Κεφαλόποδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το χταπόδι, ένα από τα πιο γνωστά κεφαλόποδα.

Τα κεφαλόποδα είναι θαλάσσιοι οργανισμοί που ανήκουν στη συνομοταξία των υδρόβιων μαλακίων, αποτελούν το πιο εξελιγμένο είδος τους και ονομάστηκαν έτσι επειδή τα πλοκάμια τους εκφύονται από το κεφάλι τους. Στην ομοταξία τους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα θράψαλα, τα καλαμάρια, οι μοσκιοί, οι σουπιές και τα χταπόδια, όπως και είδη που φαινομενικά δεν μοιάζουν ιδιαίτερα στα προηγούμενα, ανάμεσα στα οποία και ο ο ναυτίλος.

Εξέλιξη και υποδιαιρέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κεφαλόποδα σύμφωνα με το Ίδρυμα Σμιθσόνιαν παρουσιάστηκαν πριν από 500 εκατομμύρια χρόνια, στην κάμβριο γεωλογική περίοδο και άρχισαν σχετικά σύντομα να διαφοροποιούνται σημαντικά. Οι χωριστοί εξελικτικοί δρόμοι που ακολούθησαν τα διάφορα κεφαλόποδα έκτοτε αλλά και η απουσία επαρκών απολιθωμάτων για τις ενδιάμεσες μορφές που πιθανόν υπήρξαν σε αυτό το διάστημα, είναι και ο λόγος που σήμερα είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κάποιος με μια πρώτη ματιά τις ομοιότητες και την κοινή καταγωγή όλων των εκπροσώπων τους.

Στα κεφαλόποδα κατατάσσονται όσα είδη έχουν σήμερα (ή είχαν στο παρελθόν μέχρις ότου εκλείψουν), τα εξής κοινά χαρακτηριστικά:

Τα κεφαλόποδα, παρότι έχουν χάσει στην πορεία της εξέλιξης πολλούς εκπροσώπους τους, συνεχίζουν να αποτελούν μια μεγάλη ομοταξία που περιλαμβάνει περίπου επτακόσια είδη. Η μεγαλυτερη ποικιλία τους παρατηρείται στον Ισημερινό και μειώνεται προς τους πόλους. Η ομοταξία τους χωρίζεται με τη σειρά της σε διάφορες υποκατηγορίες (υφομοταξίες).

Από τις συνολικά επτά υφομοταξίες, οι πέντε έχουν εξαφανιστεί και αναφέρονται για λόγους ταξινομίας -τις γνωρίζουμε κυρίως από απολιθώματα. Αυτές είναι οι υφομοταξίες των ορθοκερατιδών (orthoceratoidea), των ακτινοκερατιδών (actinoceratoidea),των ενδοκερατιδών (endoceratoidea), τα οποία μάλιστα έφταναν σε μήκος τα 9 μέτρα, των bactritoidea και των αμμωνιτών (ammonoidea).

Οι δύο υφομοταξίες που επιβιώνουν μέχρι σήμερα είναι των κολεοειδών (coleoidea) και των ναυτιλοειδών ή ναυτιλιδών (nautiloidea). Από τα ναυτιλοειδή κεφαλόποδα συγκεκριμένα επιβιώνουν μόνον 5 είδη ναυτίλου (nautilus) κυρίως στον Ειρηνικό ωκεακό, κοντά στην Αυστραλία. Ο ναυτίλοι διαθέτουν ένα εξαιρετικά λεπτό όστρακο και 4 βράγχια, ενώ όλα τα άλλα κεφαλόποδα έχουν 2 βράγχια και το όστρακό τους είτε δεν υπάρχει καθόλου είτε είναι εσωτερικό και υποτυπώδες.

Η πολυπληθέστερη υφομοταξία σήμερα κατά συνέπεια είναι των κολεοειδών. Αυτά με τη σειρά τους χωρίζονται σε οκτάποδα και δεκάποδα. Τα οκτάποδα, π.χ. το χταπόδι δεν έχουν όστρακο. Μόνον ένα είδος τους, ο αργοναύτης, και συγκεκριμένα το θηλυκό του, σχηματίζει ένα είδος κελύφους για να αποθέτει τα αυγά του. Ουσιαστικά, όμως, δεν πρόκειται για αληθινό όστρακο και για αυτό θεωρείται ότι τα οκτάποδα κεφαλόποδα δεν διαθέτουν όστρακο. Τα δεκάποδα διαθέτουν εσωτερικό όστρακο (π.χ. η σουπιά) ή υποτυπώδες ζελατινώδες όστρακο (όπως το καλαμάρι). Κάποια από τα πλοκάμια τους τους είναι μακρύτερα από τα άλλα για να συλλαμβάνουν τροφή. Στα δεκάποδα περιλαμβάνονται οι σουπιές (sepia του είδους sepioidea) και τα καλαμάρια (lolingo του είδους teuthoidea) όπως και οι βελεμνίτες (belemnoidea) - οι τελευταίοι έχουν εξαφανιστεί.


Γενικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναυτίλος, χαρακτηριστικό κεφαλόποδο.

Τα κεφαλόποδα διαθέτουν άκρα που χρησιμεύουν στη μετακίνηση, αλλά και στη σύλληψη τροφής και στους χειρισμούς. Είναι μαλάκια σαρκοφάγα και θεωρούνται κυνηγοί.

Σήμερα το μέγεθος των περισσότερων κεφαλόποδων κυμαίνεται από λίγα εκατοστά έως μερικά μέτρα, με θεαματικότερη εξαίρεση το γιγαντιαίο καλαμάρι architeuthis που φτάνει σε μήκος τα 15 μέτρα και που φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά το 2006.

Έχουν το στόμα τους στο κέντρο του σώματός τους και ανάμεσα στις εκφύσεις των πλοκαμιών. Αυτό μοιάζει με κάπος στρογγυλό ράμφος πουλιού και έχει σαγόνια από χιτίνη, μια ουσία που μοιάζει με τηνκερατίνη, ώστε το κεφαλόποδο να μπορεί να μασήσει την τροφή του.

Τα βράγχιά τους περιβάλλονται από έναν προστατευτικό μανδύα. Μέσα σε αυτό τον μανδύα (μανδυακή κοιλότητα) βρίσκεται και ο σωλήνας (χοάνη ή υπόνομος) από τον οποίο, με απότομες συσπάσεις, το κεφαλόποδο μπορεί να εκτοξεύσει δυναμικά νερό και να προωθηθεί "όπισθεν" με ταχύτητα, ώστε είτε να ξεφύγει από έναν εχθρό ή να συλλάβει ένα θήραμα.

Τα περισσότερα κεφαλόποδα διαθέτουν και μελανοφόρο σάκο, ώστε να αποδεσμεύουν μελάνη και να θολώνουν τα νερά, για να διαφεύγουν από τους εχθρούς τους.

Τα πλοκάμια των κεφαλοπόδων φέρουν απομυζητικούς μηχανισμούς (βεντούζες). Ορισμένα από αυτά διαθέτουν επίσης νύχια ή άγκιστρα. Ο αριθμός των πλοκαμιών διαφέρει από είδος σε είδος: το χταπόδι έχει 8, η σουπιά και το καλαμάρι 10, αλλά ο ναυτίλος 38.

Άκρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οσον αφορά στα πλοκάμια, οι ζωολόγοι τα διακρίνουν συνήθως από τα υπόλοιπα άκρα. Αναφέρουν, για παράδειγμα, ότι το χταπόδι έχει οκτώ πόδια ή οκτώ χέρια, όμως όταν αναφέρονται στα δέκα άκρα του καλαμαριού λένε ότι αυτό το ζώο έχει "όκτώ πόδια και δύο πλοκάμια". Ο λόγος είναι ότι, από τεχνική άποψη, κάποια άκρα των κεφαλοπόδων διαφέρουν σε λειτουργικότητα αλλά και σε μορφή από τα άλλα. Για παράδειγμα, τα δύο πλοκάμια του καλαμαριού είναι πιο μακριά από τα υπόλοιπα 8 πόδια του. Αυτά τα δύο πλοκάμια είναι, επιπλεον, συσταλτά και μπορούν να επιμηκυνθούν εντυπωσιακά ώστε με μια απότομη μυική ενέργεια, το καλαμάρι να διπλασιάζει το μήκος του πλοκαμιού του, καθιστώντας το ακόμα πιο λεπτό και πιο στενόμακρο. Οταν χαλαρώνει, το πλοκάμι επανέρχεται στο αρχικό του μήκος και γίνεται λίγο πιο κοντόχοντρο αλλά και πάλι πιο μακρύ από τα υπόλοιπα 8 πόδια. Τα τελευταία είναι μεν ελαστικά και εκτατά, δεν έχουν όμως την εντυπωσιακή ικανότητα επιμήκυνσης των πλοκαμιών. Με αυτήν τη διαχωριστική ταξινόμηση, το χταπόδι δεν έχει οκτώ πλοκάμια, αλλά οκτώ πόδια.


Μήκος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ζωολόγοι μετρούν με ειδικό τρόπο το μήκος των κεφαλόποδων. Μετρούν π.χ. ως "arm lenght" αυτό που ουσιαστικά θα μπορούσε να ονομαστεί μήκος βραχίονα, γιατί δείχνει την απόσταση που χωρίζει το στόμα του ζώου από την έκφυση του πλοκαμιού. Αυτό το μέγεθος είναι ουσιαστικά ποσοστό του μήκους του κορμού του ζώου και όχι του πλοκαμιού του. Επίσης έχουν άλλη μέτρηση για το πλοκάμι (που είναι μακρύτερο) και άλλη για τα άκρα που θεωρούν χέρια ή πόδια. Μετρούν πάντως και το συνολικό μήκος του ζώου, όχι όμως όπως ίσως φανταζόταν κάποιος, δηλαδή με ανοιχτά και τεντωμένα τα πλοκάμια αντιδιαμετρικά και γύρω από τον κορμό. Το μήκος των κεφαλοπόδων μετριέται όταν είναι νεκρά και με τα πλοκάμια συγκεντρωμένα σαν "τούφα". Υπολογίζεται δε ως μήκος η απόσταση της κεφαλής από το άκρο των πλοκαμιών αν το ζώο έχει πλοκάμια ή από το άκρο των ποδιών αν το κεφαλόποδο έχει μόνον πόδια.

Νευρικό σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κεφαλόποδα διαθέτουν το πιο ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα από όλα τα ασπόνδυλα. Διαθέτουν εγκέφαλο και επίσης σχετικά καλή όραση, με εξαίρεση τον ναυτίλο, που για την επιβίωσή του στηρίζεται πιθανόν στην όσφρηση. Τα κεφαλόποδα επίσης παρουσιάζουν αχρωματοψία. Εντούτοις, το μάτι τους δεν παρουσιάζει τυφλό σημείο ή σκότωμα, χαρακτηριστικό που θεωρείται από κάποιους ατέλεια του ματιού των σπονδυλωτών. Τα σπονδυλωτά έχουν όλα τους ένα τυφλό σημείο στο οπτικό τους πεδίο, εκεί όπου το οπτικό νεύρο προσφύεται στον οπτικό δίσκο. Στα κεφαλόποδα, οι φωτοϋποδοχείς βρίσκοντα στην εξωτερική πλευρά του αμφιβληστροειδή και έτσι η ένωση του νεύρου με τον οπτικό δίσκο δεν δημιουργεί τυφλό σημείο. Τέλος, τα κεφαλόποδα είναι τα μόνα μαλάκια με κλειστό κυκλοφορικό σύστημα


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα