Μεγάλη Δούκισσα Αναστασία της Ρωσίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μεγάλη Δούκισσα Αναστασία Νικολάεβνα
Grand Duchess Anastasia Nikolaevna.jpg
Η Μεγάλη Δούκισσα Αναστασία της Ρωσίας
Βασιλικός Οίκος Οίκος Ρομάνοφ
Γέννηση 18 Ιουνίου 1901
Πέτερχοφ, Ρωσική Αυτοκρατορία
Θάνατος 17 Ιουλίου 1918 (17 ετών)
Εκατερίνμπουργκ, Σοβιετική Ρωσία
Τόπος ταφής Καθεδρικός των Αγίων Πέτρου και Παύλου, Αγία Πετρούπολη, ΕΣΣΔ
Πατέρας Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας
Μητέρα Αλεξάνδρα Φεοντόροβνα της Έσσης
Θρησκεία Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία

Η Μεγάλη Δούκισσα Αναστασία της Ρωσίας (στα ρωσικά: Великая Княжна Анастасия Николаевна Романова, 18 Ιουνίου 190117 Ιουλίου 1918 ), μέλος της Δυναστείας των Ρομανόφ, ήταν η μικρότερη κόρη του Αυτοκράτορα Νικολάου Β΄ της Ρωσίας, τελευταίου ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας της Ρωσίας, και της συζύγου του, Αλεξάνδρα Φεοντόροβνα της Έσσης.

Η Αναστασία ήταν η μικρότερη αδερφή της Μεγάλης Δούκισσας Όλγας, της Μεγάλης Δούκισσας Τατιάνας και της Μεγάλης Δούκισσας Μαρίας. Ήταν μεγαλύτερη αδερφή του Αλεξέι Νικολάγιεβιτς, Τσάρεβιτς της Ρωσίας. Θεωρείται πως δολοφονήθηκε μαζί με την οικογένειά της στις 17 Ιουλίου 1918, από δυνάμεις της μυστικής αστυνομίας των Μπολσεβίκων. Ωστόσο, φήμες που χρονολογούνται από εκείνη την εποχή, επιμένουν για την πιθανή της απόδραση. Κατά περιόδους διάφορες γυναίκες διεκδίκησαν την ταυτότητα της Αναστασίας, τροφοδοτώντας ένα από τα πιο διάσημα μυστήρια του 20ού αιώνα.

Γέννηση και παιδική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αναστασία και οι αδερφές της, Όλγα, Τατιάνα και Μαρία, φωτογραφημένες το 1904.
Η Αναστασία στην παιδική ηλικία.

Η Αναστασία ήρθε στον κόσμο στο Παλάτι Πέτερχοφ, στις 18 Ιουνίου 1901. Όταν γεννήθηκε, οι γονείς της και οι υπόλοιποι συγγενείς απογοητεύτηκαν από την απόκτηση και τέταρτης κόρης. Όπως συνηθιζόταν, ο Τσάρος χρειαζόταν αρσενικό διάδοχο για να τον διαδεχτεί στο θρόνο και να συνεχίσει τη δυναστεία των Ρομανώφ.

Τα παιδιά του Τσάρου ανατράφηκαν όσο πιο απλά γινόταν. Κοιμούνταν σε σκληρά κρεβάτια, εκτός αν ήταν άρρωστα, έκαναν κρύο μπάνιο το πρωί και αναμενόταν από αυτά να συγυρίζουν τα δωμάτιά τους και να κεντούν για φιλανθρωπικούς σκοπούς όταν δεν είχαν άλλη απασχόληση. Οι περισσότεροι στο σπίτι, συμπεριλαμβανομένων των υπηρετών, αποκαλούσαν τη Μεγάλη Δούκισσα με το μικρό της όνομα και το πατρώνυμο, δηλαδή Αναστασία Νικολάγιεβνα, και όχι με τον τίτλο «Αυτοκρατορική Υψηλότητα». Επίσης αποκαλούνταν συχνά με τη γαλλική εκδοχή του ονόματός της ή με τα ρώσικα υποκοριστικά Νάστυα, Νάστας ή Νάστενκα. Άλλα οικογενειακά παρατσούκλια για την Αναστασία ήταν «Μαλενάκαγια», που σημαίνει «μικρή» ),[1] ή «diavalchik», που είναι η ρώσικη λέξη για το «διαβολάκι».

Τιμώντας το παρατσούκλι της, η μικρή Αναστασία έγινε ένα ζωηρό και ενεργητικό παιδί, μάλλον κοντό και με προδιάθεση να γίνει παχουλούτσικο, με μπλε μάτια[2] και κοκκινόξανθα μαλλιά.[3] Η Μαργκαρέττα Ίγκαρ, μια από τις νταντάδες των τεσσάρων Μεγάλων Δουκισσών, υποστήριξε πως κάποιος σχολίασε ότι η Αναστασία σαν νήπιο είχε τη μεγαλύτερη προσωπική γοητεία από οποιοδήποτε παιδί είχε συναντήσει.[4]

Παρόλο που συχνά περιγράφεται ως χαρισματική και έξυπνη, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τους περιορισμούς που επέβαλε η σχολική αίθουσα, σύμφωνα με τους δασκάλους της Πιερ Ζιλιάρ και Σίντνεϋ Γκιμπς. Οι δύο τους, καθώς και οι κυρίες επί των τιμών Λίλι Ντεν και Άννα Βιρούμποβα, περιγράφουν την Αναστασία ως γεμάτη ζωή, άταχτη και προικισμένη ηθοποιό. Τα αιχμηρά, έξυπνα σχόλιά της χτυπούσαν καμιά φορά ευαίσθητα σημεία.

Η τόλμη της ορισμένες φορές υπερέβαινε τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς. «Κρατούσε χωρίς αμφιβολία το ρεκόρ στις τιμωρίες ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς της, γιατί στην αταξία ήταν μια πραγματική ιδιοφυΐα», είπε ο Γκλεμπ Μπόντκιν, γιος του γιατρού της Αυλής, Ευγένιου Μπότκιν, που αργότερα πέθανε μαζί με την οικογένεια στο Αικατερίνενμπουργκ. Καμιά φορά έβαζε τρικλοποδιές στους υπηρέτες και έκανε φάρσες στους δασκάλους της. Μικρή ανέβαινε στα δέντρα και αρνούνταν να κατέβει. Μια φορά, σε ένα χιονοπόλεμο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας στο οικογενειακό τους κτήμα στην Πολωνία, η Αναστασία έκρυψε μια πέτρα μες στη χιονόμπαλα και την πέταξε στην αδερφή της, Τατιάνα, ξαπλώνοντάς τη στο έδαφος.[5] Μια μακρινή ξαδέρφη, η Πριγκίπισσα Νίνα Γκεόργκεβνα, θυμόταν πως «η Αναστασία ήταν δυσάρεστη σε σημείο κακίας» και πως έκλεβε, κλοτσούσε και γρατζουνούσε τις συντρόφους της στο παιχνίδι. Ωστόσο η Νίνα την αντιμετώπιζε, γιατί ήταν ψηλότερη από εκείνη. Επίσης, ενδιαφερόταν λιγότερο για την εμφάνισή της σε σχέση με τις αδερφές της. Η Χέιλι Ερμίνι Ριβς, μια Αμερικανίδα συγγραφέας με υψηλές πωλήσεις και σύζυγος Αμερικανού διπλωμάτη, περιέγραψε το πώς η Αναστασία, όταν ήταν 10 ετών, έφαγε σοκολάτες χωρίς να ενδιαφερθεί να βγάλει τα μακριά λευκά γάντια της στην Όπερα της Αγίας Πετρούπολης.[6]

Η Αναστασία και η μεγαλύτερη αδερφή της, η Μαρία, ήταν γνωστές στην οικογένεια σαν «το μικρό ζευγάρι». Τα δύο κορίτσια μοιράζονταν το δωμάτιό τους, συχνά φορούσαν εκδοχές του ίδιου φορέματος και περνούσαν αρκετό από το χρόνο τους μαζί. Οι δύο μεγαλύτερες, Όλγα και Τατιάνα, επίσης μοιράζονταν το δωμάτιό τους και ήταν γνωστές σαν «το μεγάλο ζευγάρι». Τα τέσσερα κορίτσια καμιά φορά υπέγραφαν τα γράμματά τους με το παρατσούκλι ΟΤΜΑ, από τα αρχικά των ονομάτων τους.[7]

Παρά την ενέργειά της, η υγεία της Αναστασίας δεν ήταν πάντα καλή. Η Μεγάλη Δούκισσα υπέφερε από μια οδυνηρή πάθηση, την hallux valgus (κάλος), που είχε προσβάλει και τα δύο μεγάλα δάχτυλα των ποδιών. Επίσης είχε έναν αδύναμο μυ στην πλάτη και έκανε μασάζ δύο φορές την εβδομάδα. Για να το αποφύγει, κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι της ή σε κάποιο ντουλάπι. Η μεγαλύτερη αδερφή της, η Μαρία, αιμορραγούσε το Δεκέμβρη του 1914 από μια εγχείρηση αφαίρεσης των αμυγδαλών της, σύμφωνα με τη θεία της από την πλευρά του πατέρα της, Μεγάλη Δούκισσα Όλγα Αλεξάνδροβνα της Ρωσίας, που μίλησε σε μία συνέντευξη χρόνια αργότερα. Ο γιατρός ο οποίος θα έκανε την επέμβαση ήταν τόσο νευρικός, που η Αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα αναγκάστηκε να τον διατάξει να συνεχίσει. Η Όλγα Αλεξάνδροβνα υποστήριξε πως και οι τέσσερις ανιψιές της αιμορραγούσαν περισσότερο από το φυσιολογικό και πως πιθανώς ήταν φορείς του γονιδίου της αιμορροφιλίας, όπως και η μητέρα τους.[8] Ο αδερφός τους, Αλεξέι, ήταν ασθενής της αιμορροφιλίας και αρκετές φορές άγγιξε το θάνατο.

Σχέσεις με το Γκρέγκορι Ρασπούτιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μεγάλες Δούκισσες σε επίσημη φωτογραφία μαζί με τη μητέρα τους, Αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα.
Ο Ρασπούτιν και η τσαρική οικογένεια

Η μητέρα της Αναστασίας, Αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, βασιζόταν πολύ στις συμβουλές του Γκρέγκορι Ρασπούτιν, ενός Ρώσου χωρικού και περιπλανώμενου «άγιου», που είχε γιατρέψει σαν από θαύμα το μικρό Τσάρεβιτς Αλεξέι σε διάφορες περιπτώσεις. Η Αναστασία και τα αδέρφια της διδάχτηκαν να θεωρούν το Ρασπούτιν φίλο τους και να μοιράζονται μυστικά μαζί του. Το φθινόπωρο του 1907, η θεία της Αναστασίας, η Όλγα Αλεξάνδροβνα, συνοδεύτηκε από τον Τσάρο στα παιδικά δωμάτια για να γνωρίσει το Ρασπούτιν. Η Αναστασία, οι αδερφές της και ο Αλεξέι φορούσαν όλοι τις μακριές λευκές νυχτικιές τους.

«Όλα τα παιδιά έμοιαζαν να τον συμπαθούν», θυμόταν η Όλγα Αλεξάνδροβνα στη συνέντευξή της.[9] Η φιλία του Ρασπούτιν με τα αυτοκρατορικά τέκνα ήταν προφανής σε κάποια από τα σημειώματα που αντάλλασσαν. Το Φεβρουάριο του 1909, ο Ρασπούτιν έστειλε στα παιδιά ένα τηλεγράφημα, συμβουλεύοντάς τα να αγαπούν «το σύνολο της φύσης του Θεού, ολόκληρη τη Δημιουργία και ιδιαίτερη αυτή τη Γη. Η Μητέρα του Θεού ήταν πάντα απασχολημένη με τα λουλούδια και το κέντημα».[10]

Ωστόσο μια από τις νταντάδες των κοριτσιών, η Σοφία Ιβάνοβνα Τιούτσεβα, ανακάλυψε με τρόμο το 1910 πως στον Ρασπούτιν επιτρεπόταν η είσοδος στα δωμάτια όταν τα κορίτσια ήταν με τις νυχτικιές και προσπάθησε να τον κλείσει απ’ έξω. Ο Νικόλαος ζήτησε από το Ρασπούτιν να μην το ξανακάνει στο μέλλον. Τα κορίτσια κατάλαβαν την ένταση και φοβήθηκαν πως η μητέρα τους θα εξαγριωνόταν. «Φοβάμαι πως η Σ.Ι. (Σοφία Ιβάνοβνα) μπορεί να πει... κάτι κακό για το φίλο μας», έγραψε η δωδεκάχρονη αδερφή της Αναστασίας, η Τατιάνα, στη μητέρα τους στις 8 Μαρτίου 1910. «Ελπίζω πως η γκουβερνάντα μας θα είναι ευγενική με το φίλο μας τώρα».[11] Η Αλεξάνδρα τελικά απέλυσε την Τιούτσεβα.

Η τελευταία μετέφερε την ιστορία σε άλλα μέλη της οικογένειας. Αν και οι επισκέψεις του Ρασπούτιν στα παιδιά ήταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, εντελώς αθώας φύσης, η οικογένεια σκανδαλίστηκε. Η Τιούτσεβα είπε στην αδερφή του Νικολάου, Μεγάλη Δούκισσα Ζένια Αλεξάνδροβνα της Ρωσίας, πως ο Ρασπούτιν επισκεπτόταν τα κορίτσια, τους μιλούσε ενώ ετοιμάζονταν για ύπνο, πως τα αγκάλιαζε και τα κανάκευε. Η Τιούτσεβα υποστήριξε πως τα παιδιά διδάχτηκαν να μην μιλούν μαζί της για το Ρασπούτιν και έκρυβαν επιμελώς τις επισκέψεις του από το προσωπικό. Η Ζένια έγραψε στις 15 Μαρτίου 1910 πως δεν μπορούσε να καταλάβει «...τη στάση της Άλιξ και των παιδιών απέναντι στον απαίσιο Γκρέγκορι (τον οποίο θεωρούν σχεδόν άγιο, ενώ είναι μόνο ένας khlyst!)».

Την άνοιξη του 1910, η Μαρία Ιβάνοβνα Βισνιάκοβα, μια γκουβερνάντα, υποστήριξε πως ο Ρασπούτιν τη βίασε. Είπε πως η Αυτοκράτειρα αρνήθηκε να πιστέψει τη μαρτυρία της για την επίθεση και επέμεινε πως «ό,τι κάνει ο Ρασπούτιν είναι άγιο».[12] Στη Μεγάλη Δούκισσα Όλγα Αλεξάνδροβνα είπαν πως η υπόθεση της Βισνιάκοβα ερευνήθηκε αμέσως, μα αντίθετα «έπιασαν τη νεαρή γυναίκα στο κρεβάτι με έναν Κοζάκο της Αυτοκρατορικής Φρουράς». Μετά τις κατηγορίες της ενάντια στο Ρασπούτιν, η Βισνιάκοβα κρατήθηκε μακριά του και τελικά απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά της το 1913.

Ωστόσο οι φήμες επέμεναν και αργότερα ψιθυριζόταν στην κοινωνία πως ο Ρασπούτιν αποπλάνησε όχι μόνο την Αυτοκράτειρα αλλά και τις τέσσερις κόρες της. Το κουτσομπολιό τροφοδοτήθηκε από τα θερμά, αν και αθώας φύσης, γράμματα που έστελνε στο Ρασπούτιν η Αλεξάνδρα και τα κορίτσια, τα οποία έδειξε ο Ρασπούτιν και κατόπιν κυκλοφόρησαν παντού. «Αγαπημένε, ακριβέ, μοναδικέ φίλε», έγραψε η Αναστασία. «Πόσο πολύ θα ήθελα να σε δω και πάλι. Εμφανίστηκες σήμερα μπροστά μου σε ένα όνειρο. Ρωτώ συνέχεια τη μαμά πότε θα έρθεις... Σε σκέφτομαι πάντα, αγαπημένε μου, επειδή είσαι τόσο καλός απέναντί μου...»

Αυτά ακολουθήθηκαν από την κυκλοφορία κάποιων πορνογραφικών σκίτσων, που απεικόνιζαν το Ρασπούτιν σε τολμηρές σκηνές με την Αυτοκράτειρα, τις κόρες της και την Άννα Βιρούμποβα. Εξαιτίας του σκανδάλου, ο Νικόλαος διέταξε το Ρασπούτιν να εγκαταλείψει την Αγία Πετρούπολη για κάποιο διάστημα, προς δυσαρέσκεια της Αλεξάνδρας, κι έτσι εκείνος έφυγε για προσκύνημα στο Ισραήλ. Παρά τις φήμες, οι σχέσεις της αυτοκρατορικής οικογένειας με το Ρασπούτιν συνεχίστηκαν μέχρι τη δολοφονία του στις 17 Δεκεμβρίου 1916. Τη διέπραξε μια ομάδα από αριστοκράτες με αρχηγό τον Πρίγκιπα Φέλιξ Γιουσούποφ και τον Μεγάλο Δούκα Ντμίτρι Πάβλοβιτς, ξάδερφο του Τσάρου. «Ο φίλος μας είναι τόσο ευχαριστημένος με τα κοριτσάκια μας, λέει πως πήραν βαριά μαθήματα για την ηλικία τους και οι ψυχές τους εξελίχθηκαν πολύ», έγραψε η Αλεξάνδρα στο Νικόλαο στις 6 Δεκεμβρίου 1916.[13]

Στα απομνημονεύματά του, ο Α. Α. Μορντβίνοφ ανέφερε πως οι τέσσερις Μεγάλες Δούκισσες έδειχναν «παγωμένες και εμφανώς αναστατωμένες» από το θάνατο του Ρασπούτιν, και κάθισαν «αγκαλιασμένες κοντά κοντά» σε ένα καναπέ σε κάποιο από τα δωμάτιά τους τη νύχτα που έμαθαν τα νέα. Ο Μορντβίνοφ θυμόταν πως τα κορίτσια ήταν μελαγχολικά και έμοιαζαν να αισθάνονται την πολιτική αναταραχή που επρόκειτο να ξεσπάσει.[14] Ο Ρασπούτιν κηδεύτηκε με μια εικόνα υπογεγραμμένη από πίσω από την Αναστασία, τη μητέρα και τις αδερφές της. Παρευρέθηκε στην κηδεία του στις 21 Δεκεμβρίου 1916 και η οικογένεια της σχεδίαζε να χτίσει σε εκείνο το μέρος ένα ναό στη μνήμη του.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αυτοκράτορας Νικόλαος Β΄ μαζί με τα παιδιά του και Κοζάκους φρουρούς, φωτογραφημένοι το 1916, ενώ μαινόταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Αναστασία, μαζί με την αδερφή της Μαρία, επισκέπτονταν τραυματισμένους στρατιώτες σε ιδιωτικό νοσοκομείο στα εδάφη του Τσαρσκόγιε Σέλο. Οι δύο έφηβες, πολύ νέες για να γίνουν νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού όπως η μητέρα και οι μεγαλύτερες αδερφές τους, έπαιζαν ντάμα και μπιλιάρδο με τους στρατιώτες και προσπαθούσαν να τους αναπτερώσουν το ηθικό. Ο Φέλιξ Ντάσσελ, που νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο και γνώρισε την Αναστασία, θυμόταν πως η Μεγάλη Δούκισσα «γελούσε σα σκίουρος» και περπατούσε γρήγορα «σαν να χοροπηδούσε».[15]

Το Φεβρουάριο του 1917, ο Νικόλαος Β΄ παραιτήθηκε από το θρόνο και έτσι η Αναστασία με την οικογένειά της τοποθετήθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Παλάτι του Αλεξάνδρου στο Τσαρσκόγιε Σέλο κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης. Καθώς οι Μπολσεβίκοι πλησίαζαν, ο Αλεξάντερ Κερένσκι της Προσωρινής Κυβέρνησης τους μετέφερε στο Τομπόλσκ της Σιβηρίας. Αφού οι Μπολσεβίκοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος της Ρωσίας, η αυτοκρατορική οικογένεια μεταφέρθηκε στην Οικία Ιπάτιεφ, στο Αικατερίνενμπουργκ.[16]

Η ψυχολογική πίεση και η αβεβαιότητα για το μέλλον που προκλήθηκαν από την αιχμαλωσία είχαν τον αντίκτυπό τους στην Αναστασία και την οικογένειά της. «Αντίο», έγραψε σε έναν φίλο το χειμώνα του 1917. «Μην μας ξεχάσεις».[17] Στο Τομπόλσκ, έγραψε μια μελαγχολική έκθεση για το δάσκαλο των αγγλικών της, γεμάτη ορθογραφικά λάθη, για την Έβελυν Χόουπ, ένα ποίημα του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ για ένα νεαρό κορίτσι: «Όταν πέθανε ήταν μόλις 16 ετών» έγραψε η Αναστασία. «Υπήρχε ένας άντρας που την αγαπούσε χωρίς να την έχει δει αλλά την γνώριζε πολύ καλά. Και εκείνη είχε ακούσει γι’ αυτόν. Δεν μπόρεσε ποτέ να της πει πως την αγαπά, και τώρα ήταν νεκρή...»

Στο Τομπόλσκ, εκείνη και οι αδερφές της έραψαν τα κοσμήματά τους στα ρούχα τους με την ελπίδα να τα κρύψουν από τους δεσμοφύλακές τους. Εκείνη, η Όλγα και η Τατιάνα παρενοχλήθηκαν από φρουρούς που έψαχναν για τα κρυμμένα κοσμήματα πάνω στο Rus, ένα ατμόπλοιο που τους μετέφερε στο Γεκατερίνμπουργκ για να ενωθούν με τους γονείς τους και την αδερφή τους Μαρία, το Μάιο του 1918. Ο δάσκαλος των αγγλικών της, Σίντνεϋ Γκιμπς, θυμόταν πως άκουσε τα κορίτσια να φωνάζουν με τρόμο και πως τον στοίχειωνε η ανικανότητά του να βοηθήσει.[18] Ο Πιερ Ζιλιάρ θυμόταν την τελευταία φορά που είδε τα παιδιά στο Γεκατερίνμπουργκ: «Ο ναύτης Ναγκόρνυ, που φρόντιζε τον Αλεξέι Νικολάγιεβιτς, πέρασε από το παράθυρό μου μεταφέροντας το άρρωστο αγόρι στα χέρια του και πίσω του ακολουθούσαν οι Μεγάλες Δούκισσες φορτωμένες με βαλίτσες και μικρά προσωπικά αντικείμενα. Προσπάθησα να βγω έξω, αλλά ο φρουρός με έσπρωξε βίαια πίσω στο βαγόνι. Επέστρεψα στο παράθυρο. Η Τατιάνα Νικολάγιεβνα ήρθε τελευταία, μεταφέροντας το μικρό σκυλάκι της και παλεύοντας να σύρει μια βαριά καφέ βαλίτσα. Έβρεχε και τα πόδια της βυθίζονταν με κάθε βήμα στη λάσπη. Ο Ναγκόρνυ προσπάθησε να τη βοηθήσει, μα τον έσπρωξε βίαια πίσω ένας από τους κομισάριους...» [19] Σε λιγότερο από δύο μήνες μετά, στις 14 Ιουλίου 1918, τοπικοί ιερείς έκαναν μια ιδιωτική λειτουργία για την οικογένεια και ανέφεραν πως η Αναστασία και η οικογένειά της, αντίθετα με το τυπικό, έπεσαν στα γόνατα κατά την προσευχή για τους νεκρούς».[20]

Ωστόσο, ακόμη και τους τελευταίους μήνες της ζωής της, η Αναστασία έβρισκε τρόπους να διασκεδάζει. Εκείνη και άλλα μέλη του σπιτικού έπαιζαν θεατρικά έργα για την τέρψη των γονέων της και άλλων την άνοιξη του 1918. Η ερμηνεία της Αναστασίας έκανε όλους να τρελαίνονται στο γέλιο, σύμφωνα με τον Γκιμπς.[21] Στις 7 Μαΐου 1918, σε ένα γράμμα από το Τομπόλσκ προς την αδερφή της Μαρία στο Γεκατερίνμπουργκ, η Αναστασία περιέγραψε μία εύθυμη στιγμή παρά τη λύπη, τη μοναξιά της και την ανησυχία της για την υγεία του Αλεξέι: «Παίζαμε με την κούνια, τότε ήταν που ξέσπασα σε γέλια, η πτώση ήταν φανταστική! Πράγματι! Είπα γι’ αυτό στις αδερφές τόσες πολλές φορές χτες που θα πρέπει να βαρέθηκαν, μα θα μπορούσα να συνεχίσω να το λέω για χιλιάδες φορές... Τι καιρό που είχαμε! Κανείς θα μπορούσε απλά να φωνάξει από χαρά».[22] Στα απομνημονεύματά του, ένας από τους φρουρούς στην Οικία Ιπάτιεφ, ο Αλεξάντερ Στρεκότιν, θυμόταν την Αναστασία ως «πολύ φιλική και αστεία», ενώ ένας άλλος φρουρός είπε πως η Αναστασία ήταν «ένας πολύ χαριτωμένος διάβολος! Ήταν άτακτη και, νομίζω, σπάνια κουραζόταν. Ήταν ζωηρή, και της άρεσε να κάνει κωμικές μιμήσεις με τα σκυλιά, σαν να εμφανίζονταν σε τσίρκο».[23] Ένας άλλος φρουρός, ωστόσο αποκάλεσε τη μικρότερη Μεγάλη Δούκισσα «επιθετική και τρομοκράτη» και διαμαρτυρόταν πως τα συχνά προκλητικά της σχόλια προκαλούσαν ένταση ανάμεσα στους φρουρούς.[24]

Σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες, δολοφονήθηκε μαζί με την οικογένειά της από ένα εκτελεστικό απόσπασμα νωρίς το πρωί, στις 17 Ιουλίου 1918. Η εκτέλεση, χωρίς να προηγηθεί δίκη, έγινε από δυνάμεις της μυστικής αστυνομίας των Μπολσεβίκων υπό τις διαταγές του Γιακόβ Γιουρόφσκι. Παραμένει ακόμα ανεξιχνίαστο αν η εντολή εκτέλεσης δόθηκε απευθείας από τον Λένιν στη Μόσχα (την εκδοχή αυτή την ισχυρίζονται πολλοί, όμως σχολαστική έρευνα δεν έφερε στο φως κάποιο αδιάσειστο επιχείρημα) ή αν έγινε έτσι ελλείψει άλλης εναλλακτικής, καθώς η Λευκή κίνηση πλησίαζε το Γεκατερίνμπουργκ, ή αν δόθηκε με πρωτοβουλία των τοπικών Μπολσεβίκων. Επίσης ανεξιχνίαστο παραμένει το αν η εντολή (αν τελικά υπήρξε εντολή) αφορούσε μόνο την εκτέλεση του Νικόλαου ή και ολόκληρης της οικογένειας.

Αιχμαλωσία και εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία των αυτοκρατορικών τέκνων το 1910. Σύμφωνα με το Σημείωμα Γιουρόφσκι εκτελέστηκαν μαζί με τους γονείς τους στο Γεκατερίνμπουργκ, στο υπόγειο της Οικίας Ιπάτιεφ, το 1918.
Σκηνή από το Ιπάτιεφ

Μετά την παραίτηση του Νικολάου Β΄ από το θρόνο το 1917, η Ρωσία γρήγορα βυθίστηκε σε εμφύλια διαμάχη. Οι διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση των Ρομανώφ ανάμεσα στους Μπολσεβίκους (συχνά αναφέρονται ως «Κόκκινοι») που τους κρατούσαν αιχμαλώτους και στην ευρύτερη οικογένειά τους, πολλοί από τους οποίους ήταν εξέχοντα μέλη των Βασιλικών Οίκων της Ευρώπης, έπεσαν σε τέλμα. Καθώς οι «Λευκοί» (κόμμα πιστό ακόμη στον Τσάρο και στις αρχές του δεσποτισμού) προελαύναν προς το Γεκατερίνμπουργκ, οι Κόκκινοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Ήξεραν πως η πόλη θα έπεφτε στον καλύτερα εξοπλισμένο στρατό των Λευκών. Όταν οι Λευκοί έφτασαν τελικά, η αυτοκρατορική οικογένεια είχε απλά εξαφανιστεί. Η πιο ευρέως αποδεκτή θεωρία σήμερα είναι πως εκτελέστηκαν. Αυτό χάρις στην έρευνα του Επιθεωρητή του Λευκού Στρατού Νικόλαου Σοκολώφ, που κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό βασιζόμενος σε αντικείμενα που άνηκαν στην οικογένεια και βρέθηκαν σε ένα ορυχείο στο Γκανίνα Γιάμα.[25]

Το Σημείωμα Γιουρόφσκι, μια μαρτυρία των γεγονότων από τον Γιουρόφσκι στους Μπολσεβίκους ανωτέρους του μετά την εκτέλεση, βρέθηκε το 1989 και παρουσιάστηκε λεπτομερώς στο βιβλίο του Έντβαρντ Ρατζίνσκι του 1992 με τίτλο «ο Τελευταίος Τσάρος». Σύμφωνα με το σημείωμα, τη νύχτα εκείνη ξύπνησαν την οικογένεια και τους είπαν να ντυθούν. Όταν ρώτησαν γιατί, τους πληροφόρησαν πως θα μεταφέρονταν σε μια νέα τοποθεσία για την προσωπική τους ασφάλεια, καθώς αναμενόταν να ξεσπάσουν βιαιοπραγίες με την άφιξη των Λευκών στο Γεκατερίνμπουργκ.

Όταν ντύθηκαν, η οικογένεια και ένας μικρός κύκλος υπηρετών που παρέμειναν μαζί τους οδηγήθηκαν σε ένα μικρό δωμάτιο στο ημιυπόγειο του σπιτιού και τους είπαν να περιμένουν. Στην Αλεξάνδρα και τον Αλεξέι επετράπη να καθίσουν σε καρέκλες που τους παρείχαν οι φρουροί μετά την παράκληση της Αυτοκράτειρας. Μετά από αρκετά λεπτά, το απόσπασμα μπήκε στο δωμάτιο, υπό την αρχηγία του Γιουρόφσκι. Χωρίς δισταγμό, ο Γιουρόφσκι γρήγορα ενημέρωσε τον Τσάρο και την οικογένειά του πως θα θανατώνονταν. Ο Τσάρος πρόλαβε μόνο να πει «Τι;» και να στραφεί προς την οικογένειά του προτού πυροβοληθεί στο κεφάλι εξ επαφής. Η Αυτοκράτειρα και η κόρη της Όλγα προσπάθησαν να κάνουν το σταυρό τους, μα σκοτώθηκαν από την πρώτη ομοβροντία του αποσπάσματος, και οι δύο από σφαίρα στο κεφάλι. Οι υπόλοιποι της αυτοκρατορικής ακολουθίας πυροβολήθηκαν αμέσως με εξαίρεση την Άννα Ντεμίντοβα, την υπηρέτρια της Αλεξάνδρας. Η Ντεμίντοβα επέζησε της πρώτης ομοβροντίας μα θανατώθηκε γρήγορα στον πίσω τοίχο του υπογείου, μαχαιρωμένη ενώ προσπαθούσε να υπερασπίσει τον εαυτό της με ένα μικρό μαξιλάρι που είχε φέρει μαζί της και που ήταν γεμάτο με πολύτιμες πέτρες.[26]

Το Σημείωμα Γιουρόφσκι περαιτέρω αναφέρει πως μόλις κάθισε ο πυκνός καπνός που είχε γεμίσει το δωμάτιο, ανακάλυψαν πως οι σφαίρες είχαν αστοχήσει εξαιτίας των κορσέδων που φορούσαν δύο ή τρεις από τις Μεγάλες Δούκισσες. Οι εκτελεστές ανακάλυψαν αργότερα πως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι τα κοσμήματα και πετράδια της οικογένειας ήταν ραμμένα στις φόδρες των κορσέδων για να μην πέσουν στα χέρια των δεσμοφυλάκων. Ειπώθηκε πως η Αναστασία και η Μαρία σύρθηκαν προς τον τοίχο καλύπτοντας τα κεφάλια τους με τρόμο μέχρι που τις πυροβόλησαν ξανά, θυμάται ο Γιουρόφσκι. Ωστόσο ένας άλλος μάρτυρας, ο Πέτερ Ερμάκωφ, είπε στη σύζυγό του πως την Αναστασία αποτελείωσαν με ξιφολόγχες.

Θεωρίες επιβίωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μεγάλες Δούκισσες σε ομαδική φωτογραφία το 1914. Τα χρόνια που ακολούθησαν τη Ρωσική Επανάσταση διάφορες γυναίκες ιδιοποιήθηκαν την ταυτότητά κάποιας από αυτές. Ακόμη και σήμερα η πιθανή διάσωση τουλάχιστον μιας από αυτές παραμένει άλυτο μυστήριο.

Ο θρύλος σχετικά με την πιθανή επιβίωση και απόδραση της Αναστασίας ξεκινά από το σημείο αυτό. Η Άννα Άντερσον, η διασημότερη από τις γυναίκες που ισχυρίστηκαν πως ήταν η Μεγάλη Δούκισσα, υποστήριξε πως προσποιήθηκε την πεθαμένη ανάμεσα στα σώματα των μελών της οικογένειας της και των υπηρετών τους, και πως κατάφερε να το σκάσει χάρις στη βοήθεια ενός πονόψυχου φρουρού που αντιλήφθηκε πως ήταν ακόμη ζωντανή.[27] Ήταν μια από τις τουλάχιστον δέκα γυναίκες που ισχυρίστηκαν πως ήταν η Αναστασία. Κάποιες άλλες λιγότερο γνωστές ήταν η Ναντέσντα Ιβάνοβνα Βασίλιεβα και η Ευγενία Σμιθ. Δύο νεαρές γυναίκες που υποστήριξαν πως ήταν η Αναστασία και η αδερφή της Μαρία μεταφέρθηκαν από έναν ιερέα στα Ουράλια Όρη το 1919 όπου και έζησαν ως μοναχές μέχρι το θάνατό τους το 1964. Τάφηκαν υπό τα ονόματα Αναστασία και Μαρία Νικολάγιεβνα.[28]

Οι φήμες σχετικά με την επιβίωση της Αναστασίας αναζωπυρώθηκαν από διάφορες αναφορές της εποχής, που υποστήριξαν πως διάφορα τρένα και σπίτια ψάχτηκαν από τους Μπολσεβίκους στρατιώτες και τη μυστική αστυνομία για να βρεθεί η Αναστασία Ρομανώφ.[29] Όταν φυλακίστηκε προσωρινά στο Περμ το 1918, η Πριγκίπισσα Ελένα Πέτροβνα, σύζυγος του μακρινού ξαδέρφου της Αναστασίας, Πρίγκιπα Ιωάννη Κωνσταντίνοβιτς της Ρωσίας, ανέφερε πως ένας φρουρός έφερε ένα κορίτσι που αυτοαποκαλούταν Αναστασία Ρομάνοβα στο κελί της και την ρώτησε αν το κορίτσι ήταν πράγματι κόρη του Τσάρου. Η Ελένα Πέτροβνα είπε πως δεν αναγνώριζε το κορίτσι και ο φρουρός την απομάκρυνε. Παρόλο που και άλλοι αυτόπτες μάρτυρες στο Περμ ισχυρίστηκαν πως είδαν την Αναστασία, τη μητέρα και τις αδερφές της μετά την εκτέλεση, αυτή η ιστορία σήμερα θεωρείται από πολλούς τίποτα περισσότερο από φήμη.

Μια άλλη μαρτυρία λαμβάνει μεγαλύτερη αξιοπιστία από έναν ιστορικό. Οχτώ μάρτυρες ανέφεραν την σύλληψη μιας νεαρής γυναίκας μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα απόδρασης το Σεπτέμβρη του 1918 σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό, βορειοδυτικά του Περμ. Ανάμεσα τους ήταν και ο γιατρός που φρόντισε το κορίτσι μετά το περιστατικό.[30] Κάποιοι από αυτούς αναγνώρισαν το κορίτσι ως την Αναστασία όταν τους έδειξαν φωτογραφίες οι επιθεωρητές του Λευκού Στρατού. Ο γιατρός είπε επίσης στο Λευκό Στρατό πως το τραυματισμένο κορίτσι, του είπε «Είμαι η κόρη του κυβερνώντος, η Αναστασία». Κατόπιν ο ίδιος προμηθεύτηκε μια συνταγή από ένα φαρμακείο για έναν ασθενή με το όνομα «Ν» υπό τις διαταγές της μυστικής αστυνομίας. Οι επιθεωρητές αργότερα ανεξάρτητα βρήκαν αρχεία σχετικά με τη συνταγή αυτή.

Την ίδια περίοδο, στα μέσα του 1918, υπήρχαν διάφορες αναφορές για νεαρά άτομα που ταξίδευαν στη Ρωσία σαν φυγάδες Ρομανώφ. Ο Μπόρις Σολόβιεφ, σύζυγος της κόρης του Ρασπούτιν, Μαρίας, εξαπάτησε επιφανείς ρώσικες οικογένειες ζητώντας χρήματα για να διαφύγει κάποιος σωσίας των Ρομανώφ στην Κίνα. Ο ίδιος έψαχνε νεαρές γυναίκες πρόθυμες να υποδυθούν μια από τις κόρες του Τσάρου για να εξαπατήσει αυτές τις οικογένειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες ίσως και να υπήρξε η ευκαιρία για έναν ή περισσότερους φρουρούς να σώσουν κάποιον επιζώντα. Ο Γιακόβ Γιουρόφσκι διέταξε να έρθουν οι φρουροί στο γραφείο του και να επιστρέψουν αντικείμενα που έκλεψαν μετά την εκτέλεση. Έγινε προφανές πως υπήρχε άπλετος χρόνος όταν τα σώματα ήταν αφημένα στο φορτηγό χωρίς επιτήρηση, στο υπόγειο ή στο διάδρομο του σπιτιού. Κάποιοι φρουροί που δεν συμμετείχαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και έτρεφαν συμπάθεια για τις Δούκισσες, πρέπει να έμειναν για κάποια ώρα στο υπόγειο με τα σώματα.[31]

Κατά τη διάρκεια μιας γερμανικής δίκης το 19641967 σχετικά με την ταυτότητα της Άννας Άντερσον, ένα ράφτης από τη Βιέννη, ο Χάινριχ Κλάιμπεντσετλ κατάθεσε πως είδε την πληγωμένη Αναστασία αμέσως μετά το φόνο στο Γεκατερίνμπουργκ στις 17 Ιουλίου 1918. Το κορίτσι περιποιήθηκε η σπιτονοικοκυρά του, Άννα Μπάουντιν, σε ένα κτίριο απέναντι από την Οικία Ιπάτιεφ.

«Το κάτω μέρος του σώματός της ήταν καλυμμένο με αίμα, τα μάτια της κλειστά και ήταν χλωμή σαν σεντόνι», είπε. «Πλύναμε το σαγόνι της, η φράου Άννουτσκα κι εγώ, κι έπειτα βόγκηξε. Τα οστά πρέπει να ήταν σπασμένα... Τότε άνοιξε για λίγο τα μάτια». Ο Βιεννέζος υποστήριξε πως το κορίτσι έμεινε στο σπίτι αυτό για τρεις ακόμη μέρες. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, οι Κόκκινοι Φρουροί ήρθαν στο σπίτι αλλά ήξεραν καλά τη σπιτονοικοκυρά και δεν έψαξαν με ζήλο το σπίτι. Τελικά ο φρουρός των Κόκκινων, ο ίδιος που την είχε φέρει, ήρθε και την πήρε μακριά. Ο Κλάιμπενττσετλ δεν γνώριζε τίποτε περισσότερο για τη μοίρα της.[32] Πριν συμβούν όλα αυτά είχε παραδώσει κάποια είδη ρουχισμού στην Οικία Ιπάτιεφ και είχε δει από απόσταση τις Μεγάλες Δούκισσες να περπατούν στον περιφραγμένο κήπο του σπιτιού, αλλά δεν είχε μιλήσει μαζί τους. Κατέθεσε πως το πληγωμένο κορίτσι ήταν «μια από τις γυναίκες» που είχε δει να περπατούν στην αυλή, και πως δεν μπορούσε να πει πως ήταν συγκεκριμένα η Αναστασία.

Υπήρχαν επίσης αναφορές από τη Βουλγαρία σχετικά με την απόδραση της Αναστασίας και του αδερφού της, Τσάρεβιτς Αλεξέι. Το 1953, ο Πέτερ Ζαμιάτκιν, που ήταν μέλος της φρουράς της Ρωσικής Αυτοκρατορικής Οικογένειας, είπε σε έναν δεκαεξάχρονο ασθενή με τον οποίο έκανε παρέα σε ένα νοσοκομείο πως μετέφερε τα δύο παιδιά στο χωριό όπου γεννήθηκε, κοντά στην Οδησσό μετά από παράκληση του Τσάρου. Μετά την εκτέλεση της υπόλοιπης οικογένειας, ο Ζαμιάτκιν απέδρασε με τα παιδιά με πλοίο, πλέοντας από την Οδησσό στην Αλεξάνδρεια. Οι δύο επιζώντες έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους στο Γκαμπάρεβο, μια βουλγάρικη πόλη κοντά στο Καζανλάκ. Από τους δύο, η κοπέλα αυτοαποκαλούνταν Ελεονόρα Αλμπέρτοβνα Κρούγκερ και πέθανε το 1954.

Η υπόθεση Άννα Άντερσον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άννα Άντερσον

Η πιθανότητα επιβίωσης της Αναστασίας αποτελεί ένα από τα διασημότερα μυστήρια του 20ού αιώνα. Την κορυφή του ενδιαφέροντος συγκέντρωσε το 1922, καθώς οι φήμες πως ένα από τα κορίτσια ή και όλη η οικογένεια διέφυγαν οργίαζαν, μια γυναίκα, που συστήθηκε αργότερα ως Άννα Άντερσον, εμφανίστηκε στη Γερμανία και υποστήριξε πως ήταν η Αναστασία. Πυροδότησε διχογνωμίες μέχρι και το τέλος της ζωής της και εμφανιζόταν στους τίτλους των εφημερίδων για δεκαετίες, με κάποιους από τους συγγενείς της Αυτοκρατορικής Οικογένειας που ήταν ακόμη εν ζωή να την πιστεύουν, ενώ άλλοι όχι. Πράγματι ήταν αυτή που έδωσε στο μύθο της Αναστασίας τόση διασημότητα. Η μάχη της για αναγνώριση εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια εκδίκασης υπόθεση που έφτασε στα γερμανικά δικαστήρια όπου και επίσημα κατατέθηκε. Ξεκίνησε το 1938 και η τελική απόφαση βγήκε το 1970. Το δικαστήριο αποφάνθηκε πως η Άντερσον δεν παρείχε αρκετές αποδείξεις για να διεκδικήσει την ταυτότητα της Μεγάλης Δούκισσας. Ανάμεσα σε άλλα, επίσης το δικαστήριο δεν αναγνώρισε το θάνατο της Αναστασίας σαν επιστημονικά τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.[33]

Η Άντερσον απεβίωσε το 1984 και το σώμα της απανθρακώθηκε. Το 1994 διεξήχθη τεστ DNA σε δείγμα ιστού της Άντερσον που υπήρχε σε ένα νοσοκομείο και σε αίμα του Πρίγκιπα Φιλίππου, στενού συγγενή της Αυτοκράτειρας Αλεξάνδρας. Σύμφωνα με το Δρ. Τζιλ που έκανε το τεστ, «Αν αποδεχτεί κανείς πως οι ιστοί πράγματι ανήκουν στην Άννα Άντερσον, τότε η Άννα Άντερσον δεν είχε συγγενική σχέση με τον Τσάρο Νικόλαο, ούτε με την Τσαρίνα Αλεξάνδρα». Το μιτοχονδριακό DNA της Άντερσον ταυτίστηκε με αυτό ενός απογόνου της Φραντζίσκα Σκάνζκοβκα, μιας εργάτριας εργοστασίου από την Πολωνία, η οποία και αγνοούνταν.[34]

Ο Τάφος των Ρομανώφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1991, σώματα που θεωρείται πως ανήκουν στην Αυτοκρατορική Οικογένεια και στους υπηρέτες της βρέθηκαν τελικά σε ομαδικό τάφο στο δάσος έξω από το Αικατερίνενμπουργκ. Ο τάφος είχε ήδη ανακαλυφθεί μια δεκαετία νωρίτερα, μα διατηρήθηκε μυστικός, καθώς ο Κομμουνισμός κυριαρχούσε ακόμη στη χώρα. Όταν ανοίχτηκε, οι εργάτες κατάλαβαν πως αντί για έντεκα λείψανα (Τσάρος Νικόλαος, Τσαρίνα Αλεξάνδρα, Τσάρεβιτς Αλεξέι, Δούκισσες Όλγα, Τατιάνα, Μαρία και Αναστασία, ο οικογενειακός τους γιατρός Ευγένιος Μπότκιν, ο βαλές τους Αλεξέι Τράππ, ο μάγειράς τους Ιβάν Χαριτόνοφ, και η υπηρέτρια της Αλεξάνδρας, Άννα Ντεμίντοβα) στον τάφο υπήρχαν μόνο εννιά.

H διαδικασία αναγνώρισης των προσώπων ήταν εξαντλητική. Δείγματα στάλθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες για εξέταση DNA. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι πέντε από τους σκελετούς ήταν μέλη της οικογένειας και τέσσερις όχι. Τρεις από τους πέντε διαπιστώθηκε ότι ήταν παιδιά. Η μητέρα συνδεόταν με τη Βρετανική Βασιλική οικογένεια, άρα ήταν η Αλεξάνδρα (Ο πρίγκιπας Φίλιππος, Δούκας του Εδιμβούργου, εγγονός της μεγαλύτερης αδερφής της Αλεξάνδρας, Βικτόριας, έδωσε δείγμα DNA το οποίο ταίριαζε με αυτό του σκελετού). Ο πατέρας διαπιστώθηκε ότι σχετίζεται με τον Μέγα Δούκα Γεώργιο Αλεξάντροβιτς, μικρότερο αδερφό του Νικολάου Β’. Οι Βρετανοί επιστήμονες ισχυρίστηκαν πως ήταν πάνω από 98,5% σίγουροι ότι τα απομεινάρια ανήκαν στον Αυτοκράτορα, την οικογένεια του και τους ακολούθων τους.

Σύμφωνα με τον προσφάτως αποθανόντα ειδικό Δρ. Γουίλιαμ Μάπλς, ο Αλεξέι και η Αναστασία ήταν τα σώματα που έλειπαν. Ρώσοι επιστήμονες το επιβεβαίωσαν, υποστήριξαν όμως πως το κορίτσι ήταν η Μεγάλη Δούκισσα Μαρία Νικολάγιεβνα. Οι Ρώσοι χρησιμοποίησαν ένα πρόγραμμα υπολογιστή που έκανε συγκρίσεις ανάμεσα σε φωτογραφίες των Δουκισσών με τα κρανία των θυμάτων που βρέθηκαν στον ομαδικό τάφο. Υπολόγισαν το ύψος και πλάτος των οστών που έλειπαν. Οι Αμερικανοί επιστήμονες, ωστόσο, θεώρησαν τη μέθοδο αυτή μη αξιόπιστη.[35]

Οι Αμερικανοί υποστήριξαν πως το σώμα που λείπει ήταν αυτό της Αναστασίας, καθώς κανένας από τους σκελετούς γυναικών δεν έδειχνε σημάδια της εφηβείας, όπως για παράδειγμα ανώριμα οστά ή μη κατεβασμένους φρονιμίτες, όπως θα περίμενε κανείς πάνω κάτω για μια δεκαεπτάχρονη. Το 1998, όταν τα λείψανα τελικά τάφηκαν, ένα από τα σώματα κηδεύτηκε υπό το όνομα της Αναστασίας.

Τεστ DNA απέδειξαν πως πράγματι αυτά ήταν τα σώματα της Αυτοκρατορικής Οικογένειας και των υπηρετών τους, αλλά η τύχη των δύο παιδιών που απουσίαζαν ακόμη αγνοείται. Κάποιοι ιστορικοί στηρίζουν την αναφορά του «Σημειώματος Γιουρόφσκι» πως δύο από τα σώματα απομακρύνθηκαν από τον τάφο και αποτεφρώθηκαν κάπου αλλού, με τη λογική πως αν κάποτε κάποιος ανακάλυπτε τον τάφο να μη βγάλει συμπέρασμα, μιας και η καταμέτρηση των σωμάτων θα έβγαινε λανθασμένη. Ωστόσο, κάποιοι ειδικοί κρίνουν πως η πλήρης καύση δύο σωμάτων σε τόσο λίγο χρόνο θα ήταν αδύνατη δεδομένης της κατάστασης και τον υλικών που είχαν στα χέρια τους ο Γιουρόφσκι και οι άντρες του.[36] Πολλαπλές έρευνες στην περιοχή τα επόμενα χρόνια απέτυχαν να καταδείξουν ένα σημείο αποτέφρωσης ή τα σώματα των δύο παιδιών που αγνοούνται.[37]

Ωστόσο, στις 23 Αυγούστου 2007, ένας Ρώσος αρχαιολόγος ανακοίνωσε πως ανακάλυψε δύο καμένους, μερικώς σωζόμενους σκελετούς σε μια περιοχή όπου στήθηκε φωτιά κοντά στην πόλη, που δείχνει να μοιάζει με το μέρος που περιγράφει ο Γιουρόφσκι στα απομνημονεύματά του. Οι αρχαιολόγοι λένε πως τα οστά άνηκαν σε ένα αγόρι που ήταν μεταξύ των ηλικιών δέκα και δεκατριών τη στιγμή του θανάτου του και μιας νεαρής γυναίκας μεταξύ των δεκαοχτώ και είκοσι τριών ετών. Η Αναστασία ήταν δεκαεπτά ετών και ενός μηνός, ενώ η αδερφή της Μαρία δεκαεννέα και ενός μηνός. Ο αδερφός τους Αλεξέι θα έκλεινε σε δύο μήνες τα δεκατέσσερα. Οι δύο μεγαλύτερες αδερφές, Όλγα και Τατιάνα, ήταν είκοσι δύο και είκοσι ενός ετών. Μαζί με τα λείψανα οι αρχαιολόγοι εντόπισαν και θρύμματα ενός δοχείου που περιείχε θειικό οξύ, καρφιά, μεταλλικές λωρίδες από ένα ξύλινο κουτί και σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων. Τα οστά βρέθηκαν με τη βοήθεια ανιχνευτών μετάλλων. Τεστ διεξάγονται ακόμη προκειμένου να διαπιστωθεί αν πράγματι αυτά ήταν τα σώματα των δύο Ρομανώφ που αγνοούνται.

Αγιοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2000, η Αναστασία και η οικογένειά της αγιοποιήθηκαν σαν μάρτυρες από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η οικογένεια είχε ήδη αγιοποιηθεί το 1981 από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Εξωτερικό σαν άγιοι μάρτυρες. Η πρώτη αγιοποίησή τους έγινε από κοινού με τους υπηρέτες σαν μάρτυρες μαζί με άλλα θύματα του Σοβιετικού Καθεστώτος. Οι αγιοποιήσεις προκάλεσαν ενστάσεις και στις δύο Εκκλησίες. Το 1981, διαφωνούντες υποστήριξαν πως ο Νικόλαος Β΄ έδειξε ανικανότητα ως κυβερνήτης, καθώς ήταν οι δικές του πράξεις που έδωσαν λαβή στη Ρωσική Επανάσταση: Αφού πρώτα έκαναν το λαό του να υποφέρει, επέφεραν ακολούθως και ακούσια το θάνατο το δικό του, της συζύγου και των παιδιών του. Κάποιος ιερέας υποστήριξε πως το μαρτύριο για τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αφορά τις πράξεις του ατόμου, αλλά το πώς και γιατί πέθανε.[38] Οι Ρομανώφ δεν θεωρούνταν αρχικά μάρτυρες της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στη χώρα, καθώς δεν θανατώθηκαν εξαιτίας της πίστης τους.

Τελικά η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εντός της χώρας αγιοποίησε και εκείνη την οικογένεια ως μάρτυρες, ή έστω ανθρώπους που πέθαναν με χριστιανική ταπεινοφροσύνη. Οι υπέρμαχοι παρουσίασαν παραδείγματα προηγούμενων τσάρων και τσάρεβιτς που είχαν επίσης αναγνωριστεί ως μάρτυρες, όπως ο Τσάρεβιτς Ντιμίτρι, που δολοφονήθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, θέτοντας προηγούμενο για την Αναστασία και την οικογένειά της. Τόνισαν την ευσέβεια τους, καθώς και αναφορές που υποστήριζαν πως η Τσαρίνα Αλεξάνδρα και η Μεγάλη Δούκισσα Όλγα προσπάθησαν να κάνουν το σταυρό τους πριν αφήσουν την τελευταία τους πνοή. Αντιθέτως, οι υπηρέτες τους δεν αγιοποιήθηκαν το 2000.

Μια τελετή χριστιανικής ταφής πραγματοποιήθηκε 80 χρόνια μετά τη δολοφονία τους το 1998. Τα σώματά τους αναπαύθηκαν με τιμές κράτους στον παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης στο οχυρό των Αγίων Πέτρου και Παύλου στην Αγία Πετρούπολη, όπου αναπαύονταν όλοι οι Ρώσοι Αυτοκράτορες από τον Μεγάλο Πέτρο και έπειτα. Ο Πρόεδρος Μπορίς Γέλτσιν και η σύζυγός του παρακολούθησαν την τελετή μαζί με τους συγγενείς των Ρομανόφ.

Επιρροή στο σύγχρονο πολιτισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φημολογούμενη απόδραση της Αναστασίας έχει αποτελέσει αγαπημένο θέμα έργων του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Η πρώτη από αυτές, γυρισμένη το 1928, ονομαζόταν Clothes Make The Woman. Αφορούσε μια γυναίκα που επρόκειτο να εμφανιστεί σε μια χολιγουντιανή ταινία στο ρόλο της Αναστασίας και την οποία τελικά αναγνώρισε ο Ρώσος στρατιώτης που την έσωσε από τους επίδοξους δολοφόνους της.

Η πιο διάσημη παρουσίαση της ιστορίας στο σινεμά, είναι η ταινία του 1956 με τίτλο Αναστασία με την Ίγκριντ Μπέργκμαν στο ρόλο της Άννας Άντερσον. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας από ένα άσυλο που κάνει την εμφάνισή της στο Παρίσι το 1928 και που εκπαιδεύεται από Ρώσους πολιτικούς πρόσφυγες για να ξεγελάσει τη γιαγιά της Αναστασίας, Αυτοκράτειρα Μαρία, ώστε να πιστέψει πως είναι η εγγονή της και να κληρονομήσει την αμύθητη περιουσία των Τσάρων. Καθώς περνά ο καιρός, τα γεγονότα τους πείθουν πως αυτή η γυναίκα είναι πράγματι η Μεγάλη Δούκισσα. Η ιστορία αυτή αποτέλεσε τη βάση για το βραχύβιο μιούζικαλ του 1965 με τίτλο Anya.

To 1986, το NBC μετέδωσε μια μίνι σειρά ελαφρά βασισμένη σε ένα βιβλίο του 1983 από τον Πήτερ Κουρθ, με τίτλο Αναστασία: Ο Γρίφος της Άννας Άντερσον. Η ταινία, με τίτλο Αναστασία: Το Μυστήριο της Άννας ήταν μια μίνι σειρά δύο επεισοδίων που ξεκινά με τη νεαρή Αναστασία Νικολάγιεβνα να αποστέλλεται στο Γεκατερίνμπουργκ με την οικογένειά της, όπου και εκτελέστηκαν. Η ιστορία κατόπιν μεταφέρεται το 1923, και λαμβάνοντας μεγάλες ελευθερίες από τα ιστορικά γεγονότα, παρουσιάζει τις προσπάθειες διεκδίκησης του ονόματός της από μια γυναίκα που καλείται Άννα Άντερσον. Τη γυναίκα αυτή υποδύεται η Έιμι Ίρβινγκ.

Η πιο πρόσφατη ταινία παρουσιάστηκε το 1997. Πρόκειται για ένα μιούζικαλ κινουμένων σχεδίων με τίτλο Αναστασία, από την εταιρία Twentieth Century Fox. Η ιστορία είναι επίσης βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, αντικείμενα, κοστούμια και τοποθεσίες, ωστόσο δεν μένει αυστηρά πιστή στην ιστορική αλήθεια. Παρουσιάζει τις περιπέτειες μιας νεαρής κοπέλας, την οποία εκπαιδεύουν δύο απατεώνες προκειμένου να φέρεται και να συστήνεται ως Αναστασία, ώστε να εισπράξουν μια τεράστια αμοιβή από τη γιαγιά της. Ωστόσο τα πράγματα περιπλέκονται όταν στο δρόμο εμπλέκονται στην ιστορία, η πραγματική ταυτότητα της κοπέλας, ο Ρασπούτιν που την καταδιώκει και ο... έρωτας.

Στην Προφητεία των Ρομανώφ, ένα μυθιστόρημα του 2004 από τον Στηβ Μπέρυ, η Αναστασία και ο αδερφός της Αλεξέι διαφεύγουν τραυματισμένοι με τη βοήθεια των στρατιωτών και φυγαδεύονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί ζούνε με ψεύτικες ταυτότητες υπό την προστασία ανθρώπων τους οποίους πληρώνει ο Φέλιξ Γιουσούποφ. Στο μυθιστόρημα και τα δύο παιδιά πεθαίνουν από ασθένεια τη δεκαετία του 1920, όχι όμως προτού ο Αλεξέι παντρευτεί και αποκτήσει ένα γιο.

Ποιήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Сегодня день Анастасии,
И мы хотим, чтоб через нас
Любовь и ласка всей России
К Вам благодарно донеслась.
Какая радость нам поздравить
Вас, лучший образ наших снов,
И подпись скромную поставить
Внизу приветственных стихов.
Забыв о том, что накануне
Мы были в яростных боях,
Мы праздник пятого июня
В своих отпразднуем сердцах.
И мы уносим к новой сече
Восторгом полные сердца,
Припоминая наши встречи
Средь царскосельского дворца.
Σήμερα η ημέρα της Αναστασίας,
Και θέλουμε, από εμάς
Η αγάπη και η φροντίδα όλης της Ρωσίας
Σε Εσάς να φτάσει
Τη χαρά έχουμε να συγχαίρουμε
Εσάς, το καλύτερο όνειρο μας
Και μια υπογραφή σεμνά θα βάλουμε
Κάτω από αυτές τις λέξεις
Ξεχνόντας αυτό, που έγινε τη προηγούμενη
Ήμασταν σε τρομερές μάχες
Και τη γιορτή της 5ης Ιουνίου
Θα γιορτάσουμε στις καρδιές μας
Και θα βάλουμε στο νέο ιστό
Με θαυμασμό στις γεμάτες καρδιές
Θυμόντας τις παλιές μας συναντήσεις
Στη μέση του Τσάρσκοε Σελό
- Νικολάι Γκουμελιόφ

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kurth (1983), σελ. 309
  2. Massie (1967), σελ. 134
  3. King and Wilson (2003), σελ. 50
  4. Eagar, Margaret, "Έξι χρόνια στη Ρωσική Αυλή"
  5. Vyrubova, Anna, "Αναμνήσεις από τη ρωσική αυλή"
  6. Lovell (1991), σελ. 35–36
  7. Christopher, Kurth, Radzinsky (1995), σελ. 88–89
  8. Vorres (1965), σελ. 115
  9. Massie (1967), σελ. 199–200
  10. Maylunas, Andrei, Mironenko, et al. (1997), p. 321
  11. Maylunas, Andrei, Mironenko, (1997), σελ. 330
  12. Moss, Vladimir (2005). "The Mystery of Redemption". St. Michael's Press.
  13. Maylunas, Andrei, Mironenko, et al. (1997), σελ. 489
  14. Maylunas and Mironenko (1997), p. 507
  15. Kurth (1983), σελ. 187
  16. King and Wilson (2003), σελ. 78–102
  17. Kurth (1983), σελ. xiv
  18. King and Wilson (2003), σελ. 140–141
  19. Bokhanov, Knodt, Oustimenko, Peregudova, Tyutynnik (1993), σελ. 310
  20. King and Wilson (2003), σελ. 276
  21. Christopher, Kurth, Radzinsky (1995), σελ. 177
  22. Maylunas and Mironenko (1997), σελ. 619
  23. King and Wilson (2003), σελ. 250
  24. King and Wilson (2003), σελ. 251
  25. King and Wilson (2003), σελ. 353-367
  26. Radzinsky (1992), σελ. 380–393
  27. Kurth (1983), σελ. 33–39
  28. Massie (1995), σελ. 145-6 και 157
  29. Kurth (1983), σελ. 44
  30. Occleshaw (1993), σελ. 46
  31. King and Wilson (2003), σελ. 314
  32. Kurth (1983), σελ. 339
  33. Kurth (1983), σελ. 289–358
  34. Massie (1995), σελ. 194–229
  35. Massie (1995), σελ. 67
  36. King and Wilson (2003), σελ. 468
  37. King and Wilson (2003), σελ. 469
  38. Massie (1995), σελ. 134

Σχετική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bokhanov Alexander, Knodt Manfred, Oustimenko Vladimir, Peregudova Zinaida, Tyutynnik Lyubov (1993). The Romanovs: Love, Power, and Tragedy. Leppi Publications. ISBN 0-9521644-0-X
  • Christopher Peter, Kurth Peter, Radzinsky Edvard (1995). Tsar: The Lost World of Nicholas and Alexandra. Little Brown and Co. ISBN 0-316-50787-3
  • Dehn, Lili (1922). The Real Tsaritsa. alexanderpalace.org.
  • Eagar, Margaret (1906). Six Years at the Russian Court. alexanderpalace.org.
  • Gilliard, Pierre. Thirteen Years at the Russian Court alexanderpalace.org.
  • King Greg, Wilson Penny (2003). The Fate of the Romanovs. John Wiley and Sons, Inc. ISBN 0-471-20768-3
  • Kurth, Peter (1983). Anastasia: The Riddle of Anna Anderson. Back Bay Books. ISBN 0-316-50717-2
  • Lovell, James Blair (1991). Anastasia: The Lost Princess. Regnery Gateway. ISBN 0-89526-536-2
  • Mager, Hugo (1998). Elizabeth: Grand Duchess of Russia. Carroll and Graf Publishers, Inc. ISBN 0-7867-0678-3
  • Massie, Robert K. (1967). Nicholas and Alexandra. Dell Publishing Co. ISBN 0-440-16358-7
  • Massie, Robert K. (1995). The Romanovs: The Final Chapter. Random House. ISBN 394-58048-6
  • Maylunas Andrei, Mironenko Sergei (eds), Galy, Darya (translator) (1997). A Lifelong Passion, Nicholas and Alexandra: Their Own Story. Doubleday. ISBN 0-385-48673-1
  • Occleshaw, Michael (1993). The Romanov Conspiracies: The Romanovs and the House of Windsor. Orion Publishing Group Ltd. ISBN 1-85592-518-4
  • Radzinsky, Edvard (1992). The Last Tsar. Doubleday. ISBN 0-385-42371-3
  • Radzinsky, Edvard (2000). The Rasputin File. Doubleday. ISBN 0-385-48909-9
  • Sams, Ed. Victoria's Dark Secrets. curiouschapbooks.com.
  • Shevchenko, Maxim. The Glorification of the Royal Family. Nezavisemaya Gazeta, 31 Μαΐου, 2000.
  • Vorres, Ian (1965). The Last Grand Duchess. Scribner. ASIN B-0007-E0JK-0
  • Vyrubova, Anna. Memories of the Russian Court. alexanderpalace.org.
  • Zeepvat, Charlotte (2004). The Camera and the Tsars: A Romanov Family Album. Sutton Publishing. ISBN 0-7509-3049-7

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Grand Duchess Anastasia Nikolaevna of Russia της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Νικόλαος Β' της Ρωσίας της Ελληνικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).