DDT
Το DDT (συντομογραφία της κατά IUPAC ονομασίας (π, π'-διχλωρο-διφαινυλοτριχλωροαιθάνιο) είναι χλωριούχος ένωση, ισχυρά τοξική που χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο για την καταπολέμηση των κουνουπιών στις ελώδεις περιοχές για περιορισμό της μετάδοσης της ελονοσίας. Παρασκευάστηκε το 1874 από το Γερμανό χημικό Ότμαρ Τσάιντλερ (Othmar Zeidler) χωρίς όμως να περιγραφούν εντομοκτόνες ιδιότητες, τις οποίες ανακάλυψε πολύ αργότερα (1930) ο Ελβετός χημικός της εταιρείας Ciba - Geigy Πάουλ Χέρμαν Μύλλερ (Paul Hermann Müller).[1]
Επειδή είναι μη βιοδιασπώμενη, με έρευνες που έγιναν βρέθηκαν ποσότητες DDT μέχρι και στο γάλα των λευκών αρκούδων και στα αυγά των πιγκουίνων στο Βόρειο πόλο. Θεωρήθηκε υπεύθυνο για την λείανση - λέπτυνση του κελύφους των αυγών πτηνών που οδήγησε στον περιορισμό του πληθυσμού τους εγκυμονώντας ακόμα και τον κίνδυνο της πλήρους εξαφάνισης τους. Σήμερα η χρήση του έχει απαγορευτεί.