Σύνδρομο Cushing

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σύνδρομο Cushing
Ταξινόμηση ICD-10 E24
Ταξινόμηση ICD-9 255.0
MedlinePlus 000410
eMedicine article/117365
MeSH D003480

Το σύνδρομο Cushing είναι μία ορμονική διαταραχή που οφείλεται σε υψηλά επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα. Το σύνδρομο μπορεί να προκληθεί από λήψη γλυκοκορτικοειδών φαρμάκων ή από όγκους που παράγουν κορτιζόλη, φλοιτρόπο ορμόνη (ACTH, Adreno Cortico Trophic Hormone) ή την ορμόνη CRH (Corticotropin Realising Hormone).[1]

Ο όρος νόσος του Cushing αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη αιτία του συνδρόμου, που είναι ο όγκος (αδένωμα) της υπόφυσης, ο οποίος παράγει μεγάλες ποσότητες της φλοιοτρόπου ορμόνης (ACTH) και ως τελικό αποτέλεσμα επιφέρεται αύξηση των επιπέδων της κορτιζόλης. Το αδένωμα της υπόφυσης είναι η πιο κοινή αιτία του συνδρόμου, καθώς ευθύνεται για το 70% των περιπτώσεων, με εξαίρεση εκείνες τις περιπτώσεις που οφείλονται σε λήψη γλυκοκορτικοειδών.[2][3] Το σύνδρομο περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1932 από τον Harvey Cushing.[4][5] Το σύνδρομο Cushing δεν περιορίζεται μόνο στους ανθρώπους και είναι σχετικά κοινή πάθηση σε οικόσιτα ζώα, όπως τα σκυλιά και τα άλογα. Πιο σπάνια εμφανίζεται και σε γάτες.

Δε θα πρέπει το σύνδρομο αυτό να συγχέεται με την τριάδα του Cushing, μία παθολογική κατάσταση που οφείλεται σε αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση.

Συμπτώματα και ενδείξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συμπτώματα του συνδρόμου περιλαμβάνουν ταχεία αύξηση του σωματικού βάρους με ιδιάζουσα κατανομή και συσσώρευση λίπους στον αυχένα, το κορμό και την κοιλιακή χώρα. Χαρακτηριστικό του συνδρόμου είναι και το πανσεληνοειδές πρόσωπο, που οφείλεται σε συσσώρευση λίπους στην περιοχή του προσώπου. Άλλα συμτώματα είναι η υπεριδρωσία, η τηλεαγγειεκτασία και οι δερματικές αλλοιώσεις με τις χαρακτηριστικές ερυθροϊώδεις ραβδώσεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί υπερκαλιαιμία. Επιπλέον, τα αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης μπορούν να επηρεάσουν και άλλα ενδοκρινικά συστήματα και να προκαλέσουν, για παράδειγμα, αϋπνία, μειωμένη libido και κόπωση. Στις γυναίκες, αύξηση του επιπέδου των ανδρογόνων ενδέχεται να προκαλέσει αμηνόρροια ή ολιγοαμηνόρροια και υπογονιμότητα. Συχνές είναι και οι ψυχικές διαταραχές, όπως οι διάφορες ψυχώσεις, η κατάθλιψη και το άγχος.[6][7]:500

Άλλες ενδείξεις του συνδρόμου είναι η πολυουρία και η πολυδιψία, η υπέρταση και η αντίσταση στην ινσουλίνη, η οποία επιφέρει υπεργλυκαιμία. Μη θεραπεία του συνδρόμου μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακές παθήσεις και αυξημένη θνησιμότητα. Ακόμη, μπορούν να εμφανιστούν εωσινοπενία, λεμφοπενία και οστεοπόρωση.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλά πιθανά αίτια για το σύνδρομο Cushing.

Ενδογενή και Εξωγενή αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο κοινή αιτία του συνδρόμου Cushing είναι η εξωγενής χορήγηση γλυκοκορτικοειδών για την αντιμετώπιση άλλων ασθενειών (ιατρογενές σύνδρομο Cushing). To ιατρογενές σύνδρομο Cushing μπορεί να είναι το αποτέλεσμα χορήγησης στεροειδών φαρμάκων για την αντιμετώπιση ποικίλων καταστάσεων, όπως το άσθμα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η χορήγηση ανοσοκατασταλτικών μετά από μεταμόσχευση οργάνου. Επίσης,η χορήγηση συνθετικής ACTH μπορεί, αν και σπάνια χορηγείται, να προκαλέσει το σύνδρομο.[8][9]

Το ενδογενές σύνδρομο Cushing είναι αποτέλεσμα κάποιας διαταραχής του ίδιου του οργανισμού στην έκκριση της κορτιζόλης. Φυσιολογικά, η ACTH εκκρίνεται από την αδενοϋπόφυση όποτε είναι απαραίτητο να διεγείρει την απελευθέρωση κορτιζόλης από τα επινεφρίδια.

  • Στο υποφυσιακό σύνδρομο Cushing ένα καλοήθες υποφυσιακό αδένωμα εκκρίνει ACTH. Αυτό είναι επίσης γνωστό και ως ασθένεια του Cushing και ευθύνεται για το 70% των ενδογενών συνδρόμων..[3]
  • Στο επινεφριδιακό σύνδρομο Cushing επινεφριδιακοί όγκοι ή υπερπλαστικά επινεφρίδια παράγουν μεγάλες ποσότητες κορτιζόλης.
  • Τέλος, όγκοι εκτός του συστήματος υπόφυση-επινεφρίδια μπορούν να παράγουν ACTH, η οποία επηρεάζει τα επινεφρίδια. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται παρανεοπλαστικό σύνδρομο Cushing και παρατηρείται σε ασθένειες όπως ο μικροκυτταρικός καρκίνος των πνευμόνων.

Ψευδοσύνδρομο Cushing[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυξημένα επίπεδα της ολικής κορτιζόλης μπορούν επίσης να οφείλονται σε οιστρογόνα που υπάρχουν σε αντισυλληπτικά χάπια, τα οποία περιέχουν ένα μίγμα οιστρογόνων και προγεστερόνης. Τα οιστρογόνα μπορούν να προκαλέσουν αύξηση της σφαιρίνης που δεσμεύει κορτιζόλη και συνεπώς και αύξηση των επιπέδων της ολικής κορτιζόλης. Παρόλα αυτά, τα επίπεδα της ολικής ελεύθερης κορτιζόλης, η οποία είναι και η ενεργός ορμόνη του οργανισμού, παραμένουν φυσιολογικά.[10]

Παθοφυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο υποθάλαμος βρίσκεται στον εγκέφαλο και η υπόφυση στο έδαφος του υποθαλάμου. Ο παρακοιλιακός πυρήνας του υποθαλάμου εκλύει την εκλυτική ορμόνη CRH (Corticotropin-Realising Hormone), η οποία διεγείρει την αδενόϋπόφυση προς έκλυση της ACTH, η οποία μέσω της κυκλοφορίας μεταφέρεται στα επινεφρίδια, όπου εκεί διεγείρει την απελευθέρωση της κορτιζόλης. Η κορτιζόλη εκκρίνεται από το φλοιό των επινεφριδίων, και συγκεκριμένα από τη στηλιδωτή ζώνη του φλοιού. Αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης ασκούν αρνήτική παλίνδρομη δράση στην υπόφυση, η οποία μειώνει στη συνέχεια το ποσό της ACTH που εκκρίνει. Ο όρος σύνδρομο του Cushing αναφέρεται αυστηρά στην κατάσταση αυξημένων επιπέδων κορτιζόλης οποιασδήποτε αιτιολογίας. Μία από τις αιτίες του συνδρόμου είναι το αδένωμα στο φλοιό των επινεφριδίων που εκκρίνει κορτιζόλη. Το αδένωμα προκαλεί πολύ αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα, η οποία ασκώντας αρνητική παλίνδρομη δράση στην υπόφυση φέρνει ως αποτέλεσμα μεγάλη μείωση των επιπέδων της ACTH. Ο όρος ασθένεια του Cushing αναφέρεται πρωτίστως στην υπερβολική παραγωγή ACTH από ένα υποφυσιακό αδένωμα και δευτερευόντως στα αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης. Το υποφυσιακό αδένωμα επιφέρει αύξηση στο αίμα της ACTH, παράλληλα με αύξηση των επιπέδων της κορτιζόλης. Τα επίπεδα της ACTH στην ασθένεια του Cushing παραμένουν υψηλά, καθώς το αδένωμα της υπόφυσης δε της επιτρέπει να δέχεται αρνητική παλίνδρομη ρύθμιση από τα υψηλά επίπεδα της κορτιζόλης.[11]

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν υπάρχει η υποψία του συνδρόμου Cushing, τότε είτε η δοκιμασία καταστολής με δεξαμεθαζόνη, είτε ο έλεγχος των επιπέδων της κορτιζόλης στα ούρα που συλλέγονται μέσα σε ένα 24ωρο, προσφέρουν την ίδια διαγνωστική αξία.[12] Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα γλυκοκορτικοειδές που μιμείται τις δράσεις της κορτιζόλης, συμπεριλαμβανομένης της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης στην υπόφυση. Όταν χορηγείται δεξαμεθαζόνη και ελέγχεται ένα δείγμα αίματος, υψηλά επίπεδα κορτιζόλης θα ήταν ενδεικτικά της ύπαρξης συνδρόμου του Cushing, καθώς κάτι τέτοιο θα υποδείκνυε έκτοπη πηγή παραγωγής κορτιζόλης ή ACTH που δεν καταστέλλεται από τη δεξαμεθαζόνη. Μία νέα μέθοδος βασίζεται στη συλλογή δειγμάτων σίελου για πάνω από 24 ώρες και στη μέτρηση των επιπέδων της κορτιζόλης σε αυτό. Στα άτομα με σύνδρομο Cushing τα επίπεδα της σιελικής κορτιζόλης είναι υψηλά τις τελευταίες νυχτερινές ώρες. Επίσης απαραίτητη μπορεί να είναι και η φυσική εξέταση του ασθενή για τη διαπίστωση ύπαρξης διαταραχών του οπτικού του πεδίου, αν υποψιάζεται από τον γιατρό οργανική βλάβη της υπόφυσης, η οποία ενδεχομένως να πιέζει το οπτικό χίασμα προκαλώντας οπτικές διαταραχές.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότερες περιπτώσεις συνδρόμου του Cushing προκαλούνται από λήψη στεροειδών φαρμάκων (ιατρογενές σύνδρομο). Συνεπώς, οι περισσότεροι ασθενείς αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά μειώνοντας (και εντέλει διακόπτοντας) τη φαρμακευτική αγωγή που προκαλεί το σύνδρομο.

Αν έχει διαγνωστεί επινεφριδιακό αδένωμα, μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά, όπως επίσης και ένα υποφυσιακό αδένωμα. Ανεξάρτητα από την εντόπιση του αδενώματος, οι περισσότεροι ασθενείς θα χρειαστούν υποκατάσταση στεροειδών μετεγχειρητικά τουλάχιστον προσωρινά, καθώς η μακροπρόθεσμη καταστολή της υποφυσιακής ACTH και ο φυσιολογικός επινεφριδιακός ιστός δεν αναρρώνουν άμεσα. Αν και τα δύο επινεφρίδια αφαιρεθούν, τότε είναι επιτακτική η υποκατάσταση με υδροκορτιζόνη ή πρεδνιζολόνη.

Για όσους ασθενείς δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να υποβληθούν σε επέμβαση, έχουν ανακαλυφθεί διάφορα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση της κορτιζόλης, τα οποία όμως έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

Η χειρουργική αφαίρεση και των δύο επινεφριδίων απουσία διάγνωσης κάποιου όγκου πραγματοποιείται για να περιοριστεί η παραγωγή υπέρμετρης κορτιζόλης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό οδηγεί σε άρση της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης σε αδένωμα της υπόφυσης (που δεν είχε διαγνωσθεί προηγουμένως) και σε ταχεία αύξησή του, που επιφέρει υπερέκκριση ACTH, η οποία προκαλεί υπερχρωμάτωση. Η κλινική αυτή κατάσταση είναι γνωστή ως σύνδρομο του Nelson.[13]

Επιδημιολογικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ιατρογενές σύνδρομο Cushing είναι η πιο κοινή μορφή του συνδρόμου. Η συχνότητα των περιστατικών των υποφυσιακών όγκων μπορεί να είναι σχετικά υψηλή, έως και ένα σε κάθε πέντε ανθρώπους[14], αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός από αυτούς είναι ενεργός και παράγει ορμόνες σε μεγάλες ποσότητες.

