Λουί Νικολά Νταβού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λουί Νικολά Νταβού (1770 - 1823)

Ο Λουί Νικολά ντ' Αβού, γνωστότερος ως Νταβού (Louis-Nicolas Davout, 10 Μαΐου 1770 - 1 Ιουνίου 1823), ήταν δούκας του Άουερσταντ, πρίγκηπας του Εκμιουλ, και στρατάρχης της Γαλλίας. Χάρη στις ικανότητές του στον πόλεμο έγινε γνωστός και ως «Σιδερένιος Στρατάρχης». Μέχρι το 1815 ήταν ο μόνος από τους Στρατάρχες του Ναπολέοντα που δεν ηττήθηκε σε μάχη.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγόταν από παλιά, αλλά ξεπεσμένη οικογένεια ευγενών και τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της Γαλλικής επανάστασης. Υπήρξε στενός φίλος των Λαν, Μπεσσιέρ και Ντεσσαί, από τους οποίους ο τελευταίος ήταν εκείνος ο οποίος παρουσίασε τον Νταβού στον Βοναπάρτη με επαινετικά λόγια. Ακολούθησε τον Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και μετά την φυγή του αρχηγού του από εκεί (1800) στάθηκε αδιάλλακτος στην παράδοση των καταλοίπων της γαλλικής στρατιάς. Το 1801 ηγήθηκε του γαλλικού ιππικού στην Ιταλία. Το 1804 ήταν ο νεότερος σε ηλικία στρατάρχης, διακριθείς σε πληθώρα κρίσιμων μαχών.

Στην μάχη του Άουερσταντ, 14 Οκτωβρίου 1806, με έναν τακτικό ελιγμό ο οποίος πέρασε για πάντα στα στρατιωτικά χρονικά, κατάφερε να κυκλώσει τις διπλάσιες πρωσσικές δυνάμεις και να καταγάγει την λαμπρή νίκη η οποία επέτρεψε στον Ναπολέοντα να κατακτήσει το Βερολίνο. Του ανετέθη ο ρόλος του τοποτηρητή της Πολωνίας και τότε ήλθε για πρώτη φορά σε σύγκρουση με τον Ναπολέοντα, αποτέλεμα της παρέμβασης της ερωμένης του αυτοκράτορα, κόμμισας Βαλέφσκυ, η οποία τον έπεισε παρασκηνιακά να λάβει αποφάσεις που θα ευνοούσαν το πολωνικό έθνος. Το 1812 ανέλαβε την οργάνωση των 500.000 ανδρών της Μεγάλης Στρατιάς για την εκστρατεία στην Ρωσία, όπου και πάλι συγκρούσθηκε με τον Ναπολέοντα όταν διαφώνησε ως προς την σκοπιμότητα μίας τέτοιας επιχείρησης. Χάρη στην ανδρεία του κέρδισε τον θαυμασμό των ανδρών του, οι οποίοι τον αποκαλούσαν «Σιδηρού Στρατάρχη», αλλά ο απότομος και οξύθυμος χαρακτήρας του τον καθιστούσε αντιπαθή ανάμεσα στους ομοιόβαθμούς του οι οποίοι συχνά τον υπονόμευσαν.

Το 1813 κατόρθωσε να κρατήσει υπό γαλλική κατοχή το πολιορκημένο Αμβούργο επί ένα έτος, ενώ ο Ναπολέων είχε ήδη παραδοθεί. Επιστρέφοντας στην Γαλλία αρνήθηκε να ορκισθεί πίστη στην μοναρχία όπως οι περισσότεροι στρατάρχες, παραμένοντας πιστός στον Ναπολέοντα, λόγος για τον οποίον απομακρύνθηκε από κάθε αξίωμα και προνόμιο. Μετά την επάνοδο του Βοναπάρτη, προσέφερε άμεσα τις υπηρεσίες του και εκείνος του ανέθεσε την θέση του Υπουργού Αμύνης –ένα μοιραίο σφάλμα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αφού η παρουσία του στο πεδίο μάχης του Βατερλώ θα είχε αποτρέψει πολλά από τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από τους Νέυ και Γκρουσύ.

Μετά την ήττα αγωνίστηκε να σώσει το Παρίσι, επιτυγχάνοντας να απωθήσει τις εμπροσθοφυλακές του Μπλύχερ, αλλά υποχρεώθηκε να το εγκαταλείψει στις 3 Ιουλίου 1815, όταν πλέον πληροφορήθηκε ότι ο Ναπολέων είχε παραδοθεί. Στη συνέχεια ιδιώτευσε περνώντας μία δύσκολη και στερημένη ζωή, έως ότου το 1817 διορίσθηκε δήμαρχος σε προάστειο του Παρισιού. Παρά τα επαινετικά λόγια του προς το πρόσωπό του μετά την επάνοδό του από την Έλβα, ο Ναπολέων δεν αναγνώρισε τις υπηρεσίες του, χαρακτηρίζοντάς τον στα απομνημονεύματά του ως αναξιόπιστο επιτελή του.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]