Αβασγοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αβασγοί στο λιμάνι της Σαμσούντας το 1864

Οι Αβασγοί ήταν λαός εγκατεστημένος στην αρχαία Κολχίδα (κατά τον Αρριανό), κατ' αρχάς βορείως του ποταμού Φάσιδος.[1] Από αυτούς φαίνεται ότι κατάγονταν οι κάτοικοι της Βυζαντινής Αβαζίας, της σημερινής λεγόμενης Αμπχαζίας. Οι ίδιοι αποκαλούνται Αμπχαζέ, αποτελούν κλάδο της Καυκασίας φυλής και ομιλούν την Αμπχαζική γλώσσα.

Από την αρχαιότητα φέρονται εγκατεστημένοι δυτικά του Καυκάσου όπου και διεσπάρησαν στις ΝΑ. ακτές του Εύξεινου Πόντου ασχολούμενοι μέχρι σήμερα με την γεωργία, οινοποιία, κτηνοτροφία και μελισσοκομία. Στο πέρασμα των αιώνων διατήρησαν δική τους γλώσσα την οποία μιλούν και σήμερα χρησιμοποιώντας στο γραπτό λόγο την γεωργιανή, μόνον ως λόγια γλώσσα.

Την εθνολογική ονομασία Αμπχαζέ, εξελλήνισαν πρώτοι οι Βυζαντινοί όπως τουλάχιστον προκύπτει από τον Θεοφάνη τον Βυζάντιον, ιστορικό του 6ου αιώνα, που θεωρείται και ο πρώτος ιστοριογράφος που κάνει λόγο για τους λαούς της εποχής, αν και στη πραγματικότητα πρώτος είναι ο Αρριανός (1ος αιώνας) που τους αναφέρει ως Αβασκούς, κατοίκους της μυθικής Κολχίδας (Αρρ. Περίπλους Ευξείνου Πόντου, ΙΑ, 3).[1] Παρά ταύτα ο λαός αυτός είχε έλθει σε στενή επαφή με τους Έλληνες από την αρχαιότητα, και ιδίως με τους Μιλήσιους που είχαν ιδρύσει στη περιοχή τους πολλές εμπορικές πόλεις-αποικίες, όπως την Διοσκουριάδα, την Πιτυούντα και άλλες.

Γενικά, οι Αβασγοί διατήρησαν καλές σχέσεις με το ελληνικό στοιχείο και έμειναν ανεξάρτητοι μέχρι τον 1ο αιώνα (μ.Χ.) οπότε και υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους, διατηρώντας όμως μια κάποια αυτονομία μέχρι τον Αυτοκράτορα Αδριανό (2ος αιώνας) ο οποίος τους επέβαλε ηγεμόνα δικής του επιλογής ως όργανο της ρωμαϊκής εξουσίας. Από τον Διοκλητιανό και μετέπειτα, η χώρα τους χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας κακοποιών και επίσης των διωκομένων Χριστιανών, όπως τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο που εξορίσθηκε στην Πιτυούντα.

Οι Αβασγοί ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό κατά τον 6ο αιώνα. Ο Ιουστινιανός έκτισε στη Πιτυούντα τον πρώτο χριστιανικό ναό που διασώζεται μέχρι και σήμερα. Επί των ημερών του Αυτοκράτορα Ηρακλείου (7ος αιώνας), οι Αβασγοί μαζί με τους Λαζούς συγκρότησαν στράτευμα από 40.000 άνδρες και βοήθησαν το βυζαντινό αυτοκράτορα στην εκστρατεία του εναντίον των Περσών. Περί τα τέλη του 7ου αιώνα και στις αρχές του 8ου, οι Αβασγοί υποτάχθηκαν στους Άραβες αλλά δεν άργησαν να ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους με τη βοήθεια των Βυζαντινών και υπό δικούς τους ηγεμόνες. Η εξάπλωση, στη συνέχεια, των Χαζάρων και η βυζαντινοχαζαρική φιλία που επακολούθησε, φέρεται να αποδυνάμωσε εκείνη με τους Αβασγούς, με συνέπεια τελικά να υποταχθούν στους Γεωργιανούς (11ος αιώνας) και η χώρα τους διαμοιράσθηκε σε κλήρους που δωρήθηκαν στους νικητές.

Κατά την περίοδο των επιδρομών του Τζένγκις Χαν και του Ταμερλάνου κατά της Γεωργίας (15ος αιώνας), οι Αβασγοί επωφελούμενοι των γεγονότων αποτίναξαν το ζυγό των Γεωργιανών. Μετά όμως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη χώρα των Αβασγών και εγκατέστησαν ισχυρή φρουρά (στο Σουχούμ Καλέ, το Ρεντούτ Καλέ, κ.ά). Οι Οθωμανοί επέτρεψαν μεν στους Αβασγούς να διατηρούν τα ήθη και τα έθιμά τους, πλην όμως τους επέβαλαν στη συνέχεια τον Ισλαμισμό, θρησκεία την οποίαν διατηρούν μέχρι σήμερα.

Το 1825 οι Αβασγοί περιήλθαν στην εξουσία της Ρωσίας, διατηρώντας αρχικά δικούς τους τοπικούς ηγεμόνες και κάποιες ελευθερίες, τελικά όμως υποτάχθηκαν πλήρως το 1864. Από τότε άρχισαν αθρόες μεταναστεύσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ειδικότερα κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878, οπότε η περιοχή του Πόντου κατακλύστηκε από Αβασγούς.

Σήμερα οι Αβασγοί απαριθμούν 200.000 άτομα και αποτελούν αυτόνομη δημοκρατία (de jure) της Γεωργίας, την Αμπχαζία, στην οποία ζουν περί τις 150.000 από αυτούς.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σύμφωνα με την "Περί Βασιλείου τάξη" (εθιμοτυπία) ο Ηγεμόνας των Αβασγών έφερε τον επίσημο τίτλο του Εξουσιαστού ή Εξουσιοκράτορα στην ιεραρχία των χριστιανών ηγεμόνων, με επικεφαλής τον εκάστοτε Αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Πάπυρος Λαρούς

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τ.1ος, σ.29.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρους Μπριτάννικα" τ.1ος, σ.57.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρους, 1963" τ.1ος, σ.18.