Warner Bros. Records

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Warner Bros. Records
Κύρια εταιρεία Warner Music Group
Ίδρυση 19 Μαρτίου 1958, πριν 59 χρόνια (1958-03-19)
Ιδρυτής James Conkling[1]
Διανομέας
Είδος Διάφορα
Χώρα προέλευσης Η.Π.Α.
Τοποθεσία 3300 Warner Blvd., Μπέρμπανκ, 91505, Η.Π.Α.
Επίσημη ιστοσελίδα warnerbrosrecords.com

Η Warner Bros Records είναι δισκογραφική εταιρεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αποτελεί θεμέλιο της σημερινής Warner Music Group και τώρα λειτουργεί ως θυγατρική αυτής της εταιρείας. Η Records ιδρύθηκε στις 19 Μαρτίου 1958 ως το τμήμα ηχογράφησης ήχου του στούντιο Warner Bros.. Η σειρά των εταιρειών που έλεγχαν τη Warner Bros και τις θυγατρικές εταιρείες εξελίχθηκε μέσα από μια σειρά εταιρικών συγχωνεύσεων και εξαγορών από τις αρχές του 1960 έως τις αρχές του 2000. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η Warner Bros. Records από έναν μικρό ρόλο που είχε αναπτύχθηκε και έγινε μία από τις μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες παγκοσμίως.

Το 2003, τα μουσικά περιουσιακά στοιχεία πωλήθηκαν από την Time Warner, την τότε ιδιοκτήτρια της εταιρείας, και αγοράστηκαν από μια ιδιωτική ομάδα μετόχων. Η εταιρεία διαπραγματευόταν ως Warner Music Groups (WMG) πριν αγοραστεί από την Access Industries το 2011. Η WMG είναι η μικρότερη από τις τρεις μεγάλους διεθνείς μουσικούς ομίλους, και η πιο πρόσφατα εισηγμένη μουσική εταιρία από τις μεγάλες[2]. Διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας είναι ο Cameron Strang.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη της εποχής του βουβού κινηματογράφου, η Warner Bros. Pictures αποφάσισε να επεκταθεί στην μουσική παραγωγή και ηχογράφηση, προκειμένου να έχει πρόσβαση σε χαμηλού κόστους μουσική επένδυση για τις ταινίες της. Το 1928 το στούντιο απέκτησε πολλές μικρότερες εταιρείες μουσικών εκδόσεων-συμπεριλαμβανομένων και των M. Witmark & Sons, Remic Music,Harms Inc. και μέρος της New World Music Corp (NWMC), και συγχωνεύτηκαν για να σχηματίσουν την Music Publishers Holding Company. Αυτή η νέα εταιρεία είχε υπό τον έλεγχό της πολύτιμα πνευματικά δικαιώματα των προτύπων των Τζορτζ και Άιρα Γκέρσουιν και του Τζέρομ Κερν, και σύντομα είχε καθαρά κέρδη που άγγιζαν το ποσό των 2.000.000 δολαρίων ετησίως[3]. Το 1930 η MPHC πλήρωσε 28 εκατομμύρια δολάρια για την απόκτηση της Brunswick Records της οποίας η λίστα με τα ονόματα με τραγουδιστές και συνθέτες περιελάμβανε τους Ντιούκ Έλλινγκτον, Ρεντ Νίκολς, Νικ Λούκας, Αλ Τζόλσον, Earl Burtnett, Abe Lyman, Λιρόι Καρ, Tampa Red και Memphis Minnie, και αμέσως μετά την πώληση της στην Warner Bros., η εταιρεία υπέγραψε με τα ανερχόμενα αστέρια Μπινγκ Κρόσμπυ, The Mills Brothers, και The Boswell Sisters. Δυστυχώς για την Warner Bros., η ταυτόχρονη επίπτωση της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929 και η άνοδο του ραδιοφώνου έβλαψε την μουσική βιομηχανία, -οι πωλήσεις έπεσαν περίπου στο 90% από περισσότερα από 100 εκατομμύρια δίσκους το 1927 σε λιγότερο από 10 εκατομμύρια ως το 1932[4][5]-, και οι μεγάλες εταιρείες αναγκάστηκαν να μειώσουν τη τιμή του δίσκου από 75 στα 35 σεντς[6]. Τον Δεκέμβριο του 1931, η Warner Bros. «ξεφορτώθηκε» την Brunswick Records στην American Record Corporation (ARC) για ένα κλάσμα της πρώην αξίας της, σε μια συμφωνία μίσθωσης, η οποία δεν περιελάμβανε τις εγκαταστάσεις εγγραφής δίσκων της Brunswick. Τυπικά, η Warner διατήρησε την ιδιοκτησία της Brunswick, η οποία με την πώληση της ARC στο CBS το 1939 και την απόφασή τους να διακόψουν την δραστηριότητα της Brunswick, προκρίνοντας την αναβίωση Columbia Records, επανήλθε στην Warner Bros. Η Warner Bros. πούλησε για δεύτερη φορά την Brunswick (μαζί με τον κατάλογο δίσκων της ως το 1931), αυτή τη φορά μαζί με τις εγκαταστάσεις παραγωγής δίσκων, στην εταιρεία [[Decca Records|Decca] (που λειτούργησε στην Αμερική το 1934), με αντάλλαγμα οικονομικά δικαιώματα της Decca [7]. Το στούντιο έμεινε έξω από τη βιομηχανία παραγωγής δίσκων για περισσότερα από 25 χρόνια, περίοδο κατά την οποία ενοικίασε σε άλλες εταιρείες τη μουσική των ταινιών για την κυκλοφορήσουν ως άλμπουμ με σάουντρακ

Περίοδος 1958-1963: δημιουργία και πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Warner Bros. επανήλθε βιομηχανία παραγωγής δίσκων το 1958, με τη δημιουργία του δικού της τμήματος ηχογράφησης, την Warner Bros. Records. Μέχρι εκείνη την περίοδο ήδη η κυριαρχία των καθιερωμένα στούντιο του Χόλυγουντ κλονιζόταν από πολλές προκλήσεις, η πιο σημαντική από τις οποίες ήταν η εμφάνιση της τηλεόρασης στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Ακόμη, αλλαγές στους νόμους είχαν σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις τους-αγωγές που έκαναν μεγάλα αστέρια είχαν αποτελεσματικά ανατρέψει μέχρι τα τέλη του 1940 το παλιό σύστημα με τις συμφωνίες. Η Warner Bros. Pictures πούλησε ένα μεγάλο μέρος των ταινιών της το 1948 (αν και η ειρωνεία είναι ότι η απόκτηση από την Time Warner της Turner Broadcasting σήμαινε την επιστροφή του μεγαλύτερου μέρους στην Warner ).

Το 1956 ο Χάρυ Γουόρνερ (Harry Warner) και ο Άλμπερτ Γουόρνερ (Albert Warner) πούλησαν το μερίδιό τους και η εταιρεία απαρτίστηκε από καινούρια μέλη τα οποία ήταν υπέρ μιας ανανεωμένης επέκτασης στον χώρο της μουσικής- ο Τσαρλς Άλλεν (Charles Allen) της επενδυτικής τράπεζας Charles Allen & Company, ο Σερζ Σεμενένκο (Serge Semenenko) της Πρώτης Εθνικής Τράπεζας της Βοστώνης και ο επενδυτής ο Ντέϊβιντ Μπαϊρντ (David Baird). Ο Σεμενένκο συγκεκριμένα είχε ένα ιδιαίτερο επαγγελματικό ενδιαφέρον στον τομέα της ψυχαγωγίας και προσπάθησε να ωθήσει τον Τζακ Γουόρνερ στο θέμα της δημιουργίας μίας "εσωτερικής" εταιρείας για ηχογραφήσεις. Με τις επιχειρήσεις στο τμήμα της ηχογράφησης να ανθούν- οι πωλήσεις έφτασαν πάνω από 500 εκατομμύρια δολάρια από το 1958-ο Σεμενένκο διαφωνούσε με την Warner Bros. και πίστευε πως ήταν ανόητο να κάνουν συμφωνίες με άλλες εταιρείες για κυκλοφορία των soundtracks, όταν για το λιγότερο κόστος από μια μια ταινίας, θα μπορούσαν να ιδρύσουν την δική τους εταιρεία, δημιουργώντας μια νέα ροή εσόδων που θα μπορούσε να συνεχιστεί επ' αόριστον και να παρέχουν ένα επιπλέον μέσο για την αξιοποίηση και την προώθηση των συμβολαίων των ηθοποιών[8].

Μια άλλη ώθηση για την δημιουργία της εταιρείας αποτελούσε η σύντομη μουσική καριέρα του ηθοποιού της Warner bros. Ταμπ Χάντερ (Tab Hunter). Αν και ο Χάντερ υπέγραψε ένα αποκλειστικό συμβόλαιο υποκριτικής με το στούντιο δεν τον εμπόδισε να υπογράψει και ένα συμβόλαιο για να ηχογραφεί τραγούδια, το οποίο και πραγματοποίησε με την Dot Records, που τότε ανήκε στην Paramount Pictures. Ο Χάντερ σημείωσε πολλές επιτυχίες για την Dot, περιλαμβανομένου του νούμερο 1 single στην Αμερική "Young Love" (1957), αλλά προς λύπη της Warner Bros., οι δημοσιογράφοι έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον για το τραγούδι παρά για την τελευταία ταινία του με την Warner Bros. Το 1958 ο ηθοποιός και τραγουδιστής ήταν ο πρώτος που υπέγραψε με το στούντιο για το πρόσφατο τμήμα που είχε σχηματιστεί για τις ηχογραφήσεις, αν και οι επόμενες ηχογραφήσεις του δεν κατάφερε να φτάσει τις επιτυχίες που είχε κάνει με την Dot[9].

Το 1956,η Warner Bros. συμφώνησε να αγοράσει την Imperial Records, και αν και η συμφωνία κατέρρευσε, αυτό σήμανε το σπάσιμο ενός ψυχολογικού φράγματος: αν η εταιρεία ήταν πρόθυμη να αγοράσει μια άλλη, γιατί να μην ξεκινούσε με την δικιά της; Για την δημιουργία αυτής της εταιρείας, η Warner Bros. προσέβαλε τον πρώην πρόεδρο της Columbia Records τον Τζειμς Κόκλινγκ (James B. Conkling): τα ιδρυτικά στελέχη του καλλιτεχνικού τμήματος ήταν οι Χάρις Άσμπουρν (Harris Ashburn), Τζορτζ Αβακιάν (George Avakian) και ο Μπομπ Πρινς (Bob Prince) [9]. Ο Κόκλινγκ υπήρξε ένα ικανό στέλεχος με μεγάλη εμπειρία στον κλάδο — είχε συμβάλει στην έναρξη της μορφής LP στην Columbia και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση της National Academy of Recording Arts and Sciences τον προηγούμενο χρόνο[10]. Ωστόσο, ο Κόνκλινγκ είχε μουσικά γούστα που δεν συμφωνούσαν με τις νέες τάσεις στον κλάδο και ειδικότερα γρήγορα αναπτυσσόμενη αγορά της ροκ εντ ρολ μουσικής[11].

Η Warner Bros. Records ξεκίνησε τις επιχειρήσεις της στις 19 Μαρτίου του 1958 και το επίσημο γραφείο της βρισκόταν 3701 Warner Boulevard στο Burbank, της Καλιφόρνια[12]. Στις πρώτες κυκλοφορίες άλμπουμ (1958-1960), η εταιρεία είχε ως στόχο να τα πουλήσει στο τότε επικρατέστερο κοινό και πήρε την απόφαση (που ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχής) να ηχογραφεί στερεοφωνικούς δίσκους (LPs) που στόχευε στο νέο "hi-fi" marketing. Εκείνος ο κατάλογος περιελάμβανε:

  • φωνητικά άλμπουμ καλλιτεχνών που είχαν υπογράψει με τη Warner όπως ο Tab Hunter, Edd Byrnes, Connie Stevens, Jack Webb και ο William Holden
  • καινοτόμα/κωμικά άλμπουμ από καλλιτέχνες όπως ο Spike Jones και ο Bob Newhart
  • σάουντρακ από ταινίες και συλλογές από ταινίες και θέματα της τηλεόρασης
  • 'middle of the road' μουσικά άλμπουμς από καλλιτέχνες όπως ο Matty Matlock, Buddy Cole, Henry Mancini, George Greeley, Warren Barker

Μερικά άλμπουμ όπως τα:

  • Music for People με 3.98 δολάρια (συν τον φόρο αν υπάρχει),
  • Terribly Sophisticated Songs: A Collection of Unpopular Songs for Popular People,
  • Songs the Kids Brought Home from Camp
  • Don't Put Your Empties on the Piano and
  • But You've Never Heard Gershwin With Bongos.

Σχεδόν όλες ήταν εμπορικές αποτυχίες[13], και το μόνο άλμπουμ της Warner Bros. στα δύο πρώτα χρόνια της, που είχε επιτυχία ήταν το άλμπουμ του Warren Barker το οποίο έφτασε το νούμερο 3 των charts το 1959[14]. Ακόμη ένα τραγούδι ήταν το "Jealous Heart" του Tab Hunter που έφτασε το νούμερο 62, και ήταν το μόνο single της Warner στα charts εκείνη τη χρονιά[15].

Τα σινγκλς της Warner Bros. είχαν μία διακριτική κόκκινη ετικέτα με τον λογότυπο WB στο πλάι και μια σειρά από διαφορετικού χρώματος βέλη που περικύκλωναν και έδειχναν την τρύπα στο κέντρο. Η πρώτη επιτυχία ήταν το "Kookie, Kookie (Lend Me Your Comb)" που έφτασε το νούμερο 4 στο Billboard Hot 100. Εκτελέστηκε από τον ηθοποιό, που είχε συμβόλαιο με την Warner Bros.,τον Edd Byrnes που υποδύθηκε τον χαρακτήρα Gerald Lloyd "Kookie" Kookson στην τηλεοπτική σειρά III της Warner 77 Sunset Strip. Η ιστορία που κρύβεται πίσω από τις ηχογραφήσεις απεικονίζει τις αθέμιτες πρακτικές που χρησιμοποιούσαν συχνά οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Η ηθοποιός και τραγουδίστρια Connie Stevens (που εμφανίστηκε στην τηλεοπτική σειρά της Warner Hawaiian Eye) τραγούδησε το τραγούδι της χορωδίας, αλλά αν και σύμφωνα με το δισκογραφικό συμβόλαιό δικαιούταν 5 τοις εκατό των πνευματικών δικαιωμάτων, η εταιρεία αυθαίρετα όρισε την συμμετοχή της ως χάρη στον Byrnes, και της απέδωσε μόνο το 1 τοις εκατό των δικαιωμάτων του τραγουδιού, παρά το γεγονός ότι ίδια σύντομα ανακάλυψε, το όνομά της αναγραφόταν εμφανώς στην ετικέτα του δίσκου. Η Warner επίσης την επιβάρυνε και της ζητούσε να μοιράσει το μερίδιο του κόστους, τα οποία θα αντισταθμιζόταν με τα, μειωμένα, δικαιώματά της. Όταν η Stevens πέτυχε τη δικιά της επιτυχία με το "Sixteen Reasons" το 1960, η Warner Bros. αρνήθηκε να την αφήσει να το ερμηνεύσει στο Hawaiian Eye, γιατί δεν είχε κυκλοφορήσει από την MPHC, και ακόμα την εμπόδισαν από το να τραγουδήσει στο The Ed Sullivan Show, στερώντας της ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο την προώθηση διεθνώς του τραγουδιού (και από μια αμοιβή 5.000 δολαρίων για την εμφάνιση που θα έκανε) [16].

Συγκροτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τραγουδιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Warner_Bros._Records της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Pillet, Danielle (16 April 1998). «James B. Conkling, dead at 83». http://variety.com/1998/music/news/james-b-conkling-dead-at-83-1117469816/. 
  2. «Warner Music Group - Overview». Wmg.com. 2011-02-14. http://www.wmg.com/. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  3. Fred Goodman, The Mansion on the Hill: Dylan, Young, Geffen, Springsteen and the Head-on Collision of Rock and Commerce (Jonathon Cape, London, 1997, (ISBN 0-224-05062-1)), p.44
  4. Goodman, 1997, pp.43-44
  5. «Music Industry». Answers.com. http://www.answers.com/topic/music-industry. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  6. «High Beam Business - Record and Prerecorded Tape Stores - Industry Report: Companies in this industry». Business.highbeam.com. http://business.highbeam.com/industry-reports/retail/record-prerecorded-tape-stores. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  7. Billboard. Google Books. 1954-08-28. https://books.google.com/books?id=liEEAAAAMBAJ&pg=PA14&dq=Decca+Brunswick+Warner&cd=5#v=onepage&q=Decca%20Brunswick%20Warner&f=false. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  8. Goodman, 1997, p.44-45
  9. 9,0 9,1 «David Edwards, Patrice Eyries, and Mike Callahan (2004) - Warner Bros. Records Story». Bsnpubs.com. http://www.bsnpubs.com/warner/warnerstory.html. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  10. «Jon Pareles, James Conkling obituary, ''New York Times'', 17 April 1998». Nytimes.com. 1998-04-17. https://www.nytimes.com/1998/04/17/arts/james-conkling-83-executive-who-helped-begin-grammys.html. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  11. Goodman, 1997, p.45
  12. «FAQ». Warner Bros. Records. http://www.warnerbrosrecords.com/faq. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  13. Goodman, 1997, p.45-46
  14. «Warner Bros. album Discography Part 1». Bsnpubs.com. 2007-08-12. http://www.bsnpubs.com/warner/warner/warner1200.html. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  15. «Edwards'' et al'', 2004». Bsnpubs.com. http://www.bsnpubs.com/warner/warnerstory.html. Ανακτήθηκε στις 2011-02-20. 
  16. Goodman, 1997, p.46