Προάστιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ένας πρότυπος προαστιακός οικισμός στο Σαν Χοσέ της Καλιφόρνια, υπό μορφή tract housing.

Προάστιο (αγγλικά: suburb) αποκαλείται μια οικιστική περιοχή που αναπτύσσεται στα περίχωρα μιας πόλης ή ενός αστικού κέντρου. Ο όρος συνήθως αναφέρεται σε περιοχές με αραιή ή χαμηλή δόμηση, με κατοικίες που στεγάζουν μία οικογένεια έκαστη και χρησιμοποιούνται κυρίως για οικιστικές ανάγκες, με καθημερινή μετακίνηση του πληθυσμού στο γειτονικό αστικό κέντρο. Οι μηχανικές μετακινήσεις, περιλαμβάνοντας τα ΙΧ και τα μέσα σταθερής τροχιάς ευνόησαν κατά τον 20ο αιώνα την εξάπλωση των προαστίων που τείνουν να πολλαπλασιάζονται κοντά στις πόλεις που οικοδομούνται σε μεγάλες πεδιάδες.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη προέρχεται από τα συνθετικά "προ" που σημαίνει κοντά, λίγο πριν και "άστυ", δηλαδή πόλη. Ο αντίστοιχος αγγλικός όρος "suburb" προέρχεται από τον αρχαίο γαλλικό όρο subburbe και μετέπειτα λατινικό όρο suburbium, από τα συνθετικά "sub", που σημαίνει υπό και urbs, δηλαδή πόλη. Επώνυμοι άνθρωποι συνήθιζαν να διαβιούν σε λόφους, κοντά στα κέντρα εμπορικών ή πολιτικών δραστηριοτήτων, ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώμματα του πληθυσμού συνήθιζαν να ζουν στα περίχωρα. Η δεύτερη χρήση του συνθετικού "υπό" (under) χρησιμοποιόταν αργότερα ευρέως με αναφορά σε λιγότερη ευημερία, πολιτική επιρροή, μόλυνση, ή πυκνότητα δόμησης. Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του όρου αυτού, σύμφωνα με το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης, προέρχεται από τον Wycliffe το 1380, ο οποίος χρησιμοποιεί τον όρο suburbis. Παλαιότερα, έξω από την πόλη διέμεναν τα μέλη των χαμηλών εισοδηματικών τάξεων, με δυσκολίες μετακίνησης προς το κέντρο των επιχειρηματικών δράσεων. Σήμερα αντιθέτως, με την ανάπτυξη των μέσων μετακίνησης και την ευρεία χρήση των ΙΧ, έξω από την πόλη κατοικούν μέλη των μεσσαίων και ανωτέρων εισοδηματικών τάξεων του πληθυσμού.

Ιστορική Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τραμ στη Salt Lake City της Utah, στις ΗΠΑ. Στην Αμερική οι μετακινήσεις στο κέντρο της πόλης γίνονται κυρίως με τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Πριν τον 19ο αιώνα, ο όρος suburb συχνά συνδεόταν με τα περίχωρα των πόλεων, όπου τα κέντρα εργασίας ήταν πιο δυσπρόσιτα' αναμφίβολα, εκεί όπου διέμεναν τα φτωχά εισοδηματικά στρώμματα. Ο Τσαρλς Ντίκενς χρησιμοποιούσε τον όρο με αυτή την ερμηνεία, αν και όχι τόσο συστηματικά, κατά τις περιγραφές του για το σύγχρονο Λονδίνο. Η σημερινή ερμηνεία του όρου εμφανόσθηκε κατά τη δύση του 19ου αιώνα, καθώς οι βελτιώσεις στις συγκοινωνίες και έργα υγιεινής κατέστησαν εφικτή για τις εύπορες οικογένειες τη διαμονή στα περίχωρα των πόλεων. Η ανάπτυξη των προαστίων διευκολύνθηκε από τη διάκριση στις χρήσεις γης, τη χρηματοπιστωτική πρακτική της κόκκινης γραμμής και ποικίλες καινοτομίες στις μετακινήσεις. Μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο η διαθεσιμότητα στα επιδοτούμενα δάνεια έδωσαν το ερέθισμα οικιστικής έκρηξης στα προάστια της Αμερικής. Σε παλαιότερες πόλεις στα βορειοανατολικά των ΗΠΑ, "σιδηροδρομικά προάστια" αρχικά αναπτύχθησαν μαζί με την επέκταση των γραμμών του τρένου και του τραμ, καθώς διευκόλυναν τις μετακινήσεις των εργατών από και προς το κέντρο της πόλης όπου εντοπιζόταν ο τόπος εργασίας τους. Αυτή η πρακτική έδωσε ώθηση στον όρο "κοινότητα της κρεβατοκάμαρας" (bedroom community), εννοώντας πως κατά τη διάρκεια της ημέρας η εργασιακή δαρστηριότητα πρατηρείτο στην πόλη, ενώ ο εργατικός πληθυσμός έφευγε από την πόλη τη νύχτα για να επιστρεύσει στο σπίτι για ύπνο.

Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος στην πόλη του Σικάγο. Βοήθησε στις εύκολες μετακινήσεις από τα προάστια στο κέντρο της πόλης.

Η διάδοση της χρήσης των τρένων και αργότερα των ΙΧ και των αυτοκινητοδρόμων, αύξησε την ευκολία με την οποία οι εργαζόμενοι μπορούσαν να βρουν δουλεία στην πόλη ενώ μετακινούνταν από τα προάστια. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι σιδηρόδρομοι ευνόησαν την πρώτη μεγάλη έξοδο προς τα προάστια. Ο μητροπολιτικός σιδηρόδρομος, για παράδειγμα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις οικοδομές και προώθησε τα συνεργαζόμενα μεσιτικά πρακτορεία στο βορειοδυτικό Λονδίνο, με κατασκευές που απαρτίζονταν κυρίως από αυτόνομες κατοικίες σε μεγάλα αγροτεμάχια, που αποκαλούνταν τότε Metro-land (μητροπολιτική γη). Καθώς η χρήση του ΙΧ διευρύνθηκε και μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι κατασκευάστηκαν, η μόδα των μετακινήσεων επεκτάθηκε όπως και στη Βόρεια Αμερική. Αυτή η μόδα της διαμονής μακρυά από την πόλη απεκλήθη "αστική έξοδος" (urban exodus).

Οι νόμοι διάκρισης χρήσεως της γης (zoning) επίσης έπαιξαν ένα ρόλο στην κατεύθυνση των οικιστικών περιοχών έξω από την πόλη με τη δημιουργία ζωνών αμιγούς κατοικίας. Αυτοί οι προαστιακοί οικισμοί οικοδομούνται σε μεγαλύτερα αγροτεμάχια, απ'ότι στην πόλη. Παράλληλα, μεταποιητικά και εμπορικά κτίσματα κατασκευάζονταν σε απόμακρες εκτάσεις της πόλης.

Η εξάπλωση των αυτοκινητοδρόμων στις μητροπόλεις ευνήσε την ανάπτυξη των προαστίων.

Ολοένα και περισσότερος κόσμος μετακινήθηκε στα προάστια, ένα φαινόμενο γνωστό ως " προαστιοποίηση" (suburbanization). Μαζί με τον πληθυσμό όμως μετακίνησαν και πολλές εταιρίες την έδρα τους και άλλες εγκαταστάσεις σε περιοχές μακρυά από την πόλη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια αυξανόμενη πυκνότητα πληθυσμού στα παλαιά προάστια και συχνά την ανάπτυξη ακόμη πιο αραιοκατοικημένων προαστίων, ακόμα πιο μακρυά από την πόλη. Μια εναλλακτική στρατηγική είναι ο εσκεμμένος σχεδιασμός "νέων πόλεων" και εξ'αρχής θέσπιση προστατευόμενων πράσινων ζωνών γύρω από αυτές. Ορισμένοι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές επιχείρησαν να συνδυάσουν και τις δύο πρακτικές κατά το μέγιστο δυνατόν και να δημιουργήσουν το κίνημα της κηπούπολης. Στις ΗΠΑ, από το 18ο αιώνα, οι αστικές περιοχές συχνά αναπτύσσονταν πιο γρήγορα από τα σύνορα των πόλεων. Μέχρι το 1900, νέες γειτονιές συνήθως επιδίωκαν ή δέχονταν προσαρτήσεις με την κεντρική πόλη για να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες της. Κατά τον 20 αιώνα, παρά ταύτα, πολλές προαστιακές περιοχές άρχισαν να αντιμετωπίζουν την αυτονόμησή τους ως προνόμιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι καυκάσιοι κάτοικοι των προαστίων αντιμετώπιζαν την τοπική αυτοδιοίκηση ως ένα μέσο για να κρατήσουν μακρυά ανθρώπους που δεν είχαν την οικονομική ευκολία να συντηρούν τα αυξημένα κόστη των περιουσιών που απαιτούνταν στα προάστια. Οι κρατικές επιδοτήσεις για την προαστιακή ανάπτυξη διευκόλυνε αυτή τη διαδικασία μέσω μιας συντηρητικής πιστωτικής πολιτικής (redlining) από τις τράπεζες και λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Το Κλίβελαντ, στο Οχάιο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κεντρικών αμερικανικών πόλεων. τα δημοτικά του σύνορα δεν έχουν διαφοροποιηθεί και πολύ από το 1922, αν και η αστική ζώνη έχει επεκταθεί αρκετά. Πολλά τμήματα προαστιακών δήμων πλέον περιβάλλουν πόλεις όπως το Κλίβελαντ, το Σικάγο και τη Φιλαδέλφεια.

Το κέντρο των περισσοτέρων αμερικανικών μεγαλουπόλεων χρησιμοποιείται κυρίως για στέγαση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και σε μικρότερο βαθμό για κάλυψη οικιστικών αναγκών.

Ενώ τα προάστια γεννήθηκαν πολύ νωρίτερα, ο προαστιακός πληθυσμός της Βόρειας Αμερικής παρουσίασε έκρηξη μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Παλινοστούντες βετεράνοι επιθυμούσαν να διάγουν ένα φιλήσυχο βίο και μετακινούνταν κατά μάζες στα προάστια. Το Λέβιταουν αναπτύχθηκε ως ένας πρότυπος μαζικός οικιστικός προορισμός. Παράλληλα, οι αφροαμερικανοί μετακινούνταν γρήγορα προς τα βόρεια, αναζητώντας καλύτερη δουλειά και εκαπιδευτικές ευκαιρίες από αυτές στις οποίες είχαν πρόσβαση στον απομονωμένο νότο. Η άφιξή τους στις βόρειες συνοικίες μαζικά, σε συνδυασμό με τις φυλετικές εξεγέρσεις σε πολλές μεγαλουπόλεις όπως το Ντιτρόιτ, το Σικάγο και τη Φιλαδέλφεια, ενέτειναν ακόμη περισσότερο την μετακίνηση των καυκάσιων κατοίκων.

Στις ΗΠΑ, το 1950 ήταν η πρώτη χρονιά που περισσότεροι άνρθωποι κατοικούσαν στα προάστια παρά οπουδήποτε αλλού. Η ανάπτυξη με τους ουρανοξύστες και η απότομη αύξηση των τιμών στην κτηματομεσιτική αγορά του κέντρου είχε ως αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται το κέντρο κυρίως για τις επιχειρήσεις, εξωθώντας ακόμη περισσότερο κόσμο έξω από την πόλη.

Μορφές Προαστίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηριστικός προσχεδιασμένος Προαστιακός Συνοικισμός στην Αμερική.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και τη Δυτική Ευρώπη, ο όρος suburb συνήθως χρησιμοποιείται για να διαφοροποιήσει την κοινότητα, το δήμο, ή άλλης μορφής διοικητικές οντότητες έξω από ένα αστικό κέντρο ή πόλη. Αυτός ο ορισμός εμφανίζεται και στον τίτλο του συγγράματος του David Rusk, Cities Without Suburbs, το οποίο προωθεί τη μητροπολιτική διακυβέρνηση.

Αυτή η κατηγοριοποίηση των οικισμών δεν είναι εμφανής στην Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία ή τη Νέα Ζηλανδία, όπου ο όρος suburb αναφέρεται σε οικισμούς μακρυά από το κέντρο της πόλης, είτε εντοπίζονται σε ένα ξεχωριστό δήμο ή όχι. Στις δύο τελευταίες μάλιστα, τα προάστια καθίστανται επίσημες γεωγραφικές ζώνες μιας πόλης και χρησιμοποιούνται από τις υπηρεσίες του ταχυδρομείου. Στις αγροτικές περιοχές της Αυστραλίας, οι αντίστοιχοι οικισμοί αποκαλούνται localities (τοπικοί οικισμοί). Στην Αυστραλία, ο όρος inner suburb (έσω) και outer suburb (έξω προάστιο) χρησιμοποιούνται προκειμένου να διαφοροποιηθούν από τα πυκνοδομημένα προάστια κοντά στο κέντρο και τα αραιοδομημένα προάστια στα περίχωρα μιας αστικής περιοχής. Τα εσωτερικά προάστια, όπως το Te Aro στο Wellington, το Prahran της Μελβούρνης και το Ultimo του Σύδνεϋ συνήθως χαρακτηρίζονται ως πυκνοδομημένα προάστια με μεικτή οικιστική και εμπορική χρήση.

Η Tensta, ήπια αστικοποιημένο προάστιο βόρεια της Στοκχόλμης στη Σουηδία. Στα προάστια της Στοκχόλμης συγκεντρώνονται συνήθως τα χαμηλά εισοδήματα.

Εφαρμόζοντας την ανωτέρω ορολογία στα δεδομένα της Ελλάδος, στη μητροπολητική περιοχή των Αθηνών, εσωτερικό προάστιο θα αποκαλείτο η περιοχή του Ζωγράφου, το Γαλάτσι και η Νέα Ιωνία, δηλαδή αστικοί συνοικισμοί πλησίον του κέντρου με πυκνή δόμηση και μεικτή χρήση εμπορικής και οικιστικής γης, ενώ ως εξωτερικό προάστιο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η Δροσιά, οι Θρακομακεδόνες, το Κρυονέρι κ.α. Ορισμένοι προσχεδιασμένοι προαστιακοί συνοικισμοί στην Αθήνα είναι η περιοχή του Παπάγου, ο Καρέας κ.α. ενώ πρότυποι προαστιακοί συνοικισμοί θεωρούνται η Φιλοθέη, η Εκάλη, η Βουλιαγμένη κ.α. Αντίστοιχα, στη μητροπολητική περιοχή της Θεσσαλονίκης, εσωτερικό προάστιο θα αποκαλείτο η Σταυρούπολη και εξωτερικό το Πανόραμα. Λόγω της δυναμικής εξέλιξης των αστικών περιοχών, πολλά προάστια αστικοποιούνται με αποτέλεσμα να αποκτούν εμπορική αγορά, να γίνονται έργα ταχείας προσπέλασης, να αυξάνονται οι συντελεστές δόμησης κ.ο.κ., όπως στην Ηλιούπολη, την Αγία Παρασκευή στην Αττική κ.α. Ομοίως, ως locality νοούνται προαστιακοί συνοικισμοί στην αγροτική περιοχή της Μεσογαίας, όπως το Ντράφι, η Διώνη, ή και η Κάντζα. Εάν η μητρόπολη επεκταθεί και προσεγγίσει τα localities, θα μετατραπούν σε προάστια της πόλης και αν τα προσπεράσει, το πιο πιθανό είναι να μετατραπούν σε αστικούς συνοικισμούς. Συνήθως, εύρωστοι συνοικισμοί ανθίστανται στις επιταγές της αστικοποιήσης και σε ορισμένες περιπτώσεις κατορθώνουν να διατηρήσουν τον προαστιακό τους χαρακτήρα (π.χ. Ψυχικό), ενώ άλλοι επηρρεάζονται (π.χ. Χολαργός).

Στιγμιότυπο αστικής εξάπλωσης προς δασική έκταση, στα περίχωρα των Παρισίων.

Αυτό οφείλεται στην αύξηση της αξίας της γης, όσο πλησιάζει ένας συνοικισμός στο κέντρο της μητρόπολης με την εξάπλωσή της και στην επιθυμία των κατοίκων να αξιοποιήσουν την περιουσία τους στο μέγιστο, ενώ παράλληλα καθίστανται επιτακτικά νέα έργα αυτοκινητοδρόμων και εμπορικής επέκτασης, λόγω του υπερπληθυσμού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα εύρωστα και οικονομικά ενεργά μέλη του πληθυσμού να απομακρύνονται όλο και πιο μακρυά από την πόλη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία αστικής εξάπλωσης. Το φαινόμενο αυτό είναι εμφανές ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές πόλεις, όπου υπάρχουν μικρότερα αποθέματα οικοδομήσιμης γης και μεγάλη επέκταση των μητροπόλεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μητρόπολη των Αθηνών, όπου πλέον οι συνοικισμοί πλησίον του κέντρου υποβαθμίζονται αισθητικά και λειτουργικά και τα προάστια επεκτείνονται έξω από το λεκανοπέδιο, ενώ και η δημοτική αρχή της Θεσσαλονίκης έχει εκδηλώσει την επιθυμία της προς μια μορφή μητροπολιτικής διακυβέρνησης, για τον καλύτερο καθολικό έλεγχο και δόμηση της πόλης.[1]

ΗΠΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γειτονιά σε συνοικία του Σακραμέντο της Καλιφόρνια, στις ΗΠΑ

Συνήθως, πολλά μεταπολεμικά προάστια των ΗΠΑ χαρακτηρίζονται από:

  • Χαμηλότερη πυκνότητα δόμησης από κεντρικές πόλεις, κυρίως από μονοκατοικίες σε μικρά τεμάχια, περιβαλλομενα σε κοντική απόσταση από γειτονικά κτίσματα.
  • Πρότυπα ζωνών που διαχωρίζουν την οικιστική από την εμπορική ανάπτυξη, με πιο ήπια ανάπτυξη.
  • Υποδιαιρέσεις πρώην αγροτικής γης προς κατασκευή οικισμού από μία αναπτυξιακή εταιρία. Αυτές οι υποδιαιρέσεις συνήθως παρουσιάζουν ασήμαντες διακυμάνσεις στην αξία των κατοικιών, δημιουργώντας ολόκληρες κοινότητες όπου τα οικογενειακά εισοδήματα και τα δημογραφικά στοιχεία είναι σχεδόν πανομοιότυπα, αν και τα τελευταία χρόνια τα προάστια παρουσιάζουν όλο και μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις.
  • Εμπορικά κέντρα και μικρές αγορές αναπτύσσονται πίσω από χώρους στάθμευσης, αντί για την παραδοσιακή κεντρική αγορά της πόλης.
  • Ένα δίκτυο αυτοκινητοδρόμων ειδικά σχεδιασμένο ώστε να συμμορφώνεται με την ιεραρχία, καταλήγοντας σε μικρές συνοικιακές παρόδους, σε αντίθεση με το παραδοσιακό παραλληλόγραμμο σχέδιο στα περισσότερα μεταπολεμικά προάστια.
  • Μεγαλύτερο ποσοστό αυτονομίας των κτιρίων απ'ότι στις αστικές περιοχές.
  • Περιορισμένη ή ανύπαρκτη πρόσβαση στα μέση μαζικής μεταφοράς.
  • Συνήθως, χαμηλότερα ποσοστά εκληματικότητας απ'ότι σε μια αστική συνοικία.

Καναδάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνοικία της Νότιας Οττάβα, στον Καναδά.

Η αστική ανάπτυξη στον Καναδά είχε παράλληλη εξέλιξη με την ανάπτυξη στις ΗΠΑ. Μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, μεγάλες προαστιακές κοινότητες μονοκατοικιών και εμπορικών κέντρων αναπτύχθηκαν στα περίχωρα των καναδικών πόλεων.

Μολαταύτα, ο Καναδάς παρουσιάζει πολύ λιγότερους προαστιακούς δήμους απ'ότι οι ΗΠΑ. Πολλές μεγάλες πόλεις, όπως το Γουίνιπεγκ, το Κάλγκαρι, το Έντμοντον και η Οττάβα εκτείνονται μέχρι τα περίχωρα. Όμως, το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ευδιάκριτα σύνορα στα προάστια, δεν αναιρεί την ύπαρξή τους. Τα όρια των καναδικών πόλεων βρίσκονται στη δικαιοδοσία των Επαρχιών και οι Επαρχίες έχουν προωθήσει συνενώσεις. Οι περιοχές του Βανκούβερ και του Μόντρεαλ έχουν ακόμη προαστιακούς δήμους, αν και οι περιοχές αυτές συνήθως ομαδοποιούνται σε μικρότερες πόλεις απ'ότι στις ΗΠΑ. Το British Columbia καθιέρωσε μια μορφή "μητροπολιτικής" διακυβέρνησης για το Βανκούβερ το 1954, όμως οι αστικοποιημένες περιοχές επεκτάθηκαν αρκετά από τότε.

Σήμερα, το Τορόντο περιλαμβάνει ορισμένους από τους μεγαλύτερους προαστιακούς δήμους της Βόρειας Αμερικής και τα δύο μεγαλύτερα προάστια στον Καναδά εσωκλείονται σε αυτή τη μητρόπολη. Πολλά προάστια του Τορόντο βελτιώθηκαν αρκετά στη φιλοσοφία του προαστίου, καθιερώνοντας ένα μητροπολιτικό κέντρο που εξυπηρετει πολλά προαστιακά κέντρα, όπως στη Mississauga, το Μπράμπτον, το Vaughan και το Μαρκχάμ. Το 1998, η κυβερνητική δομή αναθεωρήθηκε ώστε να συμπεριλάβει πολλά από αυτά τα πρώην ανεξάρτητα προάστια μέσα σε μια Μητροπολιτική Περιοχή του Τορόντο.

Το Βανκούβερ έχει πολλά μεγάλα προάστια, με περισσότερα από τρία τέταρτα ενός εκατομμυρίου κατοίκων να διαμένει στο Surrey (το τρίτο μεγαλύτερο προάστιο του Καναδά), το Richmond και το Burnaby. Στο Μόντρεαλ εντοπίζονται τα δύο μεγαλύτερα προάστια του Λαβάλ και το Longueuil, καθώς επίσης και μια προαστιακή ομάδα μικρότερων δήμων που γειτνιάζουν με αυτό, γνωστή ως Γουέστ Άιλαντ.

Άλλες Χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εργατικός Συνοικισμός στο Clichy-sous-Bois, στα προάστια των Παρισίων στη Γαλλία.

Σε πολλά μέρη του κόσμου, πάντως, στα περίχωρα εντοπίζονται οικονομικά ασθενείς ομάδες πληθυσμού, αγγίζοντας πολλές φορές την εξαθλίωση, κρατώντας τον κόσμο αυτό έξω από τα σύνορα της πόλης για λόγους οικονομικούς ή κοινωνικούς, καθώς τα άτομα αυτά δε διαθέτουν τη δυνατότητα τα υψηλότερο κόστος ζωής στην πόλη. Παράδειγμα τέτοιων συνοικιών αποτελεί το τα banlieus (περίχωρα) της Γαλλίας, ή οι εργατικές κατοικίες της Σουηδίας όπου επικρατούν συνθήκες παρόμοιες με τις κεντρικές γειτονιές των ΗΠΑ. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση αναζητά γη για να εφαρμόσει ελάχιστης πυκνότητας δόμηση σε προσφάτως εγκεκριμένα οικοδομικά σχέδια σε τμήματα της νοτιοανατολικής Αγγλίας. Η νέα φράση που επικρατεί είναι "κατασκευή διατηρήσιμων κοινοτήτων", παρά "οικοδομικά προγράμματα". Παρά ταύτα, εμπορικές ανησυχίες τείνουν να καθυστερούν την έναρξη των υπηρεσιών έως ότου ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων θα έχει εγκατασταθεί στις νέες γειτονιές.

Στην περίπτωση της Ρώμης, στην Ιταλία, το 1920 και το 1930, τα προάστια κατασκευάστηκαν εσκεμμένα εξ'αρχής, με σκοπό να δώσουν τη δυνατότητα εποικισμού στις χαμηλές εισοδηματικά τάξεις, προβλέποντας την επερχόμενη μαζική μετακίνηση φτωχών ομάδων του πληθυσμού από άλλες περιοχές της χώρας. Πολλοί έχουν διαβλέψει σε αυτό το αναπτυξιακό μοντέλο (που συστηματικά διαδιδόταν προς πάσα κατεύθυνση) μια γρήγορη αντιμετώπιση του προβλήματος διατήρησης της δημόσιας τάξης (κρατώντας τις φτωχές τάξεις μαζί με τους εγκληματίες, ώστε να ελέγχονται ευκολότερα, μακρυά από την εκλεπτυσμένη επίσημη πόλη. Από την άλλη, η προβλεπόμενη επέκταση της πόλης σύντομα κάλυψε αποτελεσματικά την απόσταση από το κέντρο και τώρα αυτοί οι συνοικισμοί εσωκλείσθηκαν στη μητροπολητική περιοχή της πόλης. Καινούργια προάστια οικοδομήθηκαν σε μεγαλύτερη απόσταση από αυτούς τους οικισμούς.

Στην Κίνα, ο όρος προάστιο είναι καινούργιος. Τα κινεζικά προάστια προσομοιάζουν με αυτά των ΗΠΑ, λόγω του γεγονότος ότι οι κάτοικοί τους εντάσσονται κυρίως στις εύπορες εισοδηματικά τάξεις, ή σε μεσσαίες τάξεις. Πολλά από τα καινούργια σπίτια που φιλοξενούν και πισίνες, γκαράζ δύο αυτοκινήτων και επιπλέον δωμάτεια είναι αντίγραφα των αμερικανικών. Μολαταύτα, τα περισσότερα είναι περιφραγμένα και γενικά φυλάσσονται εξαιτίας των ποσοστών εγκληματικότητας από τις απότομες εισοδηματικές αποκλίσεις.

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλαιά Αθήνα, αρχές 20ου αιώνα.

Η Ελλάδα αναπτύχθηκε με ένα μοντέλο μεικτό με αυτό των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών πόλεων. Συγκεκριμένα στην Αθήνα, οι κεντρικές γειτονιές της μητρόπολης όπως το Μεταξουργείο, η Κυψέλη, τα Πετράλωνα κ.α. άρχισαν σταδιακά να εγκαταλείπονται, με τους κατοίκους να εξωθούνται έξω από το κέντρο προς προστιακούς προορισμούς, όπως συνέβη και στις ΗΠΑ, υφιστάμενες αστικό μαρασμό. Ως μία όμως από τις πιο ιστορικές πόλεις της Ευρώπης όμως η Αθήνα, δε θα μπορούσε παρά να διατηρήσει ένα εύρωστο και ακριβό ιστορικό κέντρο, με τις αξίες στο Θησείο, την Πλάκα, αλλά και περιοχές που ταυτίστηκαν με την ιστορία της πόλης του 19ου αιώνα, όπως το Σύνταγμα, το Μετς και το Κολωνάκι να συγκεντρώνουν τις μεγαλύτερες αξίες στη χώρα. Ομοίως και η Λεωφόρος Νίκης στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αλλά και το ακραιφνές ιστορικό κέντρο πολλών γνωστών πόλεων της χώρας διατηρείται σε κατάσταση ευημερίας, κατά τα πρότυπα των ιστορικών ευρωπαϊκών πόλεων. Παρά ταύτα, φαινόμενα αποβιομηχανοποίησης, απουσίας προγραμμάτων ανάπλασης και λειτουργικότητας των πόλεων, σε συνδυασμό με τη θέση της χώρας στο μεταναστευτικό χάρτη, εξώθησε μεγάλες μάζες πληθυσμού μακρυά από το κέντρο.

Αποτύπωση πυκνότητας δόμησης του λεκανοπεδίου: Είναι εμφανείς οι πληθυσμιακές μετακινήσεις από τα δυτικά προς τα ανατολικά, από το 1922 έως το 2001. Διακρίνονται οι πυκνοδομημένες περιοχές και τα αραιοκατοικημένα προάστια.

Οι μαζικοί προσφυγικοί συνοικισμοί του 1922 είχαν στηθεί περιμετρικά των Αθηνών και του Πειραιά, προς όλες τις κατευθύνσεις. Νοτιοδυτικά η Κοκκινιά, δυτικά το Περιστέρι, βόρεια η Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια και Νέα Χαλκηδόνα, ανατολικά η Καισαριανή κ.α. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Αθήνα επηρρεάστηκε από το κίνημα των κηπουπόλεων, ειδικά σχεδιασμένες ώστε να απέχουν από το κέντρο και τους προσφυγικούς συνοικισμούς και να παρουσιάζουν παρόμοια δημογραφικά χαρακτηριστικά, προς στέγαση συγκεκριμένων συντεχνιών ή πληθυσμιακών ομάδων. Επί παραδείγματι, γνωστή κηπούπολη στα βορειοανατολικά ήταν η Κηφισιά, με ανθοστόλιστα αρχοντικά να στεγάζουν τους μεγαλοτσιφλικάδες, η Νέα Αλεξάνδρεια (Φιλοθέη) για τη στέγαση των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Χολαργός από την "Εταιρία Αγροπόλεων" στα ανατολικά, η Ηλιούπολη στα νοτιοανατολικά, η Εκάλη ως πρότυπη κηπούπολη που στέγασε μεγαλοεμπόρους και αργότερα βιομηχάνους κ.α. Οι μετακινήσεις πραγματοποιούνταν είτε με άμαξες, το κόμιστρο των οποίων ήταν απαγορευτικό για το ευρύ κοινό, είτε μέσω των σιδηροδρομικών γραμμών που ένωναν τον Πειραιά με την Κηφισιά και την Αθήνα με το Λαύριο.

Διατηρηθείσα ιστορική γειτονιά στην Καστέλλα του Πειραιά

Ο δημογραφικός χάρτης εκείνης της περιόδου εμφανίζει ένα διαχωρισμό των χαμηλών εισοδηματικά ομάδων κυρίως στα δυτικά και κεντρικά, από τις υψηλές εισοδηματικές τάξεις στα βορειοανατολικά και τα νοτιοανατολικά. Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν στην προπολεμική, αλλά και μεταπολεμική περίοδο, χωρίς φωτισμό, θέρμανση, δυνατότητα μετακινήσεων, κακή υγιεινή και έκθεση στις καιρικές καταστροφές, έστρεφε πολλούς δυτικούς συνοικισμούς σε μια προσάρτηση με την Αθήνα, ώστε να ωφεληθούν από τα αναπτυξιακά έργα και υπηρεσίες που πραγματοποιούνταν μετά τη λήξη του πολέμου. Αντιθέτως, οι κηπουπόλεις επιθυμούσαν να παραμένουν κλειστές και αυτόνομες. Όταν εμφανίζεται η βιομηχανική επανάσταση και στην Ελλάδα, ο αθηναϊκός πληθυσμός βρίσκει εργασία στις βιομηχανίες που εγκαθίστανται μεταξύ του Πειραιά και της Αθήνας, στη δυτική ζώνη προς τον Κηφισό. Εκείνη την περίοδο εφαρμόσθηκαν και ποικίλλα προγράμματα κοινωνικής στέγης, με τα παραπήγματα να γκρεμίζονται και να αντικαθίστανται από πολυόροφες εργατικές πολυκατοικίες στο κέντρο των πόλεων και στους προσφυγικούς οικισμούς.

Κολωνάκι: Εύρωστη συνοικία στο κέντρο των Αθηνών

Εν μέσω πολυτάραχων πτυχών της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, παρατηρήθηκε μια μεγάλη πληθυσμιακή μετακίνηση από το βιομηχανοποιημένο Πειραιά στα δυτικά προς την αστικοποιημένη Αθήνα στα ανατολικά. Το αποκορύφωμα της αίγλης των Αθηνών επέρχεται το 1960, οπότε και σταθεροποιείται ο πληθυσμός της. Έκτοτε, παρατηρούνται πληθυσμιακές μετακινήσεις προς τους βορειοανατολικούς και νοτιοανατολικούς οικισμούς για παραθερισμό κυρίως των εύρωστων ομάδων του αθηναϊκού πληθυσμού. Τότε κυρίως αρχίζει να χρησιμοποιείται ο όρος προάστιο, με τη μετατροπή των παραθεριστικών προορισμών, σε τόπο μόνιμης κατοικίας, λίγο πιο έξω από την πόλη. Τα παραπλήσια δημογραφικά στοιχεία εμποδίζουν για αρκετά χρόνια τη διείσδυση των χαμηλών εισοδηματικών τάξεων, που προτιμούν να αγοράζουν τη φθηνή γη στη δυτική ζώνη των Αθηνών, που εντοπίζεται κοντά στο χώρο εργασίας τους, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν για τις πολυδάπανες μετακινήσεις. Παράλληλα αναπτύσσονται προάστια σε περιοχές που εξυπηρετούνται από το σιδηροδρομικό δίκτυο, η οικονομία των οποίων στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό των Αθηναίων που επισκέπτονται την τοπική τους αγορά, όπως για παράδειγμα στο Μαρούσι ή το Ηράκλειο Αττικής.

Η αποκατάσταση της δημοκρατίας στα χρόνια που ακολουθούν και η οικονομική ενίσχυση από τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δίνουν ώθηση στη δημιουργία της λεγόμενης μεσσαίας αστικής τάξης. Επίσης, η διανεμηθείσα γη στα περίχωρα της πόλης για την αποκατάσταση ακτημόνων αποκτά απότομα τεράστια αξία και παρέχεται η δυνατότητα της αντιπαροχής που αποκαθιστά τις οικογένειες των μικροαστών και των μεσοαστών. Η νέα μεσσαία αστική τάξη καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, απολαμβάνοντας την επερχόμενη πιστωτική έκρηξη, με τεράστια περιθώρια αποταμιεύσεων, προσιτά δάνεια και γρήγορο πλαστικό χρήμα.

Ηλιακό Χωριό: Συγκρότημα εργατικών πολυκατοικιών από τον ΟΕΚ στα προάστια των Αθηνών, στα σύνορα Λυκόβρυσης-Πεύκης (Ζώνες Δ-Β).

Παράλληλα ολοκληρώνονται σημαντικά συγκοινωνιακά έργα, όπως αυτοκινητόδρομοι, σιδηρόδρομοι και οι μετακινήσεις καθίστανται προσιτές από όλους, μαζί με τη διεύρυνση της χρήσης των ΙΧ. Η παιδεία καθίσταται προσιτή σχεδόν σε κάθε οικογένεια, ενώ ακόμη και οι οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα προσπαθούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, που διεκδικούν ένα καλύτερο μέλλον και παρατηρούνται μετακινήσεις πληθυσμού προς τα ανατολικά. Αντιθέτως, οι πεπαλαιωμένες γειτονιές δεν ευνοούνται από κανένα σχεδόν πρόγραμμα ανάπλασης και χάνουν σταδιακά την αξία τους. Αργότερα δέχονται πληθυσμό από την επαρχία, ενώ κατά τη δύση του 20ου αιώνα δέχεται οικονομικούς μετανάστασες και καθίσταται πόλη πολυφυλετική. H μικρή όμως και φιλήσυχη Αθήνα, καθίσταται πλέον μια πόλη μεγάλη και αντιμετωπίζει προβλήματα των μεγαλουπόλεων. Η καχυποψία των Αθηναίων απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες, τα πρωτόγνωρα περιστατικά εκγληματικών ενεργειών από την αύξηση του πληθυσμού και τις εισοδηματικές αποκλίσεις, εξωθεί τις εύπορες οικογένειες όλο και πιο μακρυά από το κέντρο και τους Αθηναίους της δυτικής ζώνης προς τα ανατολικά. Πολλές δυτικές συνοικίες γνωρίζουν απροσδόκητο αστικό μαρασμό, ενώ η ανεργία αρχίζει να ανεβαίνει. Παρά ταύτα, τα τραπεζικά ιδρύματα επιδιώκουν προσέγγιση του μέσου όρου πιστωτικής επέκτασης της ΕΕ. και συνεχίζουν τη διείσδυση ακόμη και σε οικονομικά ασθενείς οικογένειες.

Δημογραφικές ζώνες της Αττικής με ομοειδή ή παραπλήσια χαρακτηριστικά

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 αφήνουν σημαντικά συγκοινωνιακά και λοιπά έργα ως παρακαταθήκη, ενώ οι επεκτάσεις των σιδηροδρόμων και των αυτοκινητοδρόμων ωθούν πολλές οικογένειες σε τόπο μόνιμης κατοικίας, μακρυά από την εργασιακή τους έδρα. Παράλληλα, οι σκληρά εργαζόμενοι οικονομικοί μετανάστες βελτιώνουν την οικονομική τους κατάσταση και μετακινούνται πιο βόρεια, στα άλλοτε προάστια των Αθηνών, ενώ οι πιο εύρωστες και οικονομικά ενεργές οικογένειες ωθούνται έξω από το λεκανοπέδιο για μόνιμη κατοικία σε μέχρι πρότινος παραθεριστικά κέντρα. Την εξάπλωση αυτή ευνοεί η μεγάλη πεδιάδα των Αθηνών, η οποία όμως καλύπτεται πλήρως.

Πολλά και τα σφάλματα που πραγματοποιούνται λόγω του κατακερματισμού των δήμων και της ασυνεννοησίας. Την πρόληψη μιας τέτοιας δυσλειτουργικότητας αποσκοπεί να προλάβει το Σχέδιο Καποδίστριας Β, καθώς προτείνονται πολλές συνενώσεις μικρών προαστιακών δήμων, σε μικρές εύρωστες και λειτουργικές πόλεις, στα πρότυπα του Καναδά. Παρά ταύτα, η πυκνότητα δόμησης για τα ελληνικά δεδομένα διαφέρει αρκετά από τα τυποποιημένα προάστια των αυτόνομων οικογενειακών κατοικιών των ΗΠΑ και την υψηλή τους αισθητική. Δε βοηθά και η έλλειψη οικοδομήσιμης γης στην Ελλάδα, λόγω του ορεινού της χαρακτήρα, ενώ παρατηρείται πιο πυκνή δόμηση και μεικτή εμπορική και οικιστική χρήση.

Γειτονιά της Νέας Πεντέλης, στα βόρεια προάστια των Αθηνών (Ζώνη Β)

Πλέον, η μητρόπολη διαχωρίζεται στο κεντρικό, το δυτικό, το βορειοανατολικό και το νοτιονατολικό λεκανοπέδιο. Οι υψηλότερες αντικειμενική αξία καταγράφονται στην παραλιακή (νότια προάστια) και συγκεκριμένα στο Καβούρι, στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών και στο Ψυχικό, στα βόρεια προάστια. Συνεπώς, υπάρχει ένα μεικτό μοντέλο ακριβού ιστορικού κέντρου και ακριβών προαστίων, με διαφοροποιήσεις στα δημογραφικά χαρακτηριστικά. Παρόμοιες αξίες καταγράφονται στη βορειοανατολική και νοτιοανατολική Αττική, ενώ ορισμένες υποβαθμισμένες γειτονιές του κέντρου ανακαινίζονται και βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων τους.

Παρόμοια στοιχεία παρουσιάζονται και στις άλλες μητροπόλεις της Ελλάδος, όπως για παράδειγμα στη Θεσσαλονίκή, με ένα ακριβό ιστορικό κέντρο, πυκνοδομημένους δυτικούς συνοικισμούς και εύρωστους ανατολικούς συνοικισμούς.

Κυκλοφοριακά Προβλήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα προάστια αντιμετωπίζουν ορισμένες φορές κυκλοφοριακή συμφόρηση και περισσότερο χρόνο για τις μετακινήσεις, απ' ότι παραδοσιακές γειτονιές των πόλεων, καθώς απομακρύνεται ο κυκλοφοριακός φόρτος από τις γειτονιές των προαστίων. Αυτό οφείλεται πιθανώς στην αναγκαστική χρήση των ΙΧ, λόγω της μειωμένης λειτουργίας λεωφορειογραμμών σε απομακρυσμένες και αραιοκατοικημένες περιοχές, μεγαλύτερες αποστάσης λόγω της φιλοσοφίας των προαστίων και της οδικής ιεραρχίας που εμποδίζει τη διάχυση του φόρτου ομοιόμορφα σε όλους τους δρόμους, απ' ότι το παραδοσιακό ρυμοτομικό πλέγμα. Συνήθως, τα σύγχρονα προάστια σχεδιάζονται με κυκλική ρυμοτομία, συνοικιακές παρόδους και οδικούς αποκλεισμούς, ώστε να αποτρέπουν την ταχεία διέλευση.

Στο προαστιακό σύστημα, οι περισσότερες μετακινήσεις από το ένα τμήμα της πόλης στο άλλο απαιτεί την είσοδο των αυτοκινήτων σε μια συλλεκτήριο οδό, ανεξάρτητα από το πόσο κοντινή ή μακρυνή η απόσταση αυτή είναι. Το γεγονός αυτό επιβαρύνεται από την ιεραρχία των οδών, όπου ολόκληρες γειτονιές ή και τμήματα γης είναι εξαρτώνται αποκλειστικά από μία ή δύο συλλεκτήριες οδούς. Καθώς ολόκληρη η κίνηση διοχετεύεται σε αυτές τις οδούς, παρατηρείται συμφόρυση. Εάν συμβεί ένα ατύχημα σε μία από αυτές τις οδούς ή εμποδιστεί ή διέλευση λόγω έργων, ολόκληρο το οδικό σύστημα μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκές, μέχρι να επιστραφεί ο δρόμος στην κυκλοφορία. Το παραδοσιακό οδικό σύστημα του πλέγματος, αντιθέτως, επιτρέπει πολλούς εναλλακτικούς τρόπους διέλευσης.

Τα προαστιακά συστήματα του τύπου "εξάπλωσης" αποδεικνύονται επίσης αναποτελεσματικά για ποδηλάτες και πεζούς, καθώς δεν προβλέπεται συνήθως ούτε για αυτούς άμεση διαδρομή. Το γεγονός αυτό συχνά ενθαρρύνει τη χρήση των ΙΧ ακόμη και για αποστάσεις μερικών μέτρων. Βελιτωμένα συστήματα τύπου "εξάπλωσης", αν και οδηγούν συχνά σε λοξοδρόμηση, διαθέτουν ποδηλατοδρόμους και πεζοδρόμους που συνδέουν τα άκρα του συστήματος, επιτρέποντας μια πιο άμεση διαδρομή, αποθαρρύνοντας παράλληλα τη διέλευση των αυτοκινήτων από τους δρόμους του οικιστικού ιστού.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Συνέντευξη Βασίλη Παπαγεωργόπουλου στο μεσημεριανό δελτίο της ΕΤ3 το Σεπτέμβριο του 2008
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Suburb της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).