Ενήλικες με τη νόσο αυτή μπορεί να έχουν συμπτώματα όπως πολύ μεγάλη αύξηση σωματικού βάρους, υπερβολική τριχοφυία στις γυναίκες, υψηλή αρτηριακή πίεση και δερματικά προβλήματα. Επιπλέον, ενδέχεται να εμφανιστούν:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kumar, Abbas, Fausto. Robbins and Cotran Pathologic Basis of Disease, 7th ed. Elsevier-Saunders; New York, 2005.
  2. Schwartz's principles of surgery, 8th edition, p 1455
  3. 3,0 3,1 Cushing’s Syndrome at The National Endocrine and Metabolic Diseases Information Service. July 2008. In turn citing: Nieman LK, Ilias I. Evaluation and treatment of Cushing’s syndrome. The Journal of American Medicine. 2005;118(12):1340–1346.
  4. Cushing HW. (1932). "The basophil adenomas of the pituitary body and their clinical manifestations (pituitary basophilism).". Bulletin of the Johns Hopkins Hospital 50: 137–95. 
  5. "Dr. Cushing Dead; Brain Surgeon, 70. A Pioneer Who Won Fame as Founder of New School of Neuro-Surgery. Discovered Malady Affecting Pituitary Gland. Was Noted Teacher and Author". New York Times. October 8, 1939. http://select.nytimes.com/gst/abstract.html?res=F30915F73C5A177A93CAA9178BD95F4D8385F9. Ανακτήθηκε στις 2010-03-21. «Dr. Harvey Williams Cushing, international authority on brain surgery and neurology, who for his ...» 
  6. Yudofsky, Stuart C.; Robert E. Hales (2007). The American Psychiatric Publishing Textbook of Neuropsychiatry and Behavioral Neurosciences (5th έκδοση). American Psychiatric Pub, Inc.. ISBN 1585622397. 
  7. James, William; Berger, Timothy; Elston, Dirk (2005). Andrews' Diseases of the Skin: Clinical Dermatology. (10th ed.). Saunders. ISBN 0-7216-2921-0.
  8. Siminoski, K; Goss, P; Drucker, DJ (1989). "The Cushing syndrome induced by medroxyprogesterone acetate.". Annals of internal medicine 111 (9): 758–60. PMID 2552887. 
  9. Merrin, PK; Alexander, WD (1990). "Cushing's syndrome induced by medroxyprogesterone.". BMJ (Clinical research ed.) 301 (6747): 345. doi:10.1136/bmj.301.6747.345-a. PMID 2144198. 
  10. C. W. Burke (1969). "The effect of oral contraceptives on cortisol metabolism". J Clin Pathol 3: 11–18. doi:10.1136/jcp.s1-3.1.11. 
  11. The History of Cushings Disease: a controversial tale, J R Soc Med. 1991 June; 84(6): 363–366
  12. Raff H, Findling JW (2003). "A physiologic approach to diagnosis of the Cushing syndrome". Ann. Intern. Med. 138 (12): 980–91. PMID 12809455. http://www.annals.org/cgi/pmidlookup?view=long&pmid=12809455. 
  13. Nelson DH, Meakin JW, Thorn GW (1960). "ACTH-producing pituitary tumors following adrenalectomy for Cushing syndrome". Ann. Intern. Med. 52: 560–9. PMID 14426442. 
  14. Ezzat S, Asa SL, Couldwell WT, et al. (2004). "The prevalence of pituitary adenomas: a systematic review". Cancer 101 (3): 613–9. doi:10.1002/cncr.20412. PMID 15274075. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]