Αβασγοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αβασγοί στο λιμάνι της Σαμσούντας το 1864

Με το όνομα Αβασγοί φέρονται στη Βυζαντινή ιστορία και μετέπειτα ιστορία ο λαός της αρχαίας Αβαζίας, της σημερινής λεγόμενης Αμπχαζίας. Οι ίδιοι αποκαλούνται Αμπχαζέ και αποτελούν κλάδο της της Καυκασίας φυλής. Μιλούν την Αμπχαζική γλώσσα.

Από την αρχαιότητα φέρονται εγκατεστημένοι δυτικά του Καυκάσου όπου και κατασπάρθηκαν στις ΝΑ. ακτές του Εύξεινου Πόντου ασχολούμενοι μέχρι σήμερα με την γεωργία, οινοποιία, κτηνοτροφία και μελισσοκομία. Στο πέρασμα των αιώνων διατήρησαν δική τους γλώσσα την οποία μιλούν και σήμερα χρησιμοποιώντας στο γραπτό λόγο την γεωργιανή ως λόγια γλώσσα. Την εθνολογική ονομασία των Αμπχαζέ την εξελλήνισαν πρώτοι σε "Αβασγούς" οι Βυζαντινοί όπως τουλάχιστον προκύπτει από τον Θεοφάνη τον Βυζάντιον, ιστορικός του 6ου αιώνα, που θεωρείται και ο πρώτος ιστοριογράφος που κάνει λόγο για τους λαούς της εποχής, αν και στη πραγματικότητα πρώτος είναι ο Αρριανός (1ος αιώνας) που τους αναφέρει ως Αβασκούς κατοίκους της μυθικής Κολχίδας. Παρά ταύτα ο λαός αυτός είχε έλθει σε στενή επαφή με τους Έλληνες από την αρχαιότητα, και ιδίως με τους Μιλήσιους που είχαν ιδρύσει στη περιοχή τους πολλές εμπορικές αποικίες - πόλεις, όπως την Διοσκουριάδα, την Πιτυούντα και άλλες.

Γενικά οι Αβασγοί διατήρησαν καλές σχέσεις με το ελληνικό στοιχείο και έμειναν ανεξάρτητοι μέχρι τον 1ο αιώνα (μ.Χ.) οπότε και υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους, διατηρώντας όμως μια κάποια αυτονομία μέχρι τον Αυτοκράτορα Αδριανό (2ος αιώνας) ο οποίος τους επέβαλε ηγεμόνα δικής του επιλογής ως όργανο της ρωμαϊκής εξουσίας. Από τον Διοκλητιανό και μετέπειτα η χώρα τους χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας κακοποιών και επίσης των διωκομένων Χριστιανών, όπως και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος που εξορίσθηκε στη Πιτυούντα.

Οι Αβασγοί ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό κατά τον 6ο αιώνα. Ο Ιουστινιανός έκτισε στη Πιτυούντα τον πρώτο χριστιανικό ναό που διασώζεται μέχρι και σήμερα. Επί των ημερών του Αυτοκράτορα Ηρακλείου (7ος αιώνας) οι Αβασγοί μαζί με τους Λαζούς αποτέλεσαν στράτευμα συγκροτούμενο από 40.000 άνδρες και βοήθησαν τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα στην εκστρατεία του εναντίον των Περσών. Περί τα τέλη του 7ου αιώνα και τις αρχές του 8ου οι Αβασγοί υποτάχθηκαν στους Άραβες αλλά δεν άργησαν όμως να επανεύρουν την ανεξαρτησία τους υπό δικούς τους ηγεμόνες με τη βοήθεια των Βυζαντινών. Η εξάπλωση στη συνέχεια των Χαζάρων και η μετέπειτα βυζαντινοχαζαρική φιλία φέρεται ν΄ αποδυνάμωσε εκείνη των Αβασγών με συνέπεια τελικά να υποταχθούν στους Γεωργιανούς (11ος αιώνας) και η Χώρα τους κατανεμήθηκε σε κλήρους που δωρήθηκαν στους νικητές.
Στη περίοδο των επιδρομών του Τζένγκις Χαν και του Ταμερλάνου κατά της Γεωργίας (15ος αιώνας) οι Αβασγοί επωφελούμενοι των γεγονότων αποτίναξαν το ζυγό των Γεωργιανών. Μετά όμως από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Χώρα τους και εγκατέστησαν εκεί ισχυρή φρουρά (στο Σουχούμ Καλέ, το Ρεντούτ Καλέ, κ.ά). Οι Οθωμανοί επέτρεψαν στους Αβασγούς αφενός μεν να διατηρούν τα ήθη και τα έθιμά τους πλην όμως τους επέβαλαν στη συνέχεια τον Ισλαμισμό, θρησκεία την οποίαν διατηρούν μέχρι σήμερα.

Το 1825 οι Αβασγοί περιήλθαν στην εξουσία της Ρωσίας διατηρώντας αρχικά δικούς τους τοπικούς ηγεμόνες και κάποιες ελευθερίες, τελικά όμως υποτάχθηκαν πλήρως το 1864. Από τότε άρχισαν αθρόες μεταναστεύσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ειδικότερα κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878 όπου τότε η περιοχή του Πόντου κατακλείσθηκε από Αβασγούς.

Σήμερα οι Αβασγοί συναριθμούνται σε 200.000 και αποτελούν αυτόνομη δημοκρατία (de jure) της Γεωργίας, την Αμπχαζία, στην οποία ζουν περί τις 150.000.

Σημειώσεις [Επεξεργασία]

Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σύμφωνα με την "Περί Βασιλείου τάξη" (εθιμοτυπία) ο Ηγεμόνας των Αβασγών έφερε τον επίσημο τίτλο του Εξουσιαστού ή Εξουσιοκράτορα στην ιεραρχία των χριστιανών ηγεμόνων με επικεφαλής τον εκάστοτε Αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Δείτε επίσης [Επεξεργασία]

Πηγές [Επεξεργασία]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τ.1ος, σ.29.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρους Μπριτάννικα" τ.1ος, σ.57.