Αρτέμης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρτέμης
Αρτέμης (κοιλιακή όψη)
Αρτέμης (κοιλιακή όψη)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ρινοτρυπόμορφα (Procellariiformes)
Οικογένεια: Ρινοτρυπίδες (Procellariidae)
Γένος: Θυελλοπόρος (Calonectris) (Mathews & Iredale, 1915) F
Είδος: C. diomedea
Διώνυμο
Calonectris diomedea (Καλονηκτρίς του Διομήδους) [i]
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Calonectris diomedea borealis
Calonectris diomedea diomedea
Calonectris diomedea edwardsii

Ο Αρτέμης είναι θαλάσσιο πελαγικό πτηνό της οικογενείας των Ρινοτρυπιδών, που και απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Calonectris diomedea και περιλαμβάνει 3 υποείδη,[2] αν και υπάρχουν προβλήματα στην ταξινομική του (βλ. Συστηματική Ταξινομική).

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Calonectris diomedea diomedea (Scopoli, 1769).[2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Calonectris, έχει καθαρά ελληνική καταγωγή και, προέρχεται από τη λέξη Καλονηκτρίς (καλή + νηκτρίς = κολυμβήτρια) [[ΕΤΥΜ. μτγν. < νήκτης ≪κολυμβητής≫ < αρχ. νήχω ≪κολυμπώ≫ < νέω≪κολυμπώ≫ (άσχετο προς το ρ. νέω ≪γνέθω, κλώθω≫, βλ. λ. νήμα) + εμφατ.επίθημα -χω. Το αρχ. νέω ≪κολυμπώ≫ αποτελεί την ασθενή βαθμ. τού I.E.*sna- ≪πλέω, κολυμπώ≫, πβ. σανσκρ. snati ≪πλένομαι≫, λατ. nare|natare≪κολυμπώ≫ (> γαλλ. natation ≪κολύμβηση≫, ισπ. natacion) κ.ά.]],[3][4] με σαφή παραπομπή στις ικανότητες του πτηνού να προσαρμόζεται στα θαλάσσια οικοσυστήματα.

Το όνομα του είδους οφείλεται στο μυθικό ήρωα Διομήδη, βασιλιά του Άργους και σύντροφο του Οδυσσέα στον Τρωικό Πόλεμο, ο οποίος σύμφωνα με μία από πολλές εκδοχές εξαφανίστηκε σε ένα από τα Διομήδεια Νησιά της Αδριατικής (σημερινή ονομασία Isole de Tremiti) και οι σύντροφοί του μεταμορφώθηκαν σε πουλιά.[5]

Η αγγλική ονομασία του είδους Cory’s Shearwater, δόθηκε προς τιμήν του Αμερικανού ορνιθολόγου Τσαρλς Κόρυ (Charles B. Cory) (1857-1921).

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταξινομική του είδους Calonectris diomedea δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί και υπάρχουν αρκετές διαφωνίες μεταξύ των ερευνητών. Επιπροσθέτως, υπάρχουν προβλήματα ακόμη και στην οικογένεια Procellariidae, όπου κάποιοι μελετητές επιμένουν στη διαίρεσή της σε 3 υποοικογένειες,[6] ενώ κάποιοι άλλοι δεν το αποδέχονται. Τα προβλήματα δημιουργήθηκαν από την «εμπλοκή» των χρωμοσωμικών αναλύσεων (mitochondrial cytochrome b gene analysis) στην έρευνα, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που έλυσε αρκετά ταξινομικά ζητήματα σε πολλές περιπτώσεις, ενώ περιέπλεξε την κατάσταση σε κάποιες άλλες.[7]

Κατ’αρχάς, είχε προταθεί η διάσπαση σε δύο είδη, τα C. diomedea και C. edwardsii (Hazevoet (1995), αλλά λίγο αργότερα προτάθηκε η διάσπαση στα C. diomedea και C. borealis (Sangster et al. 1998). Επίσης, το είδος, είχε προταθεί να διασπαστεί σε τρία είδη (τα σημερινά υποείδη), αλλά χρειάζονται περαιτέρω δεδομένα για να οριστικοποιηθεί ο διαχωρισμός αυτός.[8]

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρτέμης είναι είδος με εξάπλωση στη Μεσόγειο και στον Ατλαντικό. Σε γενικές γραμμές, αναπαράγεται σε νησιά και βράχια στην περιοχή της Μεσογείου, έχοντας ωστόσο προκεχωρημένες περιοχές στα Κανάρια (Ισπανία), τα Μπερλένγκας (Berlengas) και τις Αζόρες (Πορτογαλία). Μετά την αναπαραγωγή, τα πουλιά από τις αποικίες του Ατλαντικού φθάνουν να διαχειμάσουν μέχρι και στα ανοικτά των ακτών της Νότιας Αμερικής και της Νότιας Αφρικής, με ορισμένα άτομα από τη Μεσόγειο να ξεχειμωνιάζουν πλησιέστερα, στα Κανάρια νησιά (Navarro και González-Solís 2009).

Αρ. Υποείδος Καλοκαιρινές Περιοχές αναπαραγωγής Περιοχές διαχείμασης
1 Calonectris diomedea borealis Πορτογαλικές ακτές, Κανάρια, Αζόρες Ν Ατλαντικός (μέχρι Βραζιλία, Ουρουγουάη και Αργεντινή, Νότια Αφρική, προς Ν Ινδικό (Μαδαγασκάρη)
2 Calonectris diomedea diomedea νησιά Μεσογείου Δ ΑτλαντικόςΚαναδάς και Α ΗΠΑ, Καραϊβική), Δ Αφρικανικές ακτές
3 Calonectris diomedea edwardsii νησιά Πράσινου Ακρωτηρίου (;) πιθανόν ενδημικό υποείδος, παραμένει στα νησιά

Πηγές:[9][10] (σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντάται στην Ελλάδα)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρτέμης εν πτήσει (κοιλιακή όψη)

Ο αρτέμης, όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειας που ανήκει, είναι ένα πλήρως μεταναστευτικό πτηνό μεγάλων, υπερπόντιων αποστάσεων. Οι πελαγικές μετακινήσεις του είδους, εύκολα να διαιρεθούν σε εκείνες προς συχνή αναζήτηση τροφής γύρω από τις περιοχές αναπαραγωγής, στις μεγάλες και γρήγορες, υπερπόντιες μεταναστεύσεις προς τις περιοχές διαχείμασης και, στις μικρότερης κλίμακας μετακινήσεις σε ένα σαφώς καθορισμένο έδαφος διαχείμασης (González-Solís et al. 2007).

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από τη Σουηδία, τη Νορβηγία, τη Δανία και τις Φερόες, την Κόστα Ρίκα, τον Παναμά και τη Βενεζουέλα, τη Γκάνα, το Ιράν και το Ομάν, τη Νέα Ζηλανδία και τη Νήσο Αναλήψεως [1]

Στην Ελλάδα, έρχεται τα καλοκαίρια από τις περιοχές διαχείμασης του Ατλαντικού, για να αναπαραχθεί σε όλες τις θάλασσες της επικρατείας.[11]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρτέμης είναι αρκετά μεγάλο θαλασσοπούλι, το μεγαλύτερο από τα μέλη της οικογένειας που αναπαράγονται στον Ατλαντικό,[12] με χαρακτηριστικά που δεν φέρουν κάποιο ιδιαίτερο διαφοροποιητικό στοιχείο.

Το μέτωπο και η κορυφή του κεφαλιού έχουν σκουρόγκριζο χρώμα που εκτείνεται από τα καλυπτήρια πτερά των αυτιών κάτω από τον οφθαλμό και μέχρι το ράμφος, με κάποια υπόλευκες περιοχές. Η περιοχή προς τα πλάγια του στήθους και του λαιμού, σταδιακά γίνεται πιο ανοικτόχρωμη γκρίζα. Η ράχη, η ωμοπλάτη και και τα άνω καλυπτήρια πτερά της ουράς είναι είναι επίσης σκουρόγκριζα αλλά με πιο αχνές άκρες, ενώ είναι λίγο πιο σκούρα στο κάτω μέρος της ράχης.[13]

Η ουρά είναι σκούρα καφέ, ενώ το πηγούνι και το εμπρόσθιο τμήμα του λαιμού είναι συνήθως άσπρα, κάποιες φορές με υπόλευκα σημεία. Το υπόλοιπο κάτω μέρος είναι λευκό με σκούρα την κάτω επιφάνεια της ουράς. Η άνω επιφάνεια των πτερύγων έχει τα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα ερετικά μαυριδερά καφέ, με γκρι-καφέ καλυπτήρια, ενώ η κάτω επιφάνεια είναι λευκή με σκούρο γκρι περιθώριο σε όλη την περιφέρεια, ενώ και τα πρωτεύοντα ερετικά είναι σκουρότερα. Το ράμφος είναι ωχροκίτρινο με σκούρο άκρο, η ίριδα σκούρα καφέ, οι ταρσοί και τα πόδια σκούρα ροζ-σαρκόχρωμα.[13] Τα φύλα είναι όμοια, αλλά το θηλυκό είναι ελαφρύτερο και με λεπτότερο ράμφος.[14]

  • Μήκος σώματος: (41-)45 έως 48(56) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: (100)110 έως 113(125) εκατοστά
  • Βάρος: 700 έως 800 γραμμάρια

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρτέμης τρέφεται κυρίως με καλαμάρια, μαλάκια, κεφαλόποδα και ψάρια, που συλλαμβάνει από τα επιφανειακά στρώματα της θάλασσας, μπορεί όμως και να καταδύεται για τη σύλληψη της λείας του (μέχρι και σε βάθος 15 μέτρων). Συχνά ακολουθεί τις τράτες για τα απομεινάρια (offal) που πετιούνται στη θάλασσα από τα δίχτυα [15] και, αρκετές φορές ακολουθεί τα απόνερα που αφήνουν οι φάλαινες και τα δελφίνια.[12]

Οι αναπαραγόμενοι πληθυσμοί των Καναρίων επιδεικνύουν μία ενιαία στρατηγική αναζήτησης τροφής, συναθροιζόμενοι στις, υψηλής παραγωγικότητας, επικράτειες υφάλων της Αφρικανικής υποθαλάσσιας ράχης.[16]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρτέμης εν πτήσει

Όπως και στα άλλα μέλη της ομάδας του, οι ταρσοί του πτηνού είναι τοποθετημένοι προς το πίσω μέρος του σώματος, γεγονός που το καθιστά εντελώς αδέξιο στη στεριά, όπου «προχωράει» με την κοιλιά και με υποβοήθηση από τις πτέρυγές του. Επίσης, για να απογειωθεί χρείαζεται αρκετό «διάδρομο» απογείωσης, είτε στην ξηρά είτε στη θάλασσα και, πάντοτε κόντρα στον άνεμο. Ο τρόπος με τον οποίο πετάει εξαρτάται από την ταχύτητα των ανέμων.

Η πτήση του, είναι ισχυρή στους μέτριους ανέμους, με συνεχή φτεροκοπήματα, (συνήθως 5-8 [17]) ακολουθούμενα από αερολίσθηση (gliding) και με τις πτέρυγες ελαφρά λυγισμένες και υπό γωνία προς τα πίσω, συχνά παράλληλα με την επιφάνεια της θάλασσας (Bruun). Όταν οι άνεμοι είναι ισχυροί, πετάει άκοπα, περισσότερο σαν τα άλμπατρος, δηλαδή πιο ψηλά και αιωροπορώντας (soaring),[13] θεωρείται μάλιστα το μοναδικό μέλος της ομάδας του, που αιωροπορεί.[12]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O αρτέμης, όπως και όλα τα γνήσια θαλασσοπούλια, ζεί και τρέφεται στην ανοικτή θάλασσα καθ’όλη τη διάρκεια του έτους, ερχόμενος στην ξηρά μόνο για να αναπαραχθεί. Για την καθημερινή αναζήτηση της τροφής του καλύπτει μεγάλες αποστάσεις δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιομέτρων, αναπαυόμενος στην επιφάνεια του νερού, ενώ συνηθίζει -αντίθετα από άλλα Ρινοτρυπόμορφα- να καταδύεται, επί πλέον, για τη σύλληψη της λείας του εκτός από το να την αναζητά στην επιφάνεια.

Εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, είναι ημερόβιο και γενικότερα «σιωπηλό» είδος, αλλά κατά την παραμονή του στην ξηρά και στα αναπαραγωγικά εδάφη, είναι νυκτόβιο και εξαιρετικά θορυβώδες. Όλη η αποικία φωλιάσματος κατακλύζεται από εκατοντάδες ή και χιλιάδες πουλιά που βγάζουν δυνατές, θρηνητικές (Perrins) κραυγές, που έχουν παρομοιωθεί με το δυνατό κλάμα των βρεφών, γεγονός που τα συνέδεσε με διάφορες δοξασίες στην κουλτούρα των λαών οι οποίοι ζουν στις περιοχές αναπαραγωγής.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος αναπαραγωγής των αρτέμηδων ξεκινά τον Απρίλιο, συνήθως όμως από τα τέλη Μαΐου και, μπορεί να παραταθεί μέχρι τον Οκτώβριο. Η ωοτοκία γίνεται εφάπαξ σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο και, εάν καταστραφεί, δεν αναπληρώνεται.[18] Είναι σεξουαλικά ώριμοι από το 5ο έτος της ηλικίας τους.

Το είδος εμφανίζει, όπως και άλλα μέλη της οικογένειας, υψηλά επίπεδα φιλοπατρίας (philopatry), ενός φαινομένου κατά το οποίο τα πτηνά επιστρέφουν στον τόπο όπου γεννήθηκαν με εξαιρετική ακρίβεια, κάτι που δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητό από την επιστημονική κοινότητα. Μάλιστα, αυτή η τάση φαίνεται να είναι η ισχυρότερη μέσα στην τάξη (Ρινοτρυπόμορφα. Από μελέτη σε αρτέμηδες που φωλιάζουν κοντά στην Κορσική, διαπιστώθηκε ότι 9 από τα 61 αρσενικά που γεννήθηκαν εκεί, όχι μόνον επέστρεψαν στη συγκεκριμένη περιοχή, αλλά και στο ίδιο σημείο (βράχο, λαγούμι) όπου γεννήθηκαν και ανατράφηκαν (!) [19]

Αρτέμης στο χώρο φωλιάσματος

Αντίστοιχη σε ποσοστά είναι και η τάση επιστροφής του ίδιου ζευγαριού στα ίδια εδάφη φωλιάσματος, με τα αρσενικά να είναι «ακριβέστερα» στο ραντεβού τους (σχεδόν το 85% των αρσενικών επιστρέφουν στα ίδια αναπαραγωγικά λημέρια μετά από μια επιτυχημένη προσπάθεια αναπαραγωγής, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα θηλυκά κυμαίνεται περίπου στο 76%).[20]

Το είδος φωλιάζει σε μεγάλες ή και τεράστιες αποικίες, που μπορεί να φθάσουν και τις 500.000 πουλιά σε κάποια απομονωμένα νησιά του Ατλαντικού (Enticott). Τότε δραστηριοποιούνται κατά τη διάρκεια της νύχτας και, όλη η αποικία μετατρέπεται σε ένα τεράστιο θορυβώδες σύνολο, που ακούγεται από πολύ μακριά.

Φωλιά δεν κατασκευάζεται, αλλά χρησιμοποιούνται βράχια, σπηλιές και πεδία με διάσπαρτους ογκόλιθους, αποκλειστικά σε άγονα παράκτια νησιά που, καταλαμβάνονται εξ ολοκλήρου (del Hoyo et al. 1992). Αρκετά ζευγάρια μπορεί να μοιράζονται μεγάλα κοιλώματα σε σπηλιές, ή χάσματα σε ορθοπλαγιές ή κάτω από μεγάλους ογκόλιθους (Harrison). Τέλος, μπορεί να χρησιμοποιούνται και θαλάσσιες σπηλιές, μέχρι και 20 μέτρα στο εσωτερικό τους.[21].

Η γέννα περιλαμβάνει 1 μόνον αυγό και, η επώαση που πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα, με βάρδιες που μπορεί να διαρκούν μέχρι και 6 ημέρες για τον κάθε γονέα, διαρκεί 52-55 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι, αλλά αποκτούν πολύ γρήγορα βάρος και, μπορεί να ξεπεράσουν σε όγκο τους γονείς τους. Τρέφονται με πολλή εξεμετημένη τροφή, αλλά κατά αραιά διαστήματα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ανάλογα με το πόσο καιρό λείπει ο γονέας που θα φέρει την τροφή. Γρήγορα εγκαταλείπονται εντελώς από τους γονείς τους, περίπου στις 4 ημέρες, αλλά δραστηριοποιούνται μόνοι τους τις νύχτες και ασκούνται στο πέταγμα, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν να χάνουν το μεγάλο βάρος που είχαν κερδίσει. Συνήθως φεύγουν μόνοι τους για τη θάλασσα μετά από 85-97 ημέρες.[22].

Στην Ελλάδα, ο αρτέμης έρχεται από τα τέλη Φεβρουρίου και μετά, για να φωλιάσει κατά αποικίες σε πολλά νησιά (κυρίως σε Σποράδες, Κρήτη, Κυκλάδες, Κύθηρα) [23] και βραχονησίδες και, είναι αρκετά κοινό θαλασσοπούλι σε όλες τις ελληνικές θάλασσες.[11]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος είναι από τα πιο κοινά θαλασσοπούλια σε παγκόσμιο επίπεδο, γι’αυτό η IUCN έχει χαρακτηρίσει το είδος ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), παγκοσμίως, αν και υπάρχει μικρή μείωση των πληθυσμών του, επειδή υπάρχει υποψία εκμετάλλευσής του από τον άνθρωπο.[1]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο o Αρτέμης απαντάται και με τις ονομασίες Μουντέκι,[24] Θυελλοδύτης, Θυελλοπόρος,[23][25], Αρτίνα (Ιόνιο), Αρτένα, Καλικανάς (Κάσος).[26]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Άλλη λόγια ονομασία είναι Θυελλοπόρος ο φαιόχρωμος [25]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 BirdLife International (2012). Calonectris diomedea στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 28 Μαρτίου 2014.
  2. 2,0 2,1 Howard and Moore, p. 75
  3. Μπαμπινιώτης, σ 1180
  4. Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, 45, 450
  5. Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, 21, 128
  6. Snow & Perrins 1998
  7. Heidrich et al. 1998
  8. Howard and Moore, p. 75, note 10
  9. Howard and Moore, p.75
  10. BirdLife International and NatureServe (2012). «Calonectris diomedea: Χάρτης γεωγραφικής κατανομής». IUCN. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22698167. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2014. 
  11. 11,0 11,1 Όντρια, σ. 41
  12. 12,0 12,1 12,2 Bruun, p. 26
  13. 13,0 13,1 13,2 Enticott, p. 74
  14. C.diomedea sur Oiseaux.net, 2007 [archive]
  15. del Hoyo et al. 1992
  16. Navarro and González-Solís, 2009
  17. Πάπυρος
  18. Harrison, p. 52
  19. Rabouam et al
  20. Thibault
  21. Harrison, p. 53
  22. Harrison, p. 52, 54
  23. 23,0 23,1 Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, σ. 300
  24. Απαλοδήμος, σ. 26
  25. 25,0 25,1 Όντρια, σ. 40
  26. http://www.katakali.net/drupal/?q=thallasopoylia/artemis

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 28 , λήμμα «Θυελλοδύτης» (επιμέλεια Β.Κιόρτσης)
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια, Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Jim Enticott & David Tipling Seabirds of the World (New Holland, 1998)
  • Heidrich, Petra; Amengual, José F. & Wink, Michael (1998): Phylogenetic relationships in Mediterranean and North Atlantic shearwaters (Aves: Procellariidae) based on nucleotide sequences of mtDNA. Biochemical Systematics and Ecology 26(2): 145–170. doi:10.1016/S0305-1978(97)00085-9 PDF fulltext
  • Snow, David W.; Perrins, Christopher M. & Gillmor, Robert (1998): The Birds of the Western Palearctic. Oxford University Press. ISBN 0-19-850187-0
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): DasKompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2
  • Harrison, Peter (1983): Seabirds: An Identification Guide. Croom Helm, Beckenham. ISBN 0-7099-1207-2
  • Bull, John L.; Farrand, John Jr.; Rayfield, Susan & National Audubon Society (1977): The Audubon Society field guide to North American birds, Eastern Region. Alfred A. Knopf, New York. ISBN 0-394-41405-5
  • del Hoyo, J.; Elliot, A.; Sargatal, J. 1992. Handbook of the Birds of the World, vol. 1: Ostrich to Ducks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Gonzalez-Solis, J., Felicisimo, A., Fox, J.W., Afanasyev, V., Kolbeinsson, Y. and Munoz, J. 2009. Influence of sea surface winds on shearwater migration detours. Marine Ecology Progress Series 391: 221-230.
  • Navarro, J., Gonzales-Solis, J. 2009. Environmental determinants of foraging strategies in Cory's shearwaters Calonectris diomedea. Marine Ecology Progress Series 378: 259-267.
  • Rabouam, C., Thibault, J.-C., Bretagnolle, V. (1998). "Natal Philopatry and Close Inbreeding in Cory's Shearwater (Calonectris diomedea)". Auk 115 (2): 483–486. doi:10.2307/4089209.
  • Thibault, J-C. (1994). "Nest-site tenacity and mate fidelity in relation to breeding success in Cory's Shearwater Calonectris diomedea". Bird Study 41 (1): 25–28. doi:10.1080/00063659409477193.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Cory's Shearwater της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).