Άβκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άβκα
Awka city.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Άβκα
6°12′0″N 7°4′0″E
ΧώραΝιγηρία
Διοικητική υπαγωγήΑνάμπρα
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Άβκα ή Άουκα (αγγλ. Awka, ίγκμπο Ọka)[1] είναι πόλη της νότιας Νιγηρίας, πρωτεύουσα της Πολιτείας Ανάμπρα μετά τη δημιουργία της τελευταίας το 1991. Η πολιτεία έχει εκτιμώμενο πληθυσμό 399.300 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2006 (μόνο ο δήμος, μια τεράστια αύξηση σε σχέση με τους 104.682 κατοίκους του 1991), ενώ η μητροπολιτική περιοχή της έχει περίπου 5 εκατομμύρια (εκτίμηση του 2018). Η πόλη αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο και απέχει οδικώς 199 χιλιόμετρα βόρεια του Πορτ Χάρκορτ, ευρισκόμενη στο κέντρο της πυκνοκατοικημένης «Ιγκμπολάνδης».[2]

Η στρατηγική της θέση είχε σημαντικό ρόλο στην επιλογή της ως διοικητικού κέντρου από τις αποικιακές αρχές και σήμερα ως έδρα της πολιτείας Ανάμπρα. Εξάλλου, η τοποθεσία κατοικείται από την αρχαιότητα: στην περιοχή της έχουν ανακαλυφθεί έργα μικροτεχνίας της πρώιμης εποχής του χαλκού Σήμερα αποτελεί κέντρο εμπορίου γεωργικών προϊόντων (γλυκοπατάτα, ταπιόκα, αραβόσιτος, φοινικέλαιο κ.ά.) και παραδοσιακό κέντρο της σιδηρουργίας της φυλής των Ίμπο. Η πόλη δεν πρέπει να συγχέεται με την κοντινή της μικρή πόλη Άβκα-Ετίτι (35.000 κατοίκων)

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άβκα είναι ένας από τους αρχαιότερους οικισμούς της νότιας-νοτιοανατολικής Νιγηρίας, στο κέντρο του πολιτισμού Νρι, ο οποίος παρήγαγε τα αρχαιότερα γνωστά ορειχάλκινα τέχνεργα στην υποσαχάριο Αφρική, περί το 800 μ.Χ., και υπήρξε το λίκνο γενικότερα του πολιτισμού των Ίμπο ή Ίγκμπο.[3]

Οι πρώτοι οικιστές της Άβκα ήταν ο λαός των Ιφιτεάνα, όνομα που αντιστοιχεί στον ελληνικό όρο «αυτόχθονες», καθώς σημαινει «λαός που ξεφύτρωσε μέσα από τη γη». Οι άνθρωποι αυτοί ήταν φημισμένοι τόσο ως καλλιεργητές, όσο και ως κυνηγοί, αλλά και σιδηρουργοί, και ζούσαν κυρίως δίπλα στο ρυάκι Ogwugwu, στο σημερινό διαμέρισμα Nkwelle της πόλης.

Η κύρια θεότητα των Ιφιτεάνα ήταν η Ọkịka-na-ube, δηλαδή ο θεός «της φήμης του ακοντίου», οπότε οι Ιφιτεάνα ήταν γνωστοί συντομευμένα ως Ụmụ-Ọkanube, δηλαδή οι «λάτρεις του Ọkanube», φράση που συντομεύθηκε τελικώς σε Ụmụ-Ọka και απλώς Ọka, που είναι και το σημερινό όνομα της πόλεως (το Ọka αποδόθηκε ως «Awka» στην αγγλική).

Κατά την αρχαιότητα στην Άβκα σύχναζαν πολλοί ελέφαντες, καθώς υπήρχε μια λιμνούλα, η Iyi-Enyi, όπου συγκεντρώνονταν για να πιουν νερό. Οι ντόπιοι τους κυνηγούσαν για τους χαυλιόδοντές τους (okike), που διατηρούσαν σε κάθε σπίτι ως σύμβολο του θεού Ọkanube.

Με την πάροδο των αιώνων, η πόλη έγινε γνωστή για τη μεταλλουργία της και οι σιδηρουργοί της φημίζονταν σε όλη την περιοχή για τα αγροτικά εργαλεία που κατασκεύαζαν, τα όπλα, αλλά και μεταλλικά τελετουργικά αντικείμενα, όπως το Oji (ραβδί απόκρυφων δυνάμεων) και το Ngwuagilija (ραβδί των αρχόντων, δηλαδή σκήπτρο).[4]

Πολύ πριν έρθουν οι πρώτοι Ευρωπαίοι, η πόλη έγινε διάσημη για το Μαντείο της Αγκμπάλα (μια θεά που λεγόταν πως ήταν κόρη του θεού του Άρο-Τσούκγου). Οι ιθαγενείς το συμβουλεύονταν όποτε υπήρχαν μείζονες διχογνωμίες μεταξύ τους. Αργότερα στάθηκε χρήσιμο για τους δουλέμπορους, καθώς, όπως και το ανώτατο μαντείο των Ίμπο στην πολη Άρο-Τσούκγου, μεσολαβούσε για την προμήθεια εύπιστων δούλων από την ενδοχώρα. Τελικώς το Μαντείο της Αγκμπάλα καταστράφηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από την αποικιακή διοίκηση.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άβκα είναι κτισμένη σε μια ευρεία εύφορη κοιλάδα στην περιοχή του ποταμού Μάμου, σε υψόμετρο μικρότερο των 150 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και σε γεωγραφικές συντεταγμένες του κέντρου της 6°12΄25΄΄ Βόρειο πλάτος και 7°04΄04΄΄ Ανατολικό μήκος. Απέχει σε ευθεία γραμμή 200 χιλιόμετρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό και 34 από τον ποταμό Νίγηρα (στα δυτικά της). Δύο λοφοσειρές αποτελούν τα κυριότερα τοπογραφικά χαρακτηριστικά στην περιοχή της Άβκα, την οποία διατρέχουν αμφότερες στη διεύθυνση βορρά-νότου. Το υψηλότερο σημείο τους βρίσκεται στο Αγκούλου, μόλις έξω από τα όρια της μητροπολιτικής περιοχής.

Το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού δάσους βροχής έχει χαθεί εξαιτίας της αποψιλώσεως για καλλιέργειες και οικιστικό ιστό. Μερικά υπολείμματά του σώζονται σε τοποθεσίες όπως αυτή του ιερού Ίμε Όκα.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Egbokhare, Francis O.· Oyetade, S. Oluwole (2002). Harmonization and standardization of Nigerian languages. CASAS. σελ. 106. ISBN 1-919799-70-2. 
  2. «Map Showing Port Harcourt And Awka with Distance Indicator». Globalfeed.com. Ανακτήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2016. 
  3. «Anambra State». Nigerian Investment Promotion Commission. 7 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2021. 
  4. «Awka | History & Facts». Encyclopedia Britannica. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2021.