Μότσε
Ο πολιτισμός των Μότσε ή Μοτσίκα άνθισε στο βόρειο Περού, περίπου από το 100 μ.Χ. ως το 700. Η πολιτεία των Μότσε ήταν ισχυρή, καλά οργανωμένη και επεκτάθηκε με στρατιωτικές κατακτήσεις. Η μαζική χειρωνακτική εργασία ήταν αναγκαία ώστε να συμμετέχει στα μεγάλα δημόσια έργα και την κατασκευή βασιλικών τάφων. Κατασκεύαζαν γιγαντιαία αρδευτικά έργα και εξασφάλιζαν ένα πλεόνασμα που μπορούσε να θρέψει καλλιτέχνες εξαιρετικού ταλέντου. Ως επίκεντρο είχαν την πρωτεύουσά τους, στην οποία δέσποζε η Πυραμίδα του Ήλιου,[1] μια ογκώδης κατασκευή από συμπαγή πλινθοδομή, ύψους σαράντα μέτρων.[2]
Πήραν το όνομά τους από τον ποταμό Μότσε, στις όχθες του οποίου βρίσκονταν τα κύρια λατρευτικά και διοικητικά κέντρα τους.[3]
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Ιστορία
Οι Μότσε εμφανίστηκαν στο παράκτιο Περού το 1 μ.Χ.[2] Στις αρχές του δεύτερου αιώνα οι Μότσε γνώρισαν μια σημαντική τεχνική πρόοδο. Υπό την ηγεσία ηγεμόνων ολοένα και πιο ισχυρών, επέκτειναν το αρδευτικό τους σύστημα για να αυξήσουν τα καλλιεργήσιμα εδάφη και αποδείχθηκαν εξαίρετοι υδρολόγοι. Κατά συνέπεια, είχαν πλουσιότερες σοδειές, που με τη σειρά τους οδήγησαν σε πληθυσμιακή αύξηση και εν τέλει στην επιθυμία για περισσότερη γη. Έτσι, άρχισαν να προωθούνται στις γειτονικές κοιλάδες. Απορρόφησαν το γειτονικό πολιτισμό Γκαλλινάζο και κατόπιν κατέκτησαν τα εδάφη κατά μήκος της ακτής. Τελικά έθεσαν υπό την κυριαρχία τους ένα έδαφος που κάλυπτε περίπου 800 της βόρειας ακτής του Περού και εκτεινόταν στην ενδοχώρα ως τις Άνδεις. Πολεμούσαν οπλισμένοι με ρόπαλα και τσεκούρια, ενώ φαίνεται οι πολεμιστές να απολάμβαναν ιδιαίτερης κοινωνικής αποδοχής.[4] Όμως, αν και τους άρεσε η επέκταση, ποτέ δεν πήγαν πέρα από την παραλιακή περιοχή του Περού.
Εκτός από τους οικονομικούς λόγους, κινητήρια δύναμη σε αυτήν την επέκταση ήταν και η θρησκεία: η πρακτική της ανθρωποθυσίας, ήταν βασικό χαρακτηριστικό της θρησκείας των Μότσε.[5] Έτσι, όταν πολεμούσαν φρόντιζαν να να πιάνουν αιχμαλώτους για θυσίες.
Υπάρχουν αρκετές θεωρίες, σχετικά με την πτώση του κράτους των Μότσε. Μία από αυτές έχει να κάνει με κλιματολογικές μεταβολές στην περιοχή του Περού. Ίσως ένα Ελ Νίνιο, ανάμεσα στο 536 και το 594, επέφερε έντονες βροχοπτώσεις και πλημμύρες για τριάντα χρόνια, ενώ ακολούθησαν άλλα τριάντα χρόνια ξηρασίας. Τα καιρικά αυτά φαινόμενα άλλαξαν δραματικά τη ζωή των Μότσε. Γκρεμίστηκε εκ βάθρων η πίστη στη θρησκεία τους, η οποία υποσχόταν σταθερό κλίμα μέσω των θυσιών. Ωστόσο, νεότερα ευρήματα δείχνουν πως οι κλιματικές αλλαγές δεν ευθύνονταν πλήρως για την πτώση των Μότσε: γύρω στα 600 ο λαός των Χουαρί ενσωμάτωσε, ανάμεσα στα μικρά βασίλεια του Περού, και τους Μότσε.[6]
[Επεξεργασία] Θρησκεία
Η κυριότερη θεότητα των Μότσε ήταν ο Άι Απάεκ (Ai Apaec) ή Αποκεφαλιστής, όπως τον ονομάζουν οι ερευνητές, γιατί απεικονίζεται κρατώντας στο ένα χέρι τούμι και στο άλλο ένα κομμένο κεφάλι. Συχνά απεικονίζεται ως αράχνη, φτερωτό πλάσμα ή θαλάσσιο τέρας. Οι τρεις αυτές μορφές συμβολίζουν τη γη, τον αέρα και τη θάλασσα. Υπάρχουν και παραστάσεις του Αποκεφαλιστή ως ανθρώπινου πλάσματος με κυνόδοντες ιαγουάρου και απειλητικό γρύλισμα.[4] Άγριος και επιτακτικός, είχε το θρόνο του στα βουνά και έστελνε τον ομόλογό του, Ήλιο, να υποτάξει τις χαμηλότερες περιοχές. Ο Ήλιος κυνηγούσε ζαρκάδια, έπιανε ψάρια και θαλάσσια πουλιά. Πάνω σε μια σχεδία από καλάμια πολεμούσε τον τερατώδη κάβουρα που ζούσε στα βάθη των ωκεανών.[5] Μια άλλη σημαντική θεότητα ήταν ο θεός-Κουκουβάγια, ο οποίος επίσης απεικονιζόταν με ένα τούμι και κομμένο κεφάλι. Όταν όμως εξευμενιζόταν, προσέφερε αφειδώς τη σοφία και την ενόρασή του στους ανθρώπους.[7] Οι Μότσε θεραπευτές επικαλούνταν το πνεύμα της κουκουβάγιας για να γιατρεύουν τους ασθενείς.
Γνωρίζουμε ότι οι Μότσε ασκούσαν την πρακτική των ανθρωποθυσιών. Όταν πήγαιναν στον πόλεμο αιχμαλώτιζαν τους εχθρούς τους ώστε να τους θυσιάσουν στους θεούς τους.
Οι αιχμάλωτοι ευγενείς είχαν ειδική μεταχείριση καθώς, σε αντίθεση με τους κοινούς στρατιώτες που μεταφέρονταν πεζοί στον τόπο της θυσίας, οι ανώτεροί τους μεταφέρονταν με το φορτίο,[8] γιατί οι Μότσε είχαν μια ιδιαίτερη νοοτροπία για τις ταξικές διακρίσεις. Μερικούς από τους αιχμαλώτους τους έριχναν από γκρεμούς ως θυσία στο θεό του ουρανού.[5] Αλλά οι περισσότεροι δένονταν γυμνοί και οδηγούνταν στη μεγάλη πλατεία, κύριο λατρευτικό κέντρο των Μότσε, όπου τους έσφαζαν ή τους αποκεφάλιζαν. Φαίνεται επίσης, ότι συχνά αφαιρούνταν τα όργανα και το δέρμα του νεκρού, ο οποίος θαβόταν μόνο με τα οστά. Επιπλέον είναι πιθανό, οι Μότσε, να βασάνιζαν για μερικές εβδομάδες το θύμα τους, ενώ ίσως και να έτρωγαν ορισμένα του όργανα. Μάλιστα, ίσως και να ακολουθούσε η κατανάλωση του αίματος του θύματος. Οι τελετές αυτές φαίνεται ότι συνδέονταν με τη λατρεία των προγόνων και τη γονιμότητα της γης.
[Επεξεργασία] Διατροφή
Οι Μότσε κατανάλωναν μεγάλη ποικιλία νοτιοαμερικανικών φυτών στους αρδευόμενου αγρούς, κατά μήκος του ποταμού Μότσε, χρησιμοποιώντας ως λίπασμα το γκουανό. Καλλιεργούσαν και κατανάλωναν φασόλια, πατάτες, κολοκύθια και κολοκύθες, πιπεριές, αραχίδες, μανιόκα (κασάβα), γλυκοπατάτες, φρούτα (γκουάβα, αβοκάντο, παπάγια, ανανάς).[3] Κύριο προϊόν τους όμως ήταν το καλαμπόκι, το οποίο είχε πολλαπλές χρήσεις. Το έτρωγαν ωμό, ψητό ή βραστό. Με έκθλιψη έπαιρναν λάδι, που συχνά έκαναν μπύρα.[3] Από τους μίσχους του καλαμποκιού έβγαζαν ένα γλυκό χυμό που τον έπιναν. Στα ορεινά, για να καταπολεμήσουν το αίσθημα της κούρασης, μασούσαν το ναρκωτικό φύλλο της κόκας.[5] Ωστόσο, όλα αυτά θα ήταν αδύνατο να καλλιεργηθούν, χωρίς τα εγγειοβελτιωτικά έργα των Μότσε.
Οι Μότσε ψαράδες αψηφούσαν τα ωκεάνια ρεύματα για να ψαρέψουν αντζούγιες, καβούρια και γαρίδες. Εκτιμούσαν τόσο αυτά τα αλιεύματα, ώστε συναντώνται αγγεία με παραστάσεις καβουριών και καραβίδων.[9]
Οι καρποί και τα ψάρια αφθονούσαν, αλλά το κρέας ήταν σπάνιο. Οι κάτοικοι των πεδιάδων έτρεφαν πάπιες και ινδικά χοιρίδια, τα οποία μάλιστα απεικόνιζαν στα αγγεία τους.[9] Αντιθέτως, στα ορεινά, έσφαζαν ένα λάμα αν δεν το χρειάζονταν για υποζύγιο. Τα θηράματα τα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Ένας χωρικός μπορούσε να σκοτώσει ένα ή δύο πουλιά, ρίχνοντας βάλη με το καλάμι του, αλλά το ζαρκάδι που αφθονούσε στα ορεινά οροπέδια μπορούσε να το κυνηγάει μόνο η αριστοκρατία. Τα κυνηγούσαν με τελετουργική σχεδόν οργάνωση, με σκυλιά και παγανιστές, που οδηγούσαν το θήραμα στα δίχτυα, όπου οι ευγενείς το σκότωναν με ακόντιο.[5]
[Επεξεργασία] Τέχνη
[Επεξεργασία] Μεταλλουργία
Οι Μότσε υπήρξαν μεγάλοι καλλιτέχνες στη μεταλλουργίας. Ξεπερνώντας τους προγενέστερους Περουβιανούς λαούς, τόσο σε επιδεξιότητα όσο και σε φαντασία, χρησιμοποιούσαν κυρίως χρυσό, άργυρο και χαλκό. Έλιωναν τα μεταλλεύματα σε πήλινους φούρνους και κατασκεύαζαν μάσκες, σκουλαρίκια, κράνη και μικροσκοπικά αγάλματα.[10]
[Επεξεργασία] Κεραμική
Το μεγαλύτερο επίτευγμα των τεχνιτών Μότσε ήταν η κεραμική. Γνώρισμά της ήταν το ρεαλιστικό και ευαίσθητο πλάσιμο των χαρακτηριστικών του προσώπου στα αγγεία και τα δοχεία. Έφτιαχναν φλασκιά με χερούλια σε σχήμα αναβολέα, που χρησίμευαν και ως στόμια. Μερικά από αυτά επέζησαν επί μια χιλιετία άθικτα.[11] Εξωράιζαν τα αγγεία τους, χρωματίζοντάς τα ή απεικονίζοντας σκηνές από τη ζωή της φυλής. Απεικόνισαν μια σειρά ζωντανών χαρακτήρων, από θεούς ως μεθυσμένους. Πάνω στις πήλινες επιφάνειες εκτυλίσσονταν σκηνές κυνηγιού, ψαρέματος, θυσιών, πολέμου ή σεξ. Επίσης, μπορεί να υπήρχαν πορτρέτα ευγενών ή μορφές ζώων. Μερικά δείχνουν σαφώς ότι οι δημιουργοί τους είχαν την πρόθεση να εμπνεύσουν θρησκευτικό φόβο, όπως τα πρόσωπα θεών που μορφάζουν.[11] Ίσως μάλιστα, οι Μότσε να χρησιμοποιούσαν τα κεραμικά τους για διδακτικούς σκοπούς, λόγω των ρεαλιστικών χαρακτηριστικών τους.
Αντάλλασσαν τα κεραμικά τους με άλλα προϊόντα, στέλνοντάς τα με πλοία κατά μήκος της ακτής και στις φυλές των υψιπέδων.[11] Τα αγγεία των Μότσε, φωτίζουν πολλές πτυχές του πολιτισμού τους και αποτελούν ανεκτίμητα ντοκουμέντα για την κοινωνία τους.
-
Αγγείο με σκηνή πεολειχίας
[Επεξεργασία] Πηγές
- Άτλας Παγκόσμιος Ιστορικός, Τεύχος 5, Εκδόσεις: Ελεύθερος Τύπος/Dorling Kindersley, ISBN 960-6610-74-5
- Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμοι 5&7, Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος
- Katherine Berrin & Larco Museum, The Spirit of Ancient Peru:Treasures from the Museo Arqueológico Rafael Larco Herrera, Thames and Hudson, Νέα Υόρκη 1997, ISBN 978-0500018026
[Επεξεργασία] Σημειώσεις-παραπομπές
- ↑ Οι Ισπανοί κατακτητές τον ονόμασαν Huaca del Sol. Ο όρος "huaca" ή "waqa", στην Κέτσουα, δίνεται σε οποιοδήποτε ιερό μνημείο, φυσικό ή τεχνητό
- ↑ 2,0 2,1 Άτλας Παγκόσμιος Ιστορικός, σ. 145.
- ↑ 3,0 3,1 3,2 Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 5, σ. 163.
- ↑ 4,0 4,1 http://www.about-peru-history.com/moche-culture.html
- ↑ 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 5, σ. 164.
- ↑ Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 7, σ. 156.
- ↑ Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 5, σ. 131.
- ↑ Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 5, σ. 135.
- ↑ 9,0 9,1 Katherine Berrin & Larco Museum, σ. 216.
- ↑ Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 5, σσ. 165-166.
- ↑ 11,0 11,1 11,2 Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 5, σ. 166.
[Επεξεργασία] Εξωτερικοί σύνδεσμοι
| Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Moche της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες). |