Αγία Ελένη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
η αγία ελένη σε αγαλμα στο βατικανό

Η Φλαβία Ιουλία Ελένη, (λατ.: Flavia Iulia Helena Augusta) επίσης γνωστή ως Αγία Ελένη, Ελένη Αυγούστα και Ελένη της Κωνσταντινουπόλεως, υπήρξε σύζυγος του Κωνστάντιου Α΄ του Χλωρού και μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου.


Γέννηση και καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελένη γεννήθηκε το 248 ή το 249 μ.Χ. στο Δρέπανο (σημερινή Γιάλοβα) της Βιθυνίας. Αργότερα, ο Μέγας Κωνσταντίνος μετονόμασε το Δρέπανο σε Ελενόπολις, για να τιμήσει τη μητέρα του. Τη χρονολογία γέννησης την συμπεραίνουμε από την πληροφορία που μας δίνει ο Ευσέβιος (VC., 3.46) ότι η Ελένη πέθανε σε ηλικία 80 χρονών σε συνδυασμό με ιστορικά στοιχεία (βλ. Κεφάλαιο 7:«Αγία Ελένη#Ο θάνατός της») .

Ήταν οπωσδήποτε ταπεινής καταγωγής και ο πατέρας της ήταν ξενοδόχος. Ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων (De obit. Theod.,42) την αποκαλεί «stabularia», γυναίκα δηλαδή η οποία εργαζόταν σε πανδοχείο (χαρακτηρισμός μάλλον με αρνητική απόχρωση τη μακρινή εκείνη εποχή), ενώ ο Φιλοστόργιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία (Hist. Eccl., 2.16) την κατηγορεί ότι ήταν «κοινή γυναίκα», όχι πολύ διαφορετική από τις πόρνες. Ο Ευτρόπιος (Breviarium 10.2) αναφέρει ότι γεννήθηκε «ex obscuriore matrimonio», δηλαδή είναι εντελώς άγνωστες οι μητρικές της καταβολές. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να εξετάζονται με ιδιαίτερη προσοχή και σε συνάρτηση με τη στάση που κρατάει ο κάθε ιστορικός συγγραφέας έναντι του γιου της. Ίσως ο Ευσέβιος να υπερβάλει λίγο, όταν εξυμνεί την αρετή και την ευφυΐα της Ελένης, εντούτοις, η ενασχόλησή της με τη μελέτη του Ευαγγελίου και τα διδάγματα του Χριστιανισμού, από την παιδική ακόμη ηλικία, σκιαγραφούν μια νέα γυναίκα που διήγαγε κάποιον αξιοπρεπή βίο χωρίς να σκανδαλίζει την κοινωνία του καιρού της.

Η πληροφορία που δίνουν ορισμένοι Άγγλοι χρονογράφοι του Μεσαίωνα, ότι δηλαδή η Ελένη ήταν Βρετανίδα πριγκίπισσα, κόρη βασιλιά, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ιστορικά ανυπόστατη (μπορεί να μην είναι αλήθεια). Μάλλον οφείλεται σε λανθασμένη ερμηνεία κάποιας φράσης του Κωνσταντίνου: Στο τέταρτο κεφάλαιο του πανηγυρικού λόγου, που εκφώνησε ο Μέγας Κωνσταντίνος κατά τους γάμους του με τη Φαύστα, αναφέρει ότι ο ίδιος τιμούσε τη Βρετανία «oriendo», δηλαδή από την αρχή, από τα πρώτα του χρόνια. Πιθανόν, θεωρήθηκε ότι στο σημείο αυτό αναφερόταν στη γέννησή του, στην πραγματικότητα όμως ο Κωνσταντίνος αναφερόταν στις απαρχές της βασιλείας του, η οποία ξεκίνησε στη Βρετανία (στο Γιορκ ανακηρύχθηκε Καίσαρας).

Ο γάμος της και η γέννηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Δρέπανο και στο πανδοχείο του πατέρα της, την γνώρισε ο νεαρός τότε Ιλλυριός αξιωματικός Κωνστάντιος Χλωρός και την ερωτεύτηκε . Όμως και η Ελένη αγάπησε τον ευγενή στρατιωτικό και το 270 μ.Χ. παντρεύτηκαν.

Σε αυτά τα 23 χρόνια γάμου, η Ελένη ακολούθησε το σύζυγό της στις εκστρατείες στη Γερμανία, τη Βρετανία κ.α. Περίπου το 274, στη Ναϊσσό της Μοισίας (σημερινή Νίσσα της Σερβίας), η Ελένη γέννησε το γιο τους, το Μέγα Κωνσταντίνο.

Όταν έφτασε η στιγμή του διαζυγίου , η Ελένη απέδειξε την αγάπη της στο πρόσωπο του Κωνστάντιου, καθώς δεν τον ενόχλησε με ψεύτικα διλήμματα. Αποχώρησε ήσυχα από τη ζωή του, αφήνοντάς του ελεύθερο το δρόμο για τη λαμπρή πορεία που ανοιγόταν μπροστά του. Η ίδια μαζί με το γιο τους Κωνσταντίνο παρέμειναν όμηροι του Διοκλητιανού και αργότερα του Γαλέριου στη Νικομήδεια, για να εξασφαλιστεί η υπακοή του Κωνστάντιου.

Τα «σκοτεινά» χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζαμε πώς έζησε η χριστιανή Ελένη στην επικράτεια του διώκτη του Χριστιανισμού Διοκλητιανού και του διαδόχου του Γαλέριου. Όμως, για την περίοδο αυτή της ζωής της δεν έχουμε απολύτως καμία πληροφορία..

Η Ελένη στην αυλή του Μεγάλου Κωνσταντίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το κενό στις πληροφορίες, που αφορούν τη ζωή της Ελένης, διακόπτεται το 306 μ.Χ. Τότε, ο Κωνσταντίνος μετά το θάνατο του πατέρα του ανακηρύσσεται από τους στρατιώτες στο Γιορκ της Μ. Βρετανίας Καίσαρας, οπότε και καλεί τη μητέρα του κοντά του. Έτσι, η Ελένη βρίσκεται στην αυλή του γιου της στους Τρεβήρους (σημερινή Trier της Γερμανίας) και στη Ρώμη. Σχετικές ενδείξεις για τη διαμονή της στη γερμανική επαρχία της αυτοκρατορίας αποτελούν τα ερείπια και οι τοιχογραφίες του ανακτόρου της Τρηρ. Στη Ρώμη μετέβη πιθανόν μετά τη νίκη του Μ. Κωνσταντίνου στη Μιλβία Γέφυρα, όπου ηττήθηκε ο Μαξέντιος.

Έζησε από κοντά όλη την πορεία του Κωνσταντίνου (Καίσαρας, Αύγουστος, Αυτοκράτορας) και κάτι ακόμη πιο σημαντικό, το περίφημο όραμα του μεγάλου Κωνσταντίνου το 322 μ.Χ., πριν τη μάχη της Μιλβίας Γέφυρας: το φωτεινό σταυρό με την επιγραφή «εν τούτω νίκα». Τότε, η Ελένη πρέπει να έλαβε το χριστιανικό βάπτισμα, σε ηλικία 60 περίπου ετών, έπειτα από πολυετή κατήχηση, προετοιμασία και αφοσίωση στα διδάγματα του χριστιανισμού. Αντιμετωπίζεται με πολύ σκεπτικισμό η πληροφορία που μας δίνει ο Ευσέβιος (VC, 3.47) ότι ήταν ο Κωνσταντίνος που οδήγησε την Ελένη στο χριστιανισμό, κυρίως αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος, όσο κι αν προστάτεψε το Χριστιανισμό και σταμάτησε τους διωγμούς, ασπάστηκε τη νέα θρησκεία πολύ αργότερα στη ζωή του και βαπτίστηκε χριστιανός λίγο πριν το θάνατό του.

Στην αυτοκρατορική αυλή, η Ελένη πρέπει να κατείχε εξέχουσα θέση. Ήδη πριν το 324, ο Mέγας Κωνσταντίνος της είχε απονείμει τον τίτλο της Nobilissma Femina και έκοψε νομίσματα με τη μορφή της. Μετά το 324 κι αφού νίκησε τον αντίπαλό του Λικίνιο, την ονόμασε Αυγούστα. Ακόμη, στο Φόρο της Κωνσταντινούπολης, ύψωσε τις στήλες «Κωνσταντίνου και Ελένης». Της παραχώρησε το ανάκτορο στο Σεσσόριο του Λατερανού, όπου της έκτισε κι έναν ωραίο ναό. Εκεί η Ελένη ζούσε μια διακριτική ζωή, αφιερωμένη σε φιλανθρωπικά έργα και στη διάδοση της χριστιανικής διδασκαλίας. Υπέδειξε μάλιστα στο γιο της να ιδρύσει δημόσια πτωχοκομεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία (κατά παραχώρηση, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το σύγχρονο όρο «κρατική πρόνοια», του οποίου σκαπανέας φαίνεται ότι υπήρξε η Ελένη).

Το ταξίδι της στους Αγίους Τόπους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη θέση της όμως στην Ιστορία, η Ελένη την οφείλει στο ταξίδι της στην Παλαιστίνη και τις υπόλοιπες ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.) πληροφορήθηκε για την κατάσταση που επικρατούσε στους Αγίους Τόπους και προς το τέλος του 326 μ.Χ. αναχώρησε για την Ιερουσαλήμ, με σκοπό να φέρει στο φως τα διάφορα μέρη στα οποία έζησε και δίδαξε ο Χριστός.

Στο διάστημα αυτό (δηλαδή από την Α΄Οικουμενική Σύνοδο μέχρι και την αναχώρησή της), έζησε τα γεγονότα του θανάτου του εγγονού της καίσαρα Κρίσπου, μεγαλύτερου γιου του Μ. Κωνσταντίνου, καθώς και της συζύγου του Φαύστας, μητριάς του Κρίσπου, που έπεσαν θύματα δολοφονίας για λόγους που παραμένουν σκοτεινοί. Μολονότι δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο, σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό, Βίκτωρα Σέξτο Αυρήλιο (Caes. 41.11-12), η εκτέλεση του Κρίσπου, έγινε κατά διαταγή του πατέρα του, Μεγάλου Κωνσταντίνου. Καθώς η Ελένη επέκρινε αυστηρότατα το γιο της για τη σκληρή πράξη του και τον ώθησε να ερευνήσει περαιτέρω τις κατηγορίες που ειπώθηκαν εις βάρος του Κρίσπου, ο Κωνσταντίνος, σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό, διέταξε την εκτέλεση και της γυναίκας του Φαύστας (πρβλ. τα λήμματα «Κρίσπος» και «Φαύστα»). Δεν είναι απολύτως βέβαιο αν η Ελένη ήταν στη Ρώμη, όταν εκτελέστηκε η Φαύστα ή είχε ήδη αναχωρήσει για τους Αγίους Τόπους. Πάντως, ένα κίνητρο ακόμη που της αποδίδεται για τη δύσκολη αυτή περιοδεία, είναι η συγχώρεση που ζητούσε από το Θεό για τις πράξεις του γιου της (πρέπει να είναι η μοναδική περίοδος που οι σχέσεις του Κωνσταντίνου και της μητέρας του διήλθαν κρίση, χωρίς όμως να άρει και την εύνοιά του από το πρόσωπό της).

Ο Ευσέβιος περιγράφει με λεπτομέρειες το ταξίδι της Ελένης (VC, 3.42-47). Το παρουσιάζει ως ένα ευλαβέστατο προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, κατά το οποίο η Ελένη επιδιδόταν σε πράξεις φιλανθρωπίας συντηρώντας ολόκληρες κοινότητες, ανεγείροντας ιδρύματα κοινής ωφελείας με αυτοκρατορικές επιχορηγήσεις και ιδρύοντας μονές. Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί όμως εκφράζουν ορισμένες επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα κίνητρα της Ελένης πήγαζαν αποκλειστικά από τη θερμή χριστιανική της πίστη. Είναι πιθανόν, το κύρος του μεγάλου Κωνσταντίνου να είχε κλονιστεί μετά από την υιοκτονία και συζυγοκτονία που είχε διαπράξει. Έτσι, σκοπός της Ελένης ίσως ήταν να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια των κατοίκων στις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας.

Μπορεί η απόφαση της Ελένης να οφείλεται σε όλους τους προαναφερθέντες λόγους. Το γεγονός όμως ότι σε τόσο μεγάλη ηλικία (πρέπει να ήταν περίπου 78 χρονών, όταν ξεκίνησε την περιοδεία της) ανέλαβε μία τόσο κοπιαστική αποστολή, καταδεικνύει μία γυναίκα με εξαιρετική δύναμη χαρακτήρα και ισχυρή θέληση.

Στη Βηθλεέμ και το Γολγοθά διεξήγαγε μεγάλες ανασκαφές, κατά τις οποίες βρέθηκαν οι τόποι της Γέννησης, της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού. Εκεί, αφού έδωσε εντολή να κατεδαφιστεί ο ναός της Αφροδίτης από το Γολγοθά, η Ελένη ανέγειρε με αυτοκρατορικές χορηγίες τους μεγαλοπρεπείς ναούς της Γέννησης (στη Βηθλεέμ) και της Ανάστασης (στο λόφο του Γολγοθά), που μέχρι σήμερα αποτελούν τα σημαντικότερα μνημεία του Χριστιανισμού.

Η Ελένη και η εύρεση του Τιμίου Σταυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεγάλη δόξα της Ελένης, μεταξύ προπάντων των χριστιανικών πληθυσμών, οφείλεται στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού [εκκρεμεί παραπομπή]. Οι ιστορικοί διατηρούν κάποιες επιφυλάξεις για το κατά πόσο η παράδοση αυτή αποτελεί ιστορικό γεγονός. Ο Ευσέβιος, παρόλο που δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για τα έργα της Ελένης στα Ιεροσόλυμα, δεν αναφέρει την ανακάλυψη του Τιμίου Σταυρού. Από τα γραπτά του αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχη Ιεροσολύμων, φαίνεται ξεκάθαρα ότι τεμάχιο του ιερού κειμηλίου βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα (Cat. 4.10, 10.19, 13.4 PG 33, 467ff, 685-687, 777) στα τέλη του 340. Ο ίδιος Πατριάρχης, μετά το 351, γράφει στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄, γιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ότι ο Σταυρός ανακαλύφθηκε στα χρόνια του Κωνσταντίνου, δεν αναφέρει όμως ποιος τον βρήκε (Ep. ad Const., 3 PG 33, 1168B). Ο Ρουφίνος είναι εκείνος, που στη δική του «Εκκλησιαστική Ιστορία», συνδέει την Ελένη με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού (Hist. Eccl 10, 7-8). Όπως και να έχει, τόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και η Καθολική έχουν εγκολπωθεί τη σχετική παράδοση, η οποία ήδη από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία (η Ελένη πέθανε στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα).

Ο θάνατός της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού ολοκλήρωσε το ταξίδι της στην Ανατολή, η Ελένη εγκαταστάθηκε στη Νικομήδεια. Εκεί απεβίωσε σε ηλικία 80 ετών έχοντας στο πλευρό της το γιο της Κωνσταντίνο, όπως μας πληροφορεί ο Ευσέβιος (VC, 3.46). Το γεγονός ότι από τις αρχές του 329 μ.Χ. σταματάει απότομα η κοπή νομισμάτων με τη μορφή της, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της επήλθε στα τέλη του 328 ή στις αρχές του 329. Ενταφιάστηκε με βασιλικές τιμές στη Ρώμη, στο μαυσωλείο της οδού Λαβικάνας. Αργότερα, το σώμα της μεταφέρθηκε στις κατακόμβες Πέτρου και Μαρκελλίνου. Η πορφυρή σαρκοφάγος που περιείχε το σκήνωμά της, σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού.

Η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία και ισαπόστολο. Η μνήμη της εορτάζεται από τους Ορθοδόξους, μαζί με το γιο της Κωνσταντίνο, στις 21 Μαΐου (την ίδια μέρα η μνήμη της εορτάζεται και από την Λουθηρανική εκκλησία), ενώ από τους Καθολικούς στις 18 Αυγούστου (η Καθολική Εκκλησία δεν έχει κατατάξει στους αγίους της το Μέγα Κωνσταντίνο).

Η αγία Ελένη στην τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγία Ελένη

Στην αγιογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ελένη απεικονίζεται με πολυτελή αυτοκρατορικά ενδύματα, μαζί με το Μέγα Κωνσταντίνο, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται ο Τίμιος Σταυρός. Λίγες είναι οι εικόνες, όπου έχει αγιογραφηθεί μόνο η αγία Ελένη. Από τις σπανιότερες, είναι μια φορητή εικόνα του 1500, όπου η αγία στέκεται δίπλα στον Εσταυρωμένο. Πιο πρόσφατα, τον 20ο αιώνα, εικόνα μόνο της αγίας Ελένης έχει αγιογραφήσει ο αγιορείτης μοναχός Μιχαήλ.

Στη δυτική τέχνη, η αγία Ελένη και πάλι παρουσιάζεται ντυμένη ως βασίλισσα, συνδέεται όμως μόνο με το Σταυρό και όχι και με τον Κωνσταντίνο. Από τους γνωστότερους πίνακες ζωγραφικής είναι «Το όραμα της αγίας Ελένης» του Πάολο Βερονέζε (Paolo Veronese), φιλοτεχνημένος στα 1528.

Η αγία Ελένη στην ελληνική λαϊκή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αγία Ελένη, λόγω της μεγάλης φιλανθρωπικής δράσης που ανέλαβε και του έργου που επιτέλεσε στους Αγίους Τόπους, είναι ιδιαίτερα αγαπητή μεταξύ των χριστιανών. Ο ελληνικός λαός έχει συνδέσει πλήθος παραδόσεις με το όνομά της. Μαζί με το γιο της Κωνσταντίνο, θεωρούνται προστάτες των προσκυνητών στους Αγίους Τόπους. «Με τη βοήθεια του αγίου Κωνσταντίνου να πάτε και με την ευχή της αγίας Ελένης να γυρίσετε» έλεγε ο μικρασιατικός Ελληνισμός.

Σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας, διηγούνται στις τοπικές τους ιστορίες ότι η Αγία πέρασε και ευλόγησε τα μέρη τους ιδρύοντας εκκλησίες είτε πηγαίνοντας προς τα Ιεροσόλυμα είτε επιστρέφοντας. Η Ρόδος, η Κάλυμνος, η Τήλος, το Καστελόριζο (όπου με τον άγιο Κωνσταντίνο είναι οι πολιούχοι του νησιού), η Νάξος, η Πάρος είναι μερικά μόνο από τα ελληνικά νησιά που επαίρονται ότι φιλοξένησαν την Ελένη.

Στην Πάρο, η Αγία Ελένη προσευχήθηκε να την αξιώσει η Παναγία να βρει το Σταυρό και έταξε να χτίσει ναό στο όνομά Της. Αργότερα, εκπλήρωσε το τάμα της και έχτισε το ναό που σήμερα επονομάζεται Παναγία η Εκατονταπυλιανή. Το σωζόμενο κτίσμα είναι έργο της εποχής του Ιουστινιανού, όμως κατά τις αναστηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν τη δεκαετία του 1960, με την επίβλεψη του ακαδημαϊκού Αναστάσιου Ορλάνδου, αποδείχτηκε ότι η παράδοση ήταν σωστή: του ιουστινιάνειου ναού προϋπήρχε μια ξυλόστεγη βασιλική της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Στην Ιερά Μονή Όρους Σινά, η αγία Ελένη ανέγειρε παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία και αμυντικό πύργο για την προστασία των μοναχών από επιθέσεις των νομάδων της περιοχής. Ο πύργος σώζεται μέχρι σήμερα και αποκαλείται «πύργος της αγίας Ελένης».

Τη μεγαλύτερη σύνδεση με την αγία Ελένη όμως διεκδικεί το μαρτυρικό νησί της Κύπρου. Σύμφωνα με το «Χρονικό» του Λεόντιου Μαχαιρά, στο χωριό Μαρί της Κύπρου αποβιβάστηκε η Ελένη, γι’ αυτό και ο ποταμός που υπάρχει εκεί ονομάστηκε Βασιλοπόταμος.

Η παράδοση λέει ότι η Κύπρος μαστιζόταν από πολλά χρόνια ανομβρίας. Η ξηρασία την είχε ερημώσει, οι κάτοικοι είχαν φύγει και όσοι απόμειναν βασανίζονταν από πείνα, δίψα κι από τα δηλητηριώδη φίδια που είχαν κατακλύσει το νησί. Η αγία Ελένη προσευχήθηκε και τότε άνοιξαν οι ουρανοί. Καταρρακτώδεις βροχές πότισαν τη διψασμένη γη και για πρώτη φορά, έπειτα από πάρα πολλά χρόνια, εμφανίστηκε ουράνιο τόξο στον ουρανό. Γι’ αυτό και το ουράνιο τόξο αποκαλείται από τον κυπριακό λαό «ζωνάρι της Αγίας-Ελένης».

Άλλη παράδοση της Κύπρου αναφέρει ότι η αγία Ελένη παγίδευσε σε ένα λάκκο 40 διαβόλους και από πάνω έχτισε ένα εκκλησάκι αφιερωμένο σε εκείνη και στον άγιο Κωνσταντίνο. Το λαό δε φαίνεται να απασχολεί το αντιφατικό στοιχείο ότι κανείς δε χτίζει εκκλησία αφιερωμένη στο όνομά του. Έτσι, οι διάβολοι παραμένουν εκεί μέχρι σήμερα, γιατί η χάρη της αγίας δεν τους αφήνει να φύγουν.

Στην Κύπρο, η αγία ίδρυσε σύμφωνα με την παράδοση τρία μοναστήρια: την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου, έπειτα από θεϊκή αποκάλυψη, όπου άφησε τμήμα του Τιμίου Σταυρού, το σταυρό του καλού ληστή και ένα από τα καρφιά της Σταύρωσης. Το μοναστήρι βρίσκεται 9 χλμ. δυτικά του δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού, σε υψόμετρο 750 μέτρων και όλο το βουνό ονομάστηκε Σταυροβούνι από το Τίμιο Ξύλο που φιλοξενείται σε αυτό. Το μοναστήρι προς τιμήν της Ελένης ονομάζεται και «Βασιλομονάστηρο».

Η δεύτερη μονή είναι η μονή Τιμίου Σταυρού Ομόδους λίγο έξω από το χωριό Όμοδος (ετυμολογείται από το λατινικό “Homodeus”, το σπίτι του Θεού). Η μονή υπήρχε ήδη όταν έφτασε στην Κύπρο η Ελένη, αλλά άφησε κομμάτι από τον ιερό Κάνναβο (το σχοινί με το οποίο είχαν δέσει το Χριστό πάνω στο Σταυρό) και έτσι συνδέθηκε με το όνομά της. Την πληροφορία αυτή μας δίνει ο χρονογράφος Κυπριανός και είναι η μόνη που έχουμε για το πρώτο χτίσιμο της μονής.

Τέλος, στη νότια πλευρά του όρους Πενταδάκτυλου βρίσκεται το παλαίφατο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος, που αποκαλείται και «Μονή της αγίας Ελένης».

Στον κυρίως ελλαδικό χώρο, το έθιμο το οποίο είναι κατεξοχήν συνδεδεμένο με εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμή της αγίας Ελένης (και του αγίου Κωνσταντίνου) είναι τα πασίγνωστα «Αναστενάρια». Επίκεντρο του εθίμου είναι το χωριό αγία Ελένη στις Σέρρες. Η κοινότητα παλιότερα ονομαζόταν Κακαράσκα. Στις 14-1-1927 μετονομάστηκε σε αγία Ελένη. Η πλειοψηφία των κατοίκων είναι απόγονοι προσφύγων. Κατέφυγαν στην περιοχή, έπειτα από τους τραγικούς διωγμούς της περιόδου 1914-1922, κατά τους οποίους διώχτηκαν βίαια από το χωριό Κωστί της Ανατολικής Θράκης. Οι πρόσφυγες έφεραν το έθιμο στη νέα τους πατρίδα και η παράδοσή τους το θέλει να συνδέεται με το εξής θαύμα: όταν οι Έλληνες διώκονταν από την Ανατολική Θράκη, το χωριό τους είχε πυρποληθεί και ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης είχε παραδοθεί στις φλόγες. Οι κάτοικοι ήθελαν πάρα πολύ να πάρουν από τη φλεγόμενη εκκλησία την εφέστια εικόνα των αγίων, να την έχουν για στήριγμα και βοήθεια στις δύσκολες στιγμές που τους περίμεναν, αλλά η μεγάλη φωτιά που κατέστρεφε το ναό τους απέτρεπε. Όμως, κάποιος τόλμησε να διακινδυνεύσει τη ζωή του και να εισέλθει στο ναό. Τότε, μέσα στις φλόγες που κατέστρεφαν τα ιερά κειμήλια, είδε τους δυο αγίους να τον σκεπάζουν με τους μανδύες τους, να τον καθοδηγούν μέσα από τους πυκνούς καπνούς στο σημείο που βρισκόταν η παλαίφατη εικόνα τους και να τον οδηγούν και πάλι έξω. Έτσι, ο άνθρωπος αυτός πέρασε μέσα από τη φωτιά με ασφάλεια και έβγαλε έξω την εικόνα, την οποία οι φλόγες δεν είχαν αγγίξει. Σε ανάμνηση λοιπόν αυτού του θαύματος, κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου, τελούνται τα Αναστενάρια. Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι η Εκκλησία αντιτάσσεται στο έθιμο αυτό, το οποίο στην πραγματικότητα σχετίζεται με πανάρχαιες διονυσιακές τελετές.

Ο μυρωδάτος και χιλιοτραγουδισμένος βασιλικός, το πολυαγαπημένο φυτό του ελληνικού λαού, συνδέεται με την Ελένη. Όταν η αγία είχε φτάσει στα Ιεροσόλυμα, δεν ήξερε πού να σκάψει για να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Καθώς βάδιζε προβληματισμένη, μύρισε ένα υπέροχο άρωμα. Ψάχνοντας να δει από πού προέρχεται η εξαίσια ευωδιά, εντόπισε ένα μέρος όπου ήταν γεμάτο από πράσινους θάμνους, αυτοί ήταν που μύριζαν τόσο όμορφα. Τότε κατάλαβε ότι έπρεπε να σκάψει σε αυτό το σημείο και εκεί, κάτω από τη ρίζα του εύοσμου φυτού βρήκε το Σταυρό του Χριστού. Από τότε το ταπεινό αυτό φυτό ονομάστηκε «βασιλικός», επειδή φύτρωσε στο σημείο που σταυρώθηκε ο «Βασιλιάς του κόσμου» και επειδή οδήγησε τη Βασίλισσα να βρει το ιερό κειμήλιο.

Γιατί η αγία Ελένη δε γιορτάζεται ποτέ μόνη της: Στα Πεζά Πεδιάδος, στην Κρήτη, τη Μεγάλη Παρασκευή οι γυναίκες τραγουδούν ένα αριστουργηματικό «Μοιρολόι» της Παναγιάς. Σε αυτό, τα δύο θεία πρόσωπα, η Παναγία και ο Χριστός, διεξάγουν ένα διάλογο, ο οποίος συγκλονίζει με την ανθρωπιά του. Όταν αντικρίζει το Γιο Της στο σταυρό, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ευαγγελική περικοπή ή σχετική πατερική διδαχή, η Παναγία θέλει απεγνωσμένα να αυτοκτονήσει. Όμως ο Εσταυρωμένος Την αποτρέπει από την απελπισμένη πράξη: Αν αυτοκτονήσει η Παναγία, το ίδιο θα πράττουν και οι υπόλοιπες απορφανεμένες μητέρες. Πρέπει να δείξει υπομονή και κουράγιο, για να αντλούν θάρρος και παρηγοριά και οι άλλες μάνες που στο πέρασμα των αιώνων θα χάνουν τα παιδιά τους. Έτσι, η Παναγία επιστρέφει σπίτι της και με τις γειτόνισσές της στρώνει το τραπέζι «της παρηγοριάς». Εκείνη τη στιγμή περνάει από το σπίτι και η αγία Ελένη: « Κι η Αγιά Ελένη πέρασε από το παραθύρι:/ - «Ποιος είδε γιον εις το Σταυρό και μάνα στο τραπέζι;»/ - Άψαλτη κι αλειτούργητη νά’σαι Αγιά Ελένη,/που δεν επαρηγόρησες τη μάνα την καημένη». Επειδή λοιπόν η Ελένη φάνηκε σκληρή και χλεύασε την Παναγία, τη στιγμή που Εκείνη θρηνούσε, δεν έχει εκκλησίες στο όνομά της, ούτε γιορτάζεται ποτέ μόνη της. Ο λαός και πάλι αδιαφορεί για το γεγονός ότι η αγία Ελένη έζησε περίπου 300 χρόνια μετά από τη Σταύρωση. Με ένα απλοϊκό και όμορφο συμβάν, θέλει να εξηγήσει το «αξιοπερίεργο» ότι μια αγία δεν έχει αποκλειστικά δική της γιορτή.

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα