλδης της Σκωτίας.[21] Ο Ράουντ τονίζει ότι όταν ο Ερρίκος Α΄ πολιορκήθηκε από τα αδέλφια του (1091) είχε στο πλευρό του πολλούς ευγενείς από την γειτονική Βρετάνη ανάμεσα τους και από την περιοχή του Ντολ που αναγκάστηκαν να αποσυρθούν λόγω της ήττας του.[22] Με τον θάνατο του Γουλιέλμου Ρούφου και την άνοδο του Ερρίκου Α΄ (1100) οι ευγενείς ήρθαν στην Αγγλία σαν μέλη της συνοδείας του Ερρίκου. Η σταδιοδρομία του Άλαν στην Βρετανία φαίνεται σε μια σειρά από διατάγματα που παρουσίαζαν τα ταξίδια του Ερρίκου Α΄ την πρώτη δεκαετία της βασιλείας του. Τα ταξίδια του Ερρίκου Α΄ καταγράφηκαν από τον Ίιτον που πήρε τις πληροφορίες του από το βασιλικό ημερολόγιο του Ουίλιαμ Φάρρερ, όλα τα ταξίδια αφορούσαν εκκλησιαστικές υποθέσεις και αμφισβητούμενες δωρεές σε εκκλησίες και μοναστήρια.

Ο Άλαν εμφανίζεται στην συνοδεία του Ερρίκου Α΄ από τον Σεπτέμβριο 1101 σε συνέλευση που συνεκλήθη στο κάστρο του Γουίντσορ, έκανε σημαντικές παραχωρήσεις στον καθεδρικό ναό του Νόριτς επιβεβαιώνοντας την ίδρυση του.[23][24][25] Ο Άλαν εμφανίζεται κατόπιν με τον βασιλιά στο Καντέρμπερι (1103) με παραχωρήσεις στις μοναχές του αβαείου του Μέιλινγκ και δωρεές γης από τον Καθεδρικό ναό του Ρότσεστερ στις προσπάθειες για την ανοικοδόμιση του.[26][27] Την ίδια χρονιά αργότερα ή στις αρχές της επόμενης χρονιάς ο Άλαν βρέθηκε μαζί με τον βασιλιά στο Νιου Φόρεστ για υπόθεση που αφορούσε την μονή του Άντοβερ μια θυγατρική μονή του μεγάλου Βενεδικτιακού αβαείου του Σαιν-Φλοράν του Σομίρ.[28] Ο Άλαν επέλεξε την θέση λόγω των δεσμών της οικογένειας του με το αβαείο του Σομίρ, ένας θείος του ήταν εκεί μοναχός.[29] Ο Γουλιέλμος Ρούφος είχε διατάξει όλες οι μονές της ενορίας να παραδοθούν στους μοναχούς ή να καταστραφούν.[30] Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με το παρεκκλήσι του Φόξκοτ λύθηκε από τον Εδουάρδο του Φόξκοτ έναν τοπικό γαιοκτήμονα που ανέλαβε να το προστατέψει από την καταστροφή.

Εμφάνιση στην βασιλική αυλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλα προβλήματα δημιουργήθηκαν με την παροχή της δικαιοσύνης στα βασιλικά κτήματα, ο Γουίχενοκ ένας μοναχός του Σαιν-Φλοράν βρέθηκε σε προστριβή με τον πάρεδρο του Άντοβερ, ο Άλαν κλήθηκε μάρτυρας αφού το Φόξκοτ ανήκε στην περιουσία που είχε δοθεί στην μονή από τον πάπα Ευγένιο Γ΄ (1146).[31] Το φθινόπωρο του 1105 ο Άλαν κλήθηκε μάρτυρας στην Γιορκ σε μια μεταφορά του Ραλφ Παινέλ από την μονή της Αγίας Τριάδας στην Γιορκ στο αβαείο του Μαρμουτιέ.[32][33] Την ίδια εποχή παρουσιάστηκε σαν μάρτυρας στο δώρο του Ρογήρου του Νονάντ από την εκκλησία του Τότν στο αβαείο του Αγίου Σεργίου στο Άνγκους για την ψυχή των μελών της βασιλικής οικογένειας.[34] Τον Μάιο του 1110 ο Άλαν βρέθηκε ξανά μάρτυρας στην αυλή του Γουίντσορ για να επιλύσει μια διαφωνία ανάμεσα στον Χέρβεϊ τον Βρετανό, επίσκοπο του Έλι και τον Ράνουλφ Φλαμπάρντ επίσκοπο του Ντάραμ για την περιουσία τους, η διαφωνία επιλύθηκε υπέρ του τελευταίου.[35] Ο Άλαν εμφανίζεται αργότερα σε διάταγμα που εκδόθηκε από τον Ριχάρδο ντε Βελμέις Α΄, επίσκοπο του Λονδίνου και αντιβασιλιά στο Σροπσάιρ σχετικά με τον μισθό ενός κληρικού στο Μόρβιλ.[36][37] Η ενοριακή εκκλησία διαλύθηκε για να ενισχύσει με τα εδάφη της το αβαείο του Σρούσμπερυ αλλά ο γιος ενός από τους ιδιοκτήτες αντιστάθηκε στην απώλεια που την έβλεπε σαν πατρική περιουσία. Ο Άλαν βρέθηκε στο Σροπσάιρ στην εκστρατεία του Ερρίκου Α΄ στην Ουαλία (1114), ο Ίιτον τοποθετεί το γεγονός το 1109, η χρονολογία δείχνει ότι ο Άλαν ήταν επιφανές μέλος της αριστοκρατίας του Σροπσάιρ.[38]

Η ταχύτατη άνοδος του Άλαν σε πλούτη και δύναμη συνοδεύτηκε από μεγάλες ταραχές, ο Ροβέρτος του Μπελέμ εξεγέρθηκε ενάντια στο Άγγλο - Σαξονικό σύστημα διακυβέρνησης που επικρατούσε στα Ουαλικά σύνορα (1102).[39] Ο Ροβέρτος ήταν μεγάλη απειλή για τον Ερρίκο Α΄ και ο βασιλιάς ήταν αποφασισμένος να ιδρύσει ένα νέο δίκτυο με πιστούς οπαδούς του, ο Άλαν δέχτηκε περισσότερη γη από ότι θα του άξιζε. Ένα μεγάλο τμήμα εδαφών στο Σροπσάιρ κοντά στο Αρουντέλ του Σάσσεξ δόθηκε στον Ράιναλντ, τον γενάρχη του Οίκου του Μπάλλιολ που ανέβηκε αργότερα στον θρόνο της Σκωτίας.[40] Τα εδάφη παραχωρήθηκαν στον Ράιναλντ από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή για να τον αναγνωρίσει σαν σερίφη του Σροπσάιρ. Δεν βρέθηκε απόδειξη ότι ο Ράιναλντ ή ο διάδοχος του Ούγος ήταν επαναστάτες, τα εδάφη δόθηκαν στον Άλαν σαν επιβεβαίωση για την άνοδο του στην σεριφεία.[41] Κέρδισε επιπλέον πολλές μεγάλες εκτάσεις από τον Έρνουλφ του Έσντιν χάρη στον γάμο του με την κόρη του Αβελίνα.[42]

Θρησκευτικές δωρεές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καθεδρικός ναός του Ντολ

Ο Άλαν προχώρησε σε μεγάλο αριθμό παραχωρήσεων σε θρησκευτικά ιδρύματα, σε διάταγμα που εκδόθηκε στον Καθεδρικό ναό του Νόριτς (1101) καταγράφονται δικηγόροι στις εκκλησίες του Λάνγκαμ και του Νόρφολκ "του Άλαν", πολύ πιθανό να έγινε μια δωρεά από τον ίδιο.[43] Δώρισε την βίλα του Ίτον κοντά στο Νόριτς στον Καθεδρικό ναό του Νόριτς ένα δώρο το οποίο ο βασιλιάς υποσχέθηκε "να κατοχυρώσει όταν πήγε ο Άλαν στην αυλή του".[44][45] Είναι αβέβαιο σε τι βαθμό συμμετείχε ο βασιλιάς στο εκκλησιαστικό διάταγμα, η παρουσία του Άλαν στην αυλή ήταν αναμενόμενη.[46] Έκανε επιπλέον σημαντικές δωρεές στο κάστρο του Άκρ που βρισκόταν στα σύνορα του Νόρφολκ, στην περιοχή του Μίλχαμ.[47] Οι σημαντικότερες από τις δωρεές του στο Νόρφολκ ήταν στην μονή του Σπόρλ μια άλλη Βενεδικτιανή μονή αφιερωμένη στον Σαιν-Φλοράν του Σομίρ ο οποίος το ίδρυσε.[48] Έδωσε στους μοναχούς του Σαιν-Φλοράν την εκκλησία του Σπόρλ, τους τίτλους, ιδιοκτησίες, ένα λιβάδι στο Σπόρλ και στο Μίλχαμ, ξυλεία και βοσκότοπο για τα πρόβατα.[49] Τα Χρονικά του Σαιν-Φλοράν σημειώνουν ότι ένας από τους μάρτυρες της δωρεάς του Άλαν ήταν ο Γουίχνοκ και προερχόταν από το Άντοβερ.[50] Στο Σπόρλ χορηγήθηκε περιουσία από τα χωριά του Νόρφολκ όπως το μικρό και το μεγάλο Πάγκραβ με την μονή και την εκκλησία, το μεγάλο Ντάναμ, το Χούνσταντον και το Χολμ-νεξτ-δι-Σίι.[51]

Ο Άλαν απέκτησε το Άπτον Μάγκνα, το αρχοντικό στο Σροπσάιρ στο οποίο κτίστηκε αργότερα το αβαείο του Χόγκμοντ σαν τμήμα εδαφών που ανήκαν σε παλιότερους σερίφηδες.[52] Ένα έγγραφο χρονολογεί την ίδρυση της μονής το 1100 από τον γιο του Γουίλιαμ Φιτς Άλαν αλλά θεωρείται αναξιόπιστο επειδή εκείνη την χρονιά δεν είχε γεννηθεί.[53] Η ύπαρξη θρησκευτικής κοινότητας στο Χόγκμοντ επιβεβαιώνεται μόνο όταν έγινε χορήγηση αλιείας στην περιοχή ενώ εξακολουθούσε να είναι ακόμα μονή το 1135.[54] Ο Ίιτον ισχυρίζεται ότι ιδρυτής ήταν ο Γουίλιαμ αλλά Βικτωριανοί ιστορικοί έχουν αποκαλύψει ότι υπήρχαν ήδη ήμι-αιρετικές κοινότητες υπό την προστασία του Άλαν και είχαν αφήσει γραπτά ίχνη.[55] Ο Άλαν παραχώρησε πολλές εκτάσεις γης και δικαιώματα ιδιοκτησίας, έδωσε γη από την βίλα του Στρέττον-ον-Ντάνσμορ στο Γουόρικσερ στο αβαείο του Μπούρτον.[56] Έδωσε δέκατα της ιδιοκτησίας του Μπούρτον του Τρέντ στους μοναχούς του Λέχον στην Βρετάνη που εκείνη την εποχή ήταν στην δικαιοδοσία του αβαείου του Μαρμουτιέ, η δωρεά επιβεβαιώθηκε μερικές δεκαετίες αργότερα από τον εγγονό του Άλαν Φίτς Τζόρνταν.[57] Ο Άλαν Φίτς Τζόρνταν επιβεβαίωσε δωρεές του παππού του στο Μαρμουτιέ περιουσίας στο Κούγκεν και αποκατέστησε δώρα του Άλαν Φιτς Φλάντ όπως έναν μύλο στο Μπούρτον στην μονή του Σέλε και ένα μικρό μοναστήρι του Σάσσεξ που ανήκε στο Σαιν-Φλοράν του Σομίρ.[58]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άλαν Φιτς Φλάντ παντρεύτηκε την Αβελίνα ντε Εσντίν, κόρη του Έρνουλφ ντε Εσντίν επάρχου δέκα κομητειών την εποχή του Domesday Book που σκοτώθηκε σε Σταυροφορία στην Αντιόχεια.[59][60][61] Οι "Βασιλικές Οικογένειες του Μπερκ" (1848) ήταν μια από τις πηγές που σημείωσε ότι "η σύζυγος του Άλαν ήταν κόρη και διάδοχος του Βαρίν, σερίφη του Σροπσάιρ που τοποθετήθηκε από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή".[62] Το γεγονός ότι ο Άλαν κρατούσε εδάφη που ανήκαν στους σερίφηδες της χώρας έχει γίνει αποδεκτό από τον Ουίλιαμ Νταγκντάλ αλλά έχει απορριφτεί από τον Ίιτον λόγω έλλειψης αποδείξεων και σημειώνει ότι :[63]

  • Στις παραχωρήσεις του Άλαν από τις κομητείες του Σάσσεξ στο αβαείο του Χόγκμοντ αναφέρεται η μητέρα του ως Αδελίνα
  • Στους λογαριασμούς του Όρντερικ Βιτάλις στην πολιορκία του Σρούσμπερυ (1138) ο υπερασπιστής Έρνουλφ του Έσντινγκ αναφέρεται θείος από μητέρα του Γουόλτερ Φιτς Άλαν.[64]

Ο Έρνουλφ που είχε το ίδιο όνομα με τον πατέρα του ήταν αδελφός της Αβελίνα. Ο Ράουντ τοποθετεί τις δραστηριότητες του παλιότερου Έρνουλφ στην Πικαρδία και καταγράφει μια κόρη του με το όνομα Άβα, το όνομα της παρουσιάζεται σε διάταγμα που παραχωρεί οικογενειακές εκτάσεις του Έσντινγκ στην μονή του Αγίου Γεωργίου, μια Βενεδικτιανή μονή υποταγμένη στο αβαείο του Άντσιν, βρισκόταν στην αρχική θέση του Εσντίν. Η καταγραφή της δωρεάς αποδεικνύει ότι ο Έρνουλφ βρισκόταν τότε στην συνοδεία του Γουλιέλμου Ρούφου που έκανε εκείνη την εποχή περιοδείες στην Αγγλία.

Ο Άλαν και η Αβελίνα απέκτησαν :

  • Γουίλιαμ Φιτς Άλαν, λόρδος του Όσβεστρι, μεγαλύτερος γιος που έγινε Υψηλός Σερίφης του Σροπσάιρ από τον βασιλιά Στέφανο (1137). Παντρεύτηκε μια ανιψιά του Ροβέρτου 1ου κόμη του Γκλόστερ, ο γιος του Γουλιέλμος διεκδίκησε με γάμο την κομητεία του Κλάν και έγινε λόρδος του Κλάν και του Όσβεστρι.[65][66] Ο Γουίλιαμ ήταν ο προπάτορας των Φίτς Άλαν κομήτων του Αρουντέλ.[67]
  • Γουόλτερ Φιτς Άλαν [68]
  • Τζόρνταν Φιτς Άλαν του Μπάρτον, κληρονόμησε εδάφη στην Βρετάνη και επανέφερε στην μονή του Σαιν-Φλοράν στο Σελ, Δυτικό Σάσσεξ τον μύλο του Μπάρτον που του δόθηκε από τον πατέρα του.[69]
  • Σίμων, αδελφός του Γουόλτερ Φιτς Άλαν, πήγε στην Σκωτία και αναφέρεται σε ένα διάταγμα στην ίδρυση του αβαείου του Πέισλι, ο Ράουντ αναφέρει ότι πολύ πιθανό να ήταν ετεροθαλής ή νόθος αδελφός.[70][71]

Μετά τον θάνατο του Άλαν η Αβελίνα παντρεύτηκε τον Ροβέρτο Φιτς Γουόλτερ, σερίφη του Νόρφολκ και του Σάφοκ όπως εμφανίζεται σε διάταγμα μετά το 1126 στην εκκλησία του Τσίππινγκ Νόρτον στο αβαείο του Γκλόστερ.[72]

Διαφωνίες για την ημερομηνία θανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άλαν Φιτς Φλαντ σύμφωνα με όλες τις πηγές πέθανε μετά το 1114, ο Ίιτον στο έργο του Νταγκντάλ Ιστορία του Γουόρικσερ τονίζει ότι η Σιβύλλη του Γούλστον παραχώρησε γη που ανήκε στην μητέρα της Αβελίνα στο αβαείο του Μπάρτον.[73] Ο Ίιτον είναι βέβαιος ότι η γη ανήκε στον Άλαν και η Αβελίνα ήταν η σύζυγος του, η Αβελίνα δεν μπορούσε από μόνη της να κάνει δωρεές γης κάτι που μπόρεσε να κάνει ο Άλαν όσο ζούσε πριν το 1114. Οι έρευνες του Ράουντ έδειξαν ότι τα συμπεράσματα του Ίιτον ήταν ψευδή, ο Ίιτον είχε συνδυάσει τρεις γειτονικές βίλες στο Γουόρικσερ που ανήκαν στον Ράιναλντ ντε Μπαγιέ. Σε ένα από τα διατάγματα στο οποίο η Σιβύλλη κάνει δωρεές γης στο Βενεδικτιανό αβαείο του Σαιν-Πιερ-συρ-Ντάιβ φαίνεται ότι η Σιβύλλη δεν ήταν κόρη της Αβελίνας με τον Άλαν Φιτς Φλάντ αλλά με τον Ουμβέρτο Μπαλντράμ έναν υποτελή του Ράιναλντ, ο Ράουντ σημειώνει :[74]

"Η Αβελίνα, μητέρα της Σιβύλλης και σύζυγος του Ουμβέρτου Μπαλντράμ δεν έχει καμιά σχέση με την Αβελίνα σύζυγο του Άλαν Φιτς Φλάντ με την οποία ταυτίζει εσφαλμένα ο Ίιτον, ο Άλαν πιθανό να είχε ζήσει και μετά το 1114 ...".[75]

Στο έργο που ήταν αφιερωμένο στην Βασίλισσα Βικτώρια (1973) σχετικά με το αβαείο του Χόγκμοντ φαίνεται καθαρά ότι η ημερομηνία αυτή τερματίζει τα γεγονότα της ζωής του Άλαν.[76] Είναι γνωστό ότι η Αβελίνα του Εσντίν σαν χήρα διεκδίκησε την βίλα του Ίτον από τον Έβεραρντ του Κάλνε, επίσκοπο του Νόριτς ζητώντας γη αξίας 100 δολαρίων ισόβια, την διεκδίκηση επικύρωσε ο Ερρίκος Α΄ τον Μάιο του 1121 στην αυλή του στο Γουίντσεστερ.[77] Ο θάνατος του Άλαν είχε συμβεί τότε αλλά όχι περισσότερο από λίγους μήνες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Round (1901), p. 124
  2. Burke, John and John Bernard, Volume 2, p. xl
  3. Cokayne, G. E., edited by Vicary Gibbs & H. A. Doubleday, The Complete Peerage, London, 1926, vol. v., p. 391
  4. Chalmers, Volume 2, p. 572-3
  5. Ritchie, R. L. Graeme, The Normans in Scotland, Edinburgh University Press, 1954, p. 280-81
  6. Barrow, G. W. S. "Stewart family". Oxford Dictionary of National Biography (online ed.). Oxford University Press
  7. Holinshed, Volume 5, p. 265
  8. Holished, Volume 5, p. 269
  9. Sym, p.16-7
  10. Sym, p.18
  11. Sym, p.22-3
  12. Dalrymple, p. 57
  13. Dalrymple, p. 53-4
  14. Chalmers, Volume 2, p. 572-3
  15. Eyton, Volume 7, p. 215-6
  16. Eyton, Volume 7, p. 227
  17. The Norman People, p. 408
  18. Round (1901), p. 120
  19. Round (1901), p. 122
  20. Paul, p. 9
  21. Eyton, Volume 7, p. 230
  22. Round (1901), p. 124
  23. Eyton, Volume 7, p. 217
  24. Johnson and Cronne, p. 13-4, no. 547-8
  25. Farrer, p. 10, nos. 25-6
  26. Farrer, p. 19, nos. 68-9
  27. Johnson and Cronne, p. 30, nos. 634, 636.
  28. Alien houses: Priory of Andover in Doubleday and Page, p.219-21.
  29. Round (1901), p. 122
  30. Round (1899), p. 415, no. 1150.
  31. Round (1899), p. 402, no. 1126.
  32. Round (1899), p. 442, no. 1225.
  33. Johnson and Cronne, p. 45, no. 714.
  34. Johnson and Cronne, p. 50, no. 735a.
  35. Johnson and Cronne, p. 51, no. 945.
  36. Farrer, p. 70, no. 326
  37. Johnson and Cronne, p. 51, no. 1051.
  38. Eyton, Antiquities of Shropshire, Volume 7, p. 220
  39. Ritchie (1954) p.280-1
  40. A T Gaydon, R B Pugh (Editors), M J Angold, G C Baugh, Marjorie M Chibnall, D C Cox, Revd D T W Price, Margaret Tomlinson, B S Trinder: Victoria County History: Shropshire, Volume 2, Chapter 9: the Abbey of Haughmond
  41. Eyton, Antiquities of Shropshire, Volume 7, p. 220
  42. Eyton, Volume 7, p. 222
  43. Eyton, Volume 7, p. 217
  44. Farrer, p. 54, no. 243
  45. Johnson and Cronne, p. 55, no. 762
  46. Johnson and Cronne, p. xxviii
  47. Eyton, Volume 7, p. 218
  48. Round (1901), p. 123
  49. Alien houses: The priory of Sporle in Page, p. 463-4
  50. Round (1899), p. 414, no. 1149.
  51. Eyton, Volume 7, p. 219
  52. Eyton, Volume 7, p. 211
  53. Eyton, Volume 7, p. 284
  54. Eyton, Volume 7, p. 285
  55. A T Gaydon, R B Pugh (Editors), M J Angold, G C Baugh, Marjorie M Chibnall, D C Cox, Revd D T W Price, Margaret Tomlinson, B S Trinder: Victoria County History: Shropshire, Volume 2, Chapter 9: the Abbey of Haughmond
  56. Eyton, Volume 7, p. 221
  57. Round (1899), p. 441, no. 1221.
  58. Eyton, Volume 7, p. 219
  59. Round (1899), p. xlvii
  60. Round (1901), p. 116
  61. Ritchie (1954) p. 98n
  62. Burke, John and John Bernard, Volume 2, p. xl
  63. Eyton, Volume 7, p. 213
  64. Eyton, Volume 7, p. 222
  65. Ritchie (1954) p.281
  66. Cokayne et al. (1926), vol. v, p. 392
  67. Round (1901), p. 125
  68. Ritchie (1954) p.281
  69. Round (1901), p. 126
  70. Ritchie (1954) p.348n
  71. Round (1901), p. 125, fn. 3
  72. Johnson and Cronne, p. 296, no. 1940.
  73. Eyton, Volume 7, p. 221
  74. Round (1899), p. 202, no. 579.
  75. Round (1901), p. 130-1
  76. A T Gaydon, R B Pugh (Editors), M J Angold, G C Baugh, Marjorie M Chibnall, D C Cox, Revd D T W Price, Margaret Tomlinson, B S Trinder: Victoria County History: Shropshire, Volume 2, Chapter 9: the Abbey of Haughmond
  77. Johnson and Cronne, p. 163, no. 1284.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anonymous (1874). The Norman People and Their Existing Descendants in the British Dominions and the United States of America. Henry S. King. Retrieved 25 February 2015.
  • Barrow, G. W. S. "Stewart family". Oxford Dictionary of National Biography (online ed.). Oxford University Press.
  • Burke, John; Burke, John Bernard (1851). The royal families of England, Scotland, and Wales : with their descendants, sovereigns and subjects. E. Churton. Retrieved 25 February 2015.
  • Chalmers, George (1807). Caledonia. 2 (New edition, 1887 ed.). Alexander Gardner. Retrieved 10 February 2015.
  • Dalrymple, David (1776). Genealogical history of the Stewarts. 3 (1797 ed.). Creech et al. Retrieved 25 February 2015.
  • Doubleday, H. Arthur; Page, William, eds. (1903). A History of the County of Hampshire. 2. Institute for Historical Research. Retrieved 25 February 2015.
  • Eyton, Robert William (1858). The Antiquities of Shropshire. 7. John Russell Smith, London. Retrieved 25 February 2015.
  • Farrer, William (1920). An Outline Itinerary of King Henry the First. Oxford. Retrieved 25 February 2015.
  • Holinshed, Raphael (1587). Chronicles of England, Scotland and Ireland. 5 Scotland (1808 ed.). Johnson et al. Retrieved 25 February 2015.
  • Johnson, Charles; Cronne, H. A., eds. (1956). Regesta Regum Anglo-Normannorum,. 2. Oxford. Retrieved 2 March 2015.
  • Page, William, ed. (1906). A History of the County of Norfolk. 2. Institute for Historical Research. Retrieved 26 February 2015.
  • Paul, James Balfour (1904). The Scots Peerage. David Douglas. Retrieved 25 February 2015.
  • Ritchie, Robert Lindsay Graeme (1954). The Normans in Scotland. Edinburgh University Press.
  • Round, J. Horace (1899). Calendar of Documents Preserved in France, illustrative of the history of Great Britain and Ireland. 1. HMSO. Retrieved 27 February 2015.
  • Round, J. Horace (1901). Studies in Peerage and Family History. Constable. Retrieved 25 February 2015.
  • Stuart, Andrew (1798). Genealogical history of the Stewarts. Strahan et al. Retrieved 25 February 2015.
  • Symson, David (1712). A genealogical and historical account of the illustrious name of Stuart. Freebairn, Knox. Retrieved 25 February 2015.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Alan fitz Flaad της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).