Χρυσόκολλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χρυσόκολλα
Azurite-Chrysocolla-Quartz-azmex22b.jpg
Χρυσόκολλα, Προέλευση: Αριζόνα, ΗΠΑ.
Γενικά
Χημικός τύπος (Cu,Al)2H2Si2O5(OH)4 . νH2O
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 1,9 - 2,4 gr/cm3
Χρώμα Γαλάζιο, γαλαζοπράσινο, πράσινο. Καστανό έως μέλαν με προσμίξεις
Σύστημα κρυστάλλωσης Ρομβικό, άμορφη[1]
Κρύσταλλοι Βελονοειδείς πολύ μικροί (5 mm) σε ακτινωτά συμπλέγματα. Κρυπτοκρυσταλλική δομή
Υφή Συνηθέστερα βοτρυοειδής αλλά και ινώδης, γαιώδης
Διδυμία Όχι
Σκληρότητα 2 - 4 (αναλόγως σύστασης)
Σχισμός Δεν παρατηρείται
Θραύση Κογχώδης
Λάμψη Υαλώδης, πορσελανώδης. Ενίοτε γαιώδης
Γραμμή κόνεως Λευκή
Πλεοχρωισμός Όχι
Διαφάνεια Αδιαφανής

Η χρυσόκολλα (αγγλ. chrysocolla) είναι ένυδρο πυριτικό ορυκτό[2] του χαλκού και του αργιλίου. Το όνομά της προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «χρυσός» και «κόλλα», λόγω της ομοιότητάς της με το υλικό που ήταν, κατά την αρχαιότητα, σε χρήση για τις συγκολλήσεις χρυσού. Είναι γνωστή από την αρχαιότητα (την αναφέρει ο Θεόφραστος ήδη από το 315 π.Χ.) και τη χρησιμοποιούσαν ως υλικό κατασκευής κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων, αν και εμφανίζει μειωμένη αντοχή, λόγω της χαμηλής της σκληρότητας.

Αποτελεί δευτερογενές ορυκτό του χαλκού, προερχόμενο από οξείδωση πρωτογενών ορυκτών του, και συνήθως συνδέεται με άλλα δευτερογενή ορυκτά του (όπως ο μαλαχίτης και ο τενορίτης), ανευρισκόμενη σε υαλώδους υφής βοτρυοειδή συσσωματώματα ή ως πομφολυγοειδείς επιφλοιώσεις. Απαντά επίσης σε πολύ μικρούς βελονοειδείς κρυστάλλους ινώδους υφής. Συχνά συγχέεται με αλλοφανή ((Al2O3)(SiO2)1,3-2 . 2,5-3H2O, που είναι επίσης άμορφος και έχει παρόμοιο χρώμα και ίδιο τρόπο σχηματισμού.

Απαντά σε πολλές περιοχές της Γης. Κυριότερες εμφανίσεις της είναι στα Ουράλια όρη (περιοχή Nizhni Tagil) της Ρωσίας, τη Σλοβακία, τη Βρετανία, το Ισραήλ, την περιοχή Κατάνγκα του Ζαΐρ, την Αυστραλία, τη Χιλή, το Μεξικό και τις Πολιτείες Αριζόνα και Γιούτα των ΗΠΑ.

Στην Ελλάδα απαντάται στα μεταλλεία Λαυρίου (Ιλάριον, Χριστιάνα, Ζαν Μπατίστ, Σερπιέρη και Αδάμη Νο 2), στη Νάξο, τη Σέριφο και στη Λιβάδιστα Αλιστράτης του Νομού Σερρών.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • James Dwight Dana, Manual of Mineralogy and Lithology, Containing the Elements of the Science of Minerals and Rocks, READ BOOKS, 2008 ISBN 1443742244
  • Collector's Encyclopedia of Rocks and Minerals, ed. A.F.L. Deeson, David & Charles, London, 1973
  • Frederick H. Pough, Roger Tory Peterson, Jeffrey (PHT) Scovil, A Field Guide to Rocks and Minerals, Houghton Mifflin Harcourt, 1988 ISBN 039591096X
  • Walter Schumann, R. Bradshaw, K. A. G. Mills, Handbook of Rocks, Minerals and Gemstones, Houghton Mifflin Harcourt, 1993 ISBN 0395511372

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης την αναφέρει άμορφη, όπως και η Collector's Encyclopedia
  2. Στον ιστοχώρο Galleries.com αναφέρεται ως ψευδοορυκτό, λόγω του άμορφου σχηματισμού της
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα