Drum and bass

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Drum and Bass
Καταγωγή: Oldschool jungle, techno, breakbeat hardcore, darkcore, industrial, ηλεκτρονικό rock, electronica, μουσική house breakbeat
Τόπος γέννησης: Αρχές/μέσα δεκαετίας 1990· Μπρίστολ και Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο
Μουσικά όργανα: synthsizer, drum machine, ντραμς, πλήκτρα, sampler, υπολογιστής, digital audio workstation
Συναφή Είδη: Breakcore, digital hardcore, raggacore, technoid
Είδη
Darkstep, hardstep, atmospheric, drumfunk, funkstep, jazzstep, dancefloor, jump up, drumstep, liquid funk, neurofunk, techstep, intelligent jungle/drum and bass, sambass

Η drum and bass (γνωστή και ως drum 'n’ bass, drum & bass ή, εν συντομία, D&Β, DnB και D'n'B) είναι ένα είδος ηλεκτρονικής μουσικής που αναδείχτηκε στην Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 1990.[1] Η μουσική drum and bass στο σύνολό της χαρακτηρίζεται από γρήγορους ρυθμικούς χτύπους (κατ’ εξοχήν 160-180 χτύπους ανά λεπτό),[2] με ισχυρά μπάσα και υπο-μπάσα.[3] Μαζί με την dubstep, συγκαταλέγεται στην υποκατηγορία bass music της ηλεκτρονικής μουσικής.

Ο ήχος της drum and bass, εξαιτίας των εξαιρετικά χαμηλών συχνοτήτων του, απαιτεί πανίσχυρα ηχοσυστήματα για την πλήρη αναπαραγωγή του. Το μπάσο μαζί με τα ντραμς αποτελούν τα κυριότερα στοιχεία του είδους. Κατά την παραγωγή drum and bass κομματιών, η δομή τους διαμορφώνεται έτσι από τους καλλιτέχνες, ώστε η μουσική να επικεντρώνεται κατά πολύ περισσότερο σε αυτά τα δύο μουσικά στοιχεία σε σύγκριση με άλλα ηλεκτρονικά χορευτικά είδη μουσικής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990, η τάση για διασκέδαση στα κλαμπ (γνωστά αργότερα ως raves) αποτέλεσε αφορμή για τη διαμόρφωση ενός καινούριου στυλ στην ηλεκτρονική μουσική, τη λεγόμενη rave music. Η rave μουσική έτεινε να συντίθεται από φιλικές μελωδίες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα ελκυστικές στο ευρύτερο κοινό. Σύντομα όμως, υιοθέτησε ισχυρότερα μπάσα και άρχισε να χαρακτηρίζεται από ένα πολύ υψηλότερο tempo σε σύγκριση με εκείνο της καθιερωμένης house μουσικής, γεγονός που την έκανε να ξεχωρίσει στη νεολαία. Η μουσική αυτή ήταν γνωστή με το όνομα hardcore, εξαιτίας των σκληρότερων ήχων της σε σχέση με άλλα στυλ ηλεκτρονικής μουσικής, όμως στη συνέχεια, το 1991 επικράτησε και ο όρος jungle techno, λόγω των έντονων στοιχείων τζαμαϊκανής μουσικής που χρησιμοποιήθηκαν από μερικούς καλλιτέχνες, με πρωτοπόρο τον Jack Smooth, ο οποίος επηρεάστηκε από την reggae και την ragga hip hop. Αργότερα, ο όρος απλοποιήθηκε και γινόταν πια αναφορά στην jungle, η οποία αναγνωρίστηκε ως ένα ξεχωριστό είδος μουσικής, ιδιαίτερα δημοφιλές στα raves και στους πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της Βρετανίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σ’ αυτό το χρονικό διάστημα η μουσική rave εξελισσόταν με ταχύτατο ρυθμό, καθώς οι καλλιτέχνες πειραματίζονταν συνεχώς με νέους ήχους. Ο επαγγελματίας παραγωγός και DJ C.K. σημειώνει χαρακτηριστικά πως αυτό το φαινόμενο μπορούσε να το παρατηρήσει “όποιος αγόραζε βινύλια κάθε εβδομάδα από το 1989 έως το 1992”.

Από το 1994 η jungle είχε πια αρχίσει να αποκτάει ιδιαίτερη φήμη και το κοινό της (γνωστοί ως junglists) άρχισε να αποτελεί αναγνωρίσιμο κομμάτι της κουλτούρας της νεολαίας. Το είδος συνέχισε να εξελίσσεται και οι καλλιτέχνες δεν σταμάτησαν να πειραματίζονται, καθώς συγχώνευαν στη μουσική τους στοιχεία από μια τεράστια ποικιλία υπαρχόντων μουσικών ειδών, όπως τους ήχους της raggamuffin και της dancehall, δημιουργώντας όλο και πολυπλοκότερα μοτίβα, έχοντας κατά κανόνα ως πρότυπο το Amen break. Αξίζει να σημειωθεί πως, όντας βαθύτατα επηρεασμένη από την αγγλική hip hop σκηνή, η κουλτούρα της jungle πολύ σύντομα γνώρισε την ενσωμάτωση των MCs, η οποία έμελλε να την ενισχύσει ακόμα περισσότερο. Παράλληλα με τη σύνδεση που είχε η rave σκηνή με την έκσταση και άλλα ναρκωτικά, η jungle κληρονόμησε επίσης κάποιες σχέσεις με τη βία και την εγκληματικότητα, όπως ακριβώς η hip hop σκηνή καλλιεργούσε σχέσεις με την κουλτούρα των συμμοριών. Ως αποτέλεσμα, πολλοί παραγωγοί εκφράστηκαν με έναν σαφώς επιθετικότερο και σκληρότερο ήχο, ενώ δεν έλειπαν τα θέματα που αφορούσαν τον τρόπο ζωής των παράνομων. Η jungle, όντας ένα είδος μουσικής χωρίς στίχους (άμα εξαιρέσουμε τους MCs), μετέφερε το κλίμα και τις προθέσεις της μέσα από την επιλογή των ήχων της, γνωστοί στους παραγωγούς ως samples (δείγματα). Ωστόσο, αυτή η κακή φήμη επρόκειτο να μείνει στο παρασκήνιο, καθώς καλυπτόταν από τη θετική φήμη της μουσικής ως κομμάτι της ευρύτερης rave σκηνής και της dancehall. Από το 1995, είτε ως αντίδραση στο φαινόμενο αυτό ή ανεξάρτητα από αυτόν τον πολιτισμικό σχισμό, μερικοί παραγωγοί jungle απομακρύνθηκαν από αυτό το στυλ που είχε ρίζες στην τζαμαϊκανή μουσική και διαμόρφωσαν αυτό που ονομάστηκε -πιθανότατα για λόγους ευκολίας στην αναφορά, αλλά και λόγω της γενικότερης έμφασης στα δύο μουσικά στοιχεία- drum and bass.[4]

Καθώς το είδος προόδευε όσον αφορά τις τεχνικές παραγωγής του αλλά ταυτόχρονα γινόταν όλο και πιο δημοφιλές, το 1995-1996 άρχισε να γίνεται γενικότερα αποδεκτό από την κοινωνία και να επεκτείνεται σε μεγάλους εμπορικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, ξεφεύγοντας από τους παράνομους πειρατικούς. Η drum and bass αποτελούσε πια ένα μεγάλο μουσικό ρεύμα, ενώ άρχιζαν ήδη να διαμορφώνονται οι πρώτες υποκατηγορίες, όπως η jump up. Ιδιαίτερα δημοφιλές εκείνη την περίοδο ήταν ένα ελαφρύτερο στυλ της drum and bass, το οποίο ήταν συχνά επηρεασμένο από την jazz μουσική. Συγχρόνως όμως, το 1996-1997 σχηματίζεται ένα νέο στυλ, η techstep, έντονα επηρεασμένο από την techno και τα ηχοτοπία ταινιών επιστημονικής φαντασίας.

Παράλληλα με τη φήμη που αποκτούσε η drum and bass και όντας στην εμπορική της ακμή, αναδύονταν και άλλα στυλ ηλεκτρονικής μουσικής, όπως η big beat και η hard house. Κοντά στο τέλος της χιλιετίας η drum and bass έμελλε να καλυφθεί προσωρινά από τη σκιά ενός νέου στυλ ηλεκτρονικής μουσικής, γνωστό ως UK garage ή speed garage, καθώς σημείωσε αρκετές εμπορικές επιτυχίες. Η speed garage είχε αρκετές ομοιότητες ως προς τη δομή σε σχέση με την drum and bass, όμως ακολουθώντας τις καθιερωμένες συμβάσεις της μουσικής house και όντας ένα ρεύμα εντελώς φρέσκο, κατάφερε να επιβληθεί εμπορικά.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες που υπήρχαν και παρά την απαισιοδοξία αρκετών όσον αφορά το μέλλον του είδους, η drum and bass συνέχισε αδιάκοπα την εξέλιξη του ήχου της, χάρη στη συνεχή υποστήριξη του κοινού, αλλά και χάρη στη διαμόρφωση άλλων στυλ, κυρίως εκείνο της liquid funk ή liquid drum and bass, το οποίο έμελλε να έχει τεράστιες εμπορικές επιτυχίες, αναζωογονώντας σε μεγάλο βαθμό το είδος. Σήμερα, η drum and bass κάνει συχνές εμφανίσεις σε δημοφιλείς υπηρεσίες στο διαδίκτυο, στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, ενώ αποτελεί σημείο αναφοράς σε μεταγενέστερα είδη μουσικής, όπως η grime και η dubstep. Τεράστια βοήθεια προσέφεραν πετυχημένοι καλλιτέχνες στην παγκόσμια προώθηση του είδους, όπως οι Αυστραλοί Pendulum, οι Άγγλοι Chase & Status, και ο Βέλγος Netsky.

Μουσικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η drum and bass ενσωματώνει μια τεράστια ποικιλία ήχων και στυλ από πολλές σκηνές, από τους βαθύτατα ηλεκτρονικούς, industrial ήχους της techstep, μέχρι τη χρήση συμβατικών, κλασσικών οργάνων, κλίνοντας προς την jazz και τη funk μουσική.[3][5] Οι ήχοι της drum and bass είναι εξαιρετικά ποικίλοι χάρη στις συνεχείς επιρροές των καλλιτεχνών.

Η drum and bass θα μπορούσε να οριστεί κάποτε ως ένα απόλυτα ηλεκτρονικό είδος μουσικής, καθώς ο μόνος τρόπος που μπορούσε να εκτελεστεί ζωντανά ήταν το DJing, όμως ζωντανές συναυλίες του είδους πραγματοποιήθηκαν καθοδόν.

Τα ντραμς και τα μπάσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος δίνει μεγάλη σημασία στο μπάσο (γνωστό ως “bass line”) το οποίο μπορεί να γίνει αισθητό μέσα από ισχυρά ηχοσυστήματα. Οι παραγωγοί, στην προσπάθειά τους να βρουν τον δικό τους χαρακτηριστικό ήχο, συνήθιζαν να εξερευνούν και να δοκιμάζουν διαφορετικά ηχοχρώματα όσον αφορά τα μπάσα που χρησιμοποιούσαν, ειδικά στην techstep, που ήταν κατ’ εξοχήν ένα είδος που προέκυψε από πειραματισμούς. Κατά την εξέλιξη του είδους, αρκετοί τύποι μπάσων άρχισαν να αποκτούν ιδιαίτερη φήμη, όπως για παράδειγμα το “Reese", το οποίο χρησιμοποιείται ακόμα και στις μέρες μας. Τα μπάσα των παραγωγών προέρχονταν κατά κύριο λόγο από samples ή synthesizers. Τα μουσικά όργανα μπάσα, είτε αυτά ήταν ακουστικά, ηλεκτρικά ή κοντραμπάσα, χρησιμοποιούνταν από συγκροτήματα όπως τους Shapeshifter, Squarepusher, Roni Size και STS9.

Από την άλλη πλευρά, η πολύπλοκη συγκοπή των ντραμς μοτίβων είναι μια άλλη πτυχή της παραγωγής, στο οποίο οι καλλιτέχνες μπορούν να αφιερώσουν πολλές ώρες μέχρι να φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Το πιο κλασσικό παράδειγμα αποτελεί το Amen break, το οποίο θεωρείται συνώνυμο των πρώτων κομματιών του είδους, ενώ επίσης είναι το πιο πολυχρησιμοποιημένο μοτίβο ντραμς. Αξίζει να αναφερθούν και άλλα breaks τα οποία είχαν ιδιαίτερη επίδραση στην drum and bass, όπως το Apache, Funky Drummer, “Soul Pride”, “Scorpio” και το “Think (About It)”.

Ωστόσο οι παραγωγοί δεν περιορίζονταν στη χρήση ενός μόνο break, αλλά αντίθετα συνήθιζαν να πειραματίζονται με δύο ή και τρία samples, συγχέοντάς τα, κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το “Your Sound” του J Majik.

Οι σχετικά γρήγοροι ρυθμοί στη μουσική drum and bass δίνουν τη δυνατότητα στον παραγωγό να δημιουργήσει ήχους που είναι ελκυστικοί σχεδόν σε κάθε γούστο και αποτελούν μόνο το παρασκήνιο σε σχέση με τα άλλα στοιχεία της μουσικής. Τα συγκεκομμένα breakbeats παραμένουν το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του είδους, καθώς χωρίς αυτά οποιοδήποτε χορευτικό κομμάτι σε tempo 120 χτύπων ανά λεπτό θα οριζόταν ως techno ή hardcore.

Ρυθμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η drum and bass κυμαίνεται στους 160-180 χτύπους ανά λεπτό, σε αντίθεση με άλλα breakbeat-βασιζόμενα στυλ χορευτικής μουσικής, όπως το nu school breaks, το οποίο διατηρεί τους 130-140 χτύπους ανά λεπτό. Κατά την εξέλιξη της drum and bass έχει παρατηρηθεί μια γενικότερη τάση για επιτάχυνση του ρυθμού. Στα πρώτα βήματα του είδους, η drum and bass κυμαινόταν στους 130 χτύπους ανά λεπτό γύρω στο 1990-1991, αργότερα το 1993 επιταχύνεται στους 155-165 χτύπους ανά λεπτό, ενώ από το 1996 έως και σήμερα διατηρείται στους 170-180 χτύπους ανά λεπτό.

Επιρροές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα αρχικά στάδια διαμόρφωσης του ήχου της jungle και της drum and bass πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε η τζαμαϊκανής καταγωγής dub και reggae, χάρη στους King Rubby, Peter Tosh, Sly & Robbie, Bill Laswell, Lee Perry, Mad Professor, Roots Radics, Bob Marley και Buju Banton. Η επιρροή αυτή είναι εν μέρει αισθητή και σήμερα, καθώς σε πολλά κομμάτια περιλαμβάνονται ragga στίχοι.

Ως ένα μουσικό είδος το οποίο βασίστηκε στη funk και σε συγκεκομμένα rock and roll ντραμς μοτίβα, ο James Brown, Al Green, Marvin Gaye, Εlla Fitzgerald, Gladys Knight & The Pips, Billie Holiday, Aretha Franklin, Otis Redding, The Supremes, The Commodores, Jerry Lee Lewis ή ακόμα και ο Michael Jackson είναι όλοι funk επιρροές στη μουσική. Ο πρωτοπόρος της jazz Miles Davis έχει αναφερθεί ως πιθανή επιρροή. Καλλιτέχνες της blues, όπως ο Lead Belly, Robert Johnson, Charlie Patton, Muddy Waters και B.B King έχουν επίσης επισημανθεί από παραγωγούς ως πηγές έμπνευσης. Παρ’ όλα αυτά, μία από τις πιο σημαντικές, αν όχι η σημαντικότερη επιρροή στο είδος αποτέλεσε το “Amen Brother” από τους The Winstons, το οποίο περιέχει ένα ντραμ σολο που έκτοτε έγινε γνωστό ως το Amen break. To Amen break, αφού χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στη hip hop, έμελλε να γίνει το μοντέλο για τους ρυθμούς που χρησιμοποιήθηκαν στην drum and bass.

Επιπρόσθετα, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Kevin Saunderson έκδωσε το Reese/The Reese Project, μια σειρά από μινιμαλιστικούς techno ήχους με ισχυρά μπάσα, οι οποίοι αποτέλεσαν τεράστια επιρροή στην drum and bass. Ένα από τα δημοφιλέστερα κομμάτια του (Reese – “Just Want Another Chance”, Incognito Records, 1988) χρησιμοποιήθηκε ως sample (το οποίο στη συνέχεια έγινε γνωστό ως το μπάσο "Reese") σε αναρίθμητες drum and bass παραγωγές. Ένας άλλος σημαντικός καλλιτέχνης είναι ο Carl Craig, του οποίου το jazz ντραμς μοτίβο στο κομμάτι του “Bug in the Bassbin” επηρέασε επίσης τον επερχόμενο ήχο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η εκτεταμένη χρήση breakbeat στη hip hop επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την breakbeat hardcore και αργότερα την jungle και την drum and bass. Η drum and bass έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τη hip hop, αν και περιορίζεται στη χρήση στίχων με τη μορφή sample.

Γενικότερα η drum and bass έχει επηρεαστεί από άλλα μουσικά είδη, αν και τυχόν επιρροές που δεν προέρχονται από την ηλεκτρονική χορευτική μουσική σκηνή άρχισαν να περιορίζονται κατά τη μεταβατική περίοδο της jungle σε drum and bass. Καλλιτέχνες, προερχόμενοι από διάφορες μουσικές σκηνές, επηρεάστηκαν από ποικίλα είδη μουσικής και γι’ αυτόν τον λόγο αναπτύχθηκαν εντελώς διαφορετικά στυλ στην drum and bass. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ακόμα οι διαφορετικές ερμηνείες των παραγωγών για το είδος. Για παράδειγμα, ο DJ των Pendulum El Hornet προέρχεται από την punk σκηνή, και δήλωσε ότι η drum and bass για αυτόν είναι η ηλεκτρονική εκδοχή της punk rock. Αντίθετα, ο συνεργάτης του MC Verse και άλλοι καλλιτέχνες που έχουν ρίζες στη hip hop βλέπουν την drum and bass με μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία.

Άλλα είδη που επηρεάστηκαν από την drum and bass[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, δύο παