Παχυσαρκία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παχυσαρκία

Στις τρεις φιγούρες απεικονίζονται τα περιγράμματα ενός κανονικού (αριστερά) ενός υπέρβαρου και ενός παχύσαρκου ατόμου.
Ταξινόμηση ICD-10 E66
Ταξινόμηση ICD-9 278
OMIM 601665
DiseasesDB 9099
MedlinePlus 003101
eMedicine med/1653
MeSH C23.888.144.699.500

Παχυσαρκία είναι κλινική κατάσταση στην οποία η υπερβολική αποθήκευση λίπους μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για την υγεία του ατόμου. Σύμφωνα με το ΔΜΣ ως παχύσαρκοι χαρακτηρίζονται τα άτομα με ΔΜΣ μεγαλύτερο από 30. Κατά μέσο όρο, οι παχύσαρκοι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη δαπάνη ενέργειας από λεπτότερους, λόγω της ενέργειας που απαιτείται για να διατηρηθεί μια αυξημένη μάζα σώματος.[1]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη παχυσαρκία είναι σύνθεση των λέξεων παχύς και σάρκα.

Αιτιοπαθογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορμονικοί παράγοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την αρχική αισιοδοξία (με την ανακάλυψη της λεπτίνης που θεωρήθηκε ορμόνη «κλειδί» για την παχυσαρκία), πολύ σπάνια η παχυσαρκία οφείλεται σε έλλειψη λεπτίνης[2]. Ενδιαφέρον έχει η σχέση των δύο ορμονών της λεπτίνης και της ινσουλίνης. Τόσο η λεπτίνη όσο και η ινσουλίνη αναστέλλουν την πρόσληψη της τροφής. Έχει προταθεί επίσης ότι η αυξημένη συγκέντρωση ινσουλίνης μπορεί να είναι η αρχική αιτία της παχυσαρκίας, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι στους περισσότερους ανθρώπους η παχυσαρκία και η αντίσταση στην ινσουλίνη συνυπάρχουν.[3][4][5]

Γονιδιακοί παράγοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παχυσαρκία μπορούν να προκαλέσουν διάφορες γενετικές διαταραχές σε γονίδια που καθορίζουν την όρεξη και το μεταβολισμό. Έως το 2006 είχαν βρεθεί 41 τέτοιοι γονιδιακοί τύποι, οι οποίοι σε κατάλληλο περιβάλλον οδηγούν σε παχυσαρκία.[6]

Επιπτώσεις στην υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδική πολυθρόνα για παχύσαρκους. Η καθημερινότητα των παχύσαρκων είναι πολύ πιο κουραστική, λόγω των ενεργειακών απαιτήσεων του οργανισμού τους.

Η παχυσαρκία αυξάνει την πιθανότητα νόσησης από διάφορες ασθένειες, ιδιαίτερα των καρδιακών παθήσεων και του διαβήτη τύπου 2.

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η συσσώρευση σωματικού λίπους στο πάγκρεας εμποδίζει την παραγωγή ινσουλίνη, προκαλώντας διαβήτη τύπου 2. Όταν αυτό το λίπος αφαιρείται, αποκαθίσταται η κανονική λειτουργία του οργάνου. Ωστόσο, επειδή στις έρευνες έως τώρα χρησιμοποιείται ένα ακραίο διατροφικό πλάνο, καθίσταται αναγκαία η ελεγχόμενη εφαρμογή του και η διερεύνηση ευκολότερων μεθόδων αδυνατίσματος με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.[7]

Άλλες επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσης, η παχυσαρκία προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή κατά τον ύπνο, συνδέεται με ορισμένους τύπους καρκίνου και αυξάνει την πιθανότητα νόσησης από οστεοαρθρίτιδα.[1]





Κλάδος της Ιατρικής Κλινική διάγνωση Κλάδος της Ιατρικής Κλινική διάγνωση
Γαστρεντερολογία Δερματολογία
Ενδοκρινολογία και Αναπαραγωγική Ιατρική Καρδιολογία
Νευρολογία Ογκολογία[21]
Ουρολογία και Νεφρολογία Πνευμονολογία
Ρευματολογία και Ορθοπεδική Ψυχιατρική

Θνησιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευρωπαϊκές και αμερικανικές έρευνες μεγάλης κλίμακας έδειξαν ότι άτομα με ΔΜΣ 20–25 kg/m2 εμφανίζουν τις μικρότερες πιθανότητες θανάτου[32][33] ανάμεσα σε μη καπνιστές, και με 24–27 kg/m2 αντίστοιχα ανάμεσα σε καπνιστές.[34][35] Σε γυναίκες με ΔΜΣ άνω του 32 παρατηρείται διπλάσια συχνότητα θανάτων σε διάστημα 16 χρόνων.[36] Θεωρείται ότι η παχυσαρκία στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ευθύνεται για 111.909 με 365.000 θανάτους το χρόνο[8][37] ενώ ένα εκατομμύριο θάνατοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση (7.7%) αποδίδονται στο υπερβολικό πάχος.[38][39] Κατά μέσο όρο, η παχυσαρκία μειώνει τον προσδόκιμο χρόνο ζωής κατά έξι με εφτά χρόνια:[8][40] ΔΜΣ 30–35 μειώνει τον προσδόκιμο χρόνο ζωής κατά δύο με τέσσερα χρόνια,[33] ενώ οι κλινικά παχύσαρκοι ασθενείς (ΔΜΣ > 40) έχουν μειωμένο προσδόκιμο χρόνο ζωής έως και 10 χρόνια.[33]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπέρβαρος αριστοκράτης με εμφανές διπλοσάγονο και μουστάκι, ντυμένος με μαύρη κάπα και σπαθί στο αριστερό χέρι.
The Tuscan General Alessandro del Borro, πίνακας που αποδίδεται στον Τσαρλς Μέλιν, 1645. Κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση η παχυσαρκία θεωρούνταν συχνά σημάδι πλούτου, και ήταν κοινό φαινόμενο ανάμεσα στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.[41]

Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της ανθρωπότητας, το ανθρώπινο είδος ήταν αντιμέτωπο με συνθήκες έλλειψης τροφής,[42] με αποτέλεσμα η παχυσαρκία ιστορικά να θεωρείται σημείο πλούτου και ευημερίας.

Οι Αρχαίοι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που αναγνώρισαν την παχυσαρκία ως πάθηση.[43] Ο Ιπποκράτης στα γραπτά του παρατηρεί ότι οι παχύσαρκοι είχαν αυξημένες πιθανότητες θανάτου[Σημ. 1] και ότι η παχυσαρκία είναι αιτία εμφάνισης άλλων ασθενειών.[8] Ο Ινδός χειρουργός Σουσρούτα (6ος π.Χ αιώνας) συχέτισε την παχυσαρκία με το διαβήτη και τις καρδιοπάθειες.[44] Η εμφάνισή της ήταν συχνή ανάμεσα σε κατόχους υψηλών αξιωμάτων στην Ευρώπη το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση[41], όπως και σε αρχαίους πολιτισμούς της Ανατολικής Ασίας.[45]

Ο Άγγλος νεκροθάφτης και πρώην παχύσαρκος Ουίλιαμ Μπάντινγκ κατέγραψε τις εμπειρίες του στο αδυνάτισμα στο πρώτο βιβλίο εμπορικής δίαιτας. Σε αυτό πρότεινε μία δίαιτα βασισμένη σε χαμηλά ποσοστά υδατανθράκων, την οποία του είχε συστήσει ο γιατρός του ως θεραπεία για τη βαρυκοΐα, παρατηρώντας ότι το υπερβολικό λίπος έφραζε τις ευσταχιανές σάλπιγγες.

Η σύγχρονη επιδημία παχυσαρκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παχύσαρκη έφηβη ακουμπισμένη στο αυτοκίνητο, σε μια ευρωπαϊκή πόλη. Η παχυσαρκία προσβάλλει όλο και συχνότερα τους νέους ανθρώπους.

Τα τελευταία χρόνια η παχυσαρκία βρίσκεται ανάμεσα στις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως[1]. Με την αυξανόμενη επικράτησή της σε ενήλικες και παιδιά οι αρχές τη θεωρούν ως ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα δημόσιας υγείας του 21ου αιώνα, με διαστάσεις επιδημίας.[6] Η παχυσαρκία στιγματίζει μεγάλο μέρος του σύγχρονου κόσμου (κυρίως στον δυτικό κόσμο), αν και θεωρούνταν ευρέως ως ένα σύμβολο του πλούτου και της γονιμότητας άλλες φορές στην ιστορία, και εξακολουθεί να είναι σε ορισμένα μέρη του κόσμου.

Αν και οι περισσότεροι ασθενείς κυριεύονται από αίσθημα προσωπικής ευθύνης για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, επιστήμονες θεωρούν πως τα αίτια του συνιστούν βαθύτεροι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες.[46][47] Η αυξανόμενη φτώχεια και επακόλουθη πείνα, ακόμη και σε ανεπτυγμένες χώρες, οδηγεί όλο και περισσότερους ανθρώπους να προσπαθούν να χορτάσουν με φτηνά επεξεργασμένα τρόφιμα, τα οποία σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και διατροφολόγους δημιουργούν και εντείνουν το πρόβλημα.[48] Τη δεκαετία του 1980 η παχυσαρκία αφαιρέθηκε από το Εγχειρίδιο διάγνωσης και στατιστικών πνευματικών διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης, καθώς θεωρήθηκε ότι οι κύριοι λόγοι εμφάνισής της δεν σχετίζονται με την ψυχολογία και την ψυχιατρική.[49]

Παράλληλα, οι κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών στον τομέα της διατροφής ταλανίζονται από διαφθορά και εμφανίζονται να υποκύπτουν στις πιέσεις μεγάλων εταιριών διατροφικών προϊόντων και υπηρεσιών. Ταυτόχρονα υπάρχει αδυναμία αυτόνομης λήψης αποδοτικών μέτρων ελέγχου των τροφίμων, πρόληψης και αντιμετώπισης, λόγω της εφαρμογής κοινών αποφάσεων από αρμόδιους διακρατικούς φορείς, π.χ. Codex Alimentarius.[50][51][46]

Στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, οι αντιλήψεις των ανθρώπων για το ιδανικό σώμα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις αντιλήψεις για υγιές σώμα, με διαφοροποιήσεις που πρωτοεμφανίζονται περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα μ.Χ. Από το 1920 και ύστερα προβάλλονται ως ιδανικότερες όλο και πιο μικρές αναλογίες. Το γεγονός αντικατοπτρίζεται στο διαγωνισμό ομορφιάς Miss America, όπου, ενώ το ύψος των διαγωνιζομένων αυξήθηκε κατά 2% από το 1922 ως το 1999, το βάρος τους μειώθηκε κατά 12%.[52] Ωστόσο, οι αντιλήψεις των ανθρώπων σχετικά με το ιατρικά μη επιβλαβές βάρος, άλλαξαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στη Βρετανία το βάρος στο οποίο οι άνθρωποι θεωρούν εαυτούς υπέρβαρους ήταν σημαντικά μεγαλύτερο το 2007 σε σχέση με το 1999. [53] Αυτές οι αλλαγές πιστεύεται ότι οφείλονται στην αύξηση του αριθμού ανθρώπων που πάσχουν από παχυσαρκία, η οποία οδηγεί σε αλλαγές αντιλήψεων για τις φυσικές αναλογίες και αυξημένη αποδοχή του πλεονάζοντος βάρους ως φυσιολογικό.[53]

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ιατρικό επίπεδο χρησιμοποιούνται διάφοροι τρόποι για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, ωστόσο, χωρίς να υπάρχει πάντα επιτυχία. Ανάμεσα στις ιατρικές μεθόδους που ακολουθούνται για τη μείωση του σωματικού λίπους συμπεριλαμβάνονται ειδικές δίαιτες, σωματική άσκηση, φαρμακευτική αγωγή και χειρουργικές επεμβάσεις.

Δίαιτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απώλεια βάρους κατά μέσο όρο με υποθερμιδικές δίαιτες (ανάλυση 80 κλινικών ερευνών με δείγμα 26.455 άτομα) και θεωρητική απώλεια σύμφωνα με τον ισχυρισμό των υποθερμιδικών διαιτών.[54][55]
Δείτε επίσης: Υποθερμιδική δίαιτα και Ζάχαρη

Η δίαιτα που ακολουθεί ο ασθενής έχει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της ασθένειας, ωστόσο στην επιστημονική κοινότητα υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με τις αρχές στις οποίες πρέπει να βασίζεται η διαμόρφωση του διαιτολογίου ενός ασθενή. Οι δίαιτες που έχουν κατά καιρούς προταθεί, ανάλογα με την προσέγγιση που ακολουθούν, εντάσσονται συνήθως σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω κατηγορίες:

Κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων διαιτών αδυνατίσματος είναι ο (έως και πλήρης) περιορισμός των γλυκών, σε διαφορετικά ωστόσο πλαίσια αιτιολόγησης.

Σωματική άσκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σωματική άσκηση συνιστάται συχνά για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, υπάρχουν ωστόσο αμφιβολίες για το είδος της σχέσης της με την παχυσαρκία και την αποτελεσματικότητα της στην καταπολέμισή της. Κοινωνιολόγοι εκφράζουν το φόβο ότι η έμφαση που δίνεται στη σωματική άσκηση από τους παγκόσμιους φορείς και τα Μ.Μ.Ε., εμπίπτει σε μια ευρύτερη στρατηγική με την οποία προωθούν τα οικονομικά τους συμφέροντα μεγάλες εταιρίες στον τομέα της παραγωγής και διάθεσης τροφίμων.[56][57]

Φαρμακευτική αγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς υποστήριξη της δίαιτας ή σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, φάρμακα κατά της παχυσαρκίας μπορούν να ληφθούν για τη μείωση της όρεξης. Ωστόσο, τα φάρμακα αυτά είναι αμφιλεγόμενα ως προς την αποτελεσματικότητά τους, αλλά και την ασφάλειά τους.

Χειρουργικές επεμβάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε σοβαρές περιπτώσεις, η χειρουργική επέμβαση εκτελείται ή ένα ενδογαστρικό μπαλόνι είναι σε θέση να μειώσει τον όγκο στο στομάχι και / ή το μήκος του εντέρου, οδηγώντας σε πρόωρο κορεσμό και μειωμένη ικανότητα απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών από τις τροφές.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «οι παχύσαρκοι θνήσκουν ταχύτερα των ισχνών»

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 "Obesity and overweight". Fact sheets (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) (N°311). Μάρτιος 2011. http://www.who.int/mediacentre/factsheets/fs311/en/index.html. 
  2. Albright Α., Μ. Franz, G. Hornsby, A. K. A, D. Marrero, I. Ullrich, και L. Verity. American College of Sports Medicine position stand. Ex­ercise and type 2 diabetes. Med Sci Sports. 2000 32:1345-60.
  3. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S1043276011001937
  4. http://med.monash.edu/physiology/research/bolm.html
  5. http://www.halandrimed.gr/el/diatrofh/7-diatrofh/20-diataraxes-lipidion.html
  6. 6,0 6,1 Poirier P, Giles TD, Bray GA, et al. (May 2006). "Obesity and cardiovascular disease: pathophysiology, evaluation, and effect of weight loss". Arterioscler. Thromb. Vasc. Biol. 26 (5): 968–76. doi:10.1161/01.ATV.0000216787.85457.f3. PMID 16627822. 
  7. Stephen Adams. «Crash course diet reverses Type 2 diabetes in a week». εφημερίδα Telegraph. http://www.telegraph.co.uk/health/8594293/Crash-course-diet-reverses-Type-2-diabetes-in-a-week.html. 
  8. 8,00 8,01 8,02 8,03 8,04 8,05 8,06 8,07 8,08 8,09 8,10 8,11 8,12 8,13 8,14 8,15 8,16 8,17 8,18 8,19 8,20 8,21 8,22 Haslam DW, James WP (2005). "Obesity". Lancet 366 (9492): 1197–209. doi:10.1016/S0140-6736(05)67483-1. PMID 16198769. 
  9. Anand G, Katz PO (2008). "Gastroesophageal reflux disease and obesity". Rev Gastroenterol Disord 8 (4): 233–9. PMID 19107097. http://www.medreviews.com/pubmed.cfm?j=3&v=8&i=4&p=233. 
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 Yosipovitch G, DeVore A, Dawn A (June 2007). "Obesity and the skin: skin physiology and skin manifestations of obesity". J. Am. Acad. Dermatol. 56 (6): 901–16; quiz 917–20. doi:10.1016/j.jaad.2006.12.004. PMID 17504714. 
  11. Hahler B (June 2006). "An overview of dermatological conditions commonly associated with the obese patient". Ostomy Wound Manage 52 (6): 34–6, 38, 40 passim. PMID 16799182. 
  12. 12,0 12,1 12,2 Arendas K, Qiu Q, Gruslin A (June 2008). "Obesity in pregnancy: pre-conceptional to postpartum consequences". J Obstet Gynaecol Can 30 (6): 477–88. PMID 18611299. 
  13. Yusuf S, Hawken S, Ounpuu S, Dans T, Avezum A, Lanas F, McQueen M, Budaj A, Pais P, Varigos J, Lisheng L, INTERHEART Study Investigators. (2004). "Effect of potentially modifiable risk factors associated with myocardial infarction in 52 countries (the INTERHEART study): Case-control study". Lancet 364 (9438): 937–52. doi:10.1016/S0140-6736(04)17018-9. PMID 15364185. 
  14. Darvall KA, Sam RC, Silverman SH, Bradbury AW, Adam DJ (February 2007). "Obesity and thrombosis". Eur J Vasc Endovasc Surg 33 (2): 223–33. doi:10.1016/j.ejvs.2006.10.006. PMID 17185009. 
  15. Harney D, Patijn J (2007). "Meralgia paresthetica: diagnosis and management strategies". Pain Med 8 (8): 669–77. doi:10.1111/j.1526-4637.2006.00227.x. PMID 18028045. 
  16. Bigal ME, Lipton RB (January 2008). "Obesity and chronic daily headache". Curr Pain Headache Rep 12 (1): 56–61. doi:10.1007/s11916-008-0011-8. PMID 18417025. 
  17. Sharifi-Mollayousefi A, Yazdchi-Marandi M, Ayramlou H, et al. (February 2008). "Assessment of body mass index and hand anthropometric measurements as independent risk factors for carpal tunnel syndrome". Folia Morphol. (Warsz) 67 (1): 36–42. PMID 18335412. 
  18. Beydoun MA, Beydoun HA, Wang Y (May 2008). "Obesity and central obesity as risk factors for incident dementia and its subtypes: A systematic review and meta-analysis". Obes Rev 9 (3): 204–18. doi:10.1111/j.1467-789X.2008.00473.x. PMID 18331422. 
  19. Wall M (March 2008). "Idiopathic intracranial hypertension (pseudotumor cerebri)". Curr Neurol Neurosci Rep 8 (2): 87–93. doi:10.1007/s11910-008-0015-0. PMID 18460275. 
  20. Munger KL, Chitnis T, Ascherio A. (2009). "Body size and risk of MS in two cohorts of US women". Neurology 73 (19): 1543–50. doi:10.1212/WNL.0b013e3181c0d6e0. PMID 19901245. 
  21. Calle EE, Rodriguez C, Walker-Thurmond K, Thun MJ (April 2003). "Overweight, obesity, and mortality from cancer in a prospectively studied cohort of U.S. adults". N. Engl. J. Med. 348 (17): 1625–38. doi:10.1056/NEJMoa021423. PMID 12711737. 
  22. Esposito K, Giugliano F, Di Palo C, Giugliano G, Marfella R, D'Andrea F, D'Armiento M, Giugliano D (2004). "Effect of lifestyle changes on erectile dysfunction in obese men: A randomized controlled trial". JAMA 291 (24): 2978–84. doi:10.1001/jama.291.24.2978. PMID 15213209. 
  23. Hunskaar S (2008). "A systematic review of overweight and obesity as risk factors and targets for clinical intervention for urinary incontinence in women". Neurourol. Urodyn. 27 (8): 749–57. doi:10.1002/nau.20635. PMID 18951445. 
  24. Ejerblad E, Fored CM, Lindblad P, Fryzek J, McLaughlin JK, Nyrén O (2006). "Obesity and risk for chronic renal failure". J. Am. Soc. Nephrol. 17 (6): 1695–702. doi:10.1681/ASN.2005060638. PMID 16641153. 
  25. Makhsida N, Shah J, Yan G, Fisch H, Shabsigh R (September 2005). "Hypogonadism and metabolic syndrome: Implications for testosterone therapy". J. Urol. 174 (3): 827–34. doi:10.1097/01.ju.0000169490.78443.59. PMID 16093964. 
  26. Pestana IA, Greenfield JM, Walsh M, Donatucci CF, Erdmann D (October 2009). "Management of "buried" penis in adulthood: an overview". Plast. Reconstr. Surg. 124 (4): 1186–95. doi:10.1097/PRS.0b013e3181b5a37f. PMID 19935302. 
  27. 27,0 27,1 27,2 Poulain M, Doucet M, Major GC, et al. (April 2006). "The effect of obesity on chronic respiratory diseases: pathophysiology and therapeutic strategies". CMAJ 174 (9): 1293–9. doi:10.1503/cmaj.051299. PMID 16636330. PMC 1435949. http://www.cmaj.ca/cgi/content/full/174/9/1293. 
  28. Adams JP, Murphy PG (July 2000). "Obesity in anaesthesia and intensive care". Br J Anaesth 85 (1): 91–108. doi:10.1093/bja/85.1.91. PMID 10927998. http://bja.oxfordjournals.org/cgi/content/full/85/1/91. 
  29. Choi HK, Atkinson K, Karlson EW, Curhan G (April 2005). "Obesity, weight change, hypertension, diuretic use, and risk of gout in men: the health professionals follow-up study". Arch. Intern. Med. 165 (7): 742–8. doi:10.1001/archinte.165.7.742. PMID 15824292. 
  30. Tukker A, Visscher T, Picavet H (April 2008). "Overweight and health problems of the lower extremities: osteoarthritis, pain and disability". Public Health Nutr 12 (3): 1–10. doi:10.1017/S1368980008002103. PMID 18426630. 
  31. Molenaar EA, Numans ME, van Ameijden EJ, Grobbee DE (November 2008). "[Considerable comorbidity in overweight adults: results from the Utrecht Health Project]" (στα Dutch; Flemish). Ned Tijdschr Geneeskd 152 (45): 2457–63. PMID 19051798. 
  32. Berrington de Gonzalez A, Hartge P, Cerhan JR, et al. (Δεκέμβριος 2010). "Body-mass index and mortality among 1.46 million white adults". N. Engl. J. Med. 363 (23): 2211–9. doi:10.1056/NEJMoa1000367. PMID 21121834. 
  33. 33,0 33,1 33,2 Whitlock G, Lewington S, Sherliker P, et al. (Μάρτιος 2009). "Body-mass index and cause-specific mortality in 900 000 adults: collaborative analyses of 57 prospective studies". Lancet 373 (9669): 1083–96. doi:10.1016/S0140-6736(09)60318-4. PMID 19299006. 
  34. Calle EE, Thun MJ, Petrelli JM, Rodriguez C, Heath CW (October 1999). "Body-mass index and mortality in a prospective cohort of U.S. adults". N. Engl. J. Med. 341 (15): 1097–105. doi:10.1056/NEJM199910073411501. PMID 10511607. http://content.nejm.org/cgi/content/full/341/15/1097. 
  35. Pischon T, Boeing H, Hoffmann K, et al. (Νοέμβριος 2008). "General and abdominal adiposity and risk of death in Europe". N. Engl. J. Med. 359 (20): 2105–20. doi:10.1056/NEJMoa0801891. PMID 19005195. 
  36. Manson JE, Willett WC, Stampfer MJ, et al. (1995). "Body weight and mortality among women". N. Engl. J. Med. 333 (11): 677–85. doi:10.1056/NEJM199509143331101. PMID 7637744. 
  37. Allison DB, Fontaine KR, Manson JE, Stevens J, VanItallie TB (Οκτώβριος 1999). "Annual deaths attributable to obesity in the United States". JAMA 282 (16): 1530–8. doi:10.1001/jama.282.16.1530. PMID 10546692. http://jama.ama-assn.org/cgi/content/full/282/16/1530. 
  38. Tsigosa Constantine και άλλοι, «Management of Obesity in Adults: European Clinical Practice Guidelines», The European Journal of Obesity 1:(2), σσ. 106–16, doi:10.1159/000126822.
  39. Fried M, Hainer V, Basdevant A, et al. (April 2007). "Inter-disciplinary European guidelines on surgery of severe obesity". Int J Obes (Lond) 31 (4): 569–77. doi:10.1038/sj.ijo.0803560. PMID 17325689. 
  40. Peeters A, Barendregt JJ, Willekens F, Mackenbach JP, Al Mamun A, Bonneux L (January 2003). "Obesity in adulthood and its consequences for life expectancy: A life-table analysis" (PDF). Ann. Intern. Med. 138 (1): 24–32. PMID 12513041. http://www.annals.org/cgi/reprint/138/1/24. 
  41. 41,0 41,1 Zachary Bloomgarden (2003). "Prevention of Obesity and Diabetes". Diabetes Care 26 (11): 3172–3178. doi:10.2337/diacare.26.11.3172. PMID 14578257. http://care.diabetesjournals.org/content/26/11/3172.full. 
  42. Theodore Mazzone; Giamila Fantuzzi (2006). Adipose Tissue And Adipokines in Health And Disease (Nutrition and Health). Totowa, NJ: Humana Press. σελ. 222. ISBN 1-58829-721-7. 
  43. Haslam D (March 2007). "Obesity: a medical history". Obes Rev 8 Suppl 1: 31–6. doi:10.1111/j.1467-789X.2007.00314.x. PMID 17316298. 
  44. «History of Medicine: Sushruta – the Clinician – Teacher par Excellence» (PDF). Dwivedi, Girish & Dwivedi, Shridhar. 2007. http://medind.nic.in/iae/t07/i4/iaet07i4p243.pdf. Ανακτήθηκε στις 2008-09-19. 
  45. Keller σελ. 49
  46. 46,0 46,1 Jane Dixon (2009). From the imperial to the empty calorie. Springer. 
  47. Naomi Aronson (Ιούνιος 1982). "Nutrition as a social problem". περιοδικό SOCIAL PROBLEMS Τόμος 29 (Τεύχος 5). 
  48. Cohen, M., C. Tirado, N. Aberman, και B. Thompson, Impact of climate change and bioenergy on nutrition (The International Food Policy Research Institute and Food and Agriculture Organization of the United Nations, 2008).
  49. K. A. Leaman και Roosevelt University, Binge eating disorder, obesity, and psychosocial factors (ProQuest, 2006).
  50. P. McMichael, Development and social change (Pine Forge, 1996).
  51. T. Weis, The global food economy: The battle for the future of farming (Zed Books, 2007).
  52. Rubinstein S, Caballero B (2000). "Is Miss America an undernourished role model?". JAMA 283 (12): 1569. doi:10.1001/jama.283.12.1569. PMID 10735392. 
  53. 53,0 53,1 Johnson F, Cooke L, Croker H, Wardle J (2008). "Changing perceptions of weight in Great Britain: comparison of two population surveys". BMJ 337: a494. doi:10.1136/bmj.a494. PMID 18617488. PMC 2500200. http://www.bmj.com/cgi/content/full/337/jul10_1/a494. 
  54. Marion J. Franz et al. (2007). "Weight loss outcomes: A Systematic Review and Meta-Analysis of Weight Loss Clinical Trials with a Minimum 1-Year Follow Up". Journal of the American Dietetic Association. doi:10.1016/j.jada.2007.07.017. 
  55. Caroline Bunker Rosdahl; Mary T. Kowalski (2008). Textbook of basic nursing. Lippincott Williams & Wilkins. σελ. 343. ISBN 9780781765213. 
  56. Kelly D. Brownell και Kenneth E. Warner, «The Perils of Ignoring History: Big Tobacco Played Dirty and Millions Died. How Similar Is Big Food?», The Milbank Quarterly 87:(1), σσ. 259–94.
  57. A. Brimelow (08 Ιουλίου 2010). «Link between inactivity and obesity queried». BBC News. http://www.bbc.co.uk/news/10545542. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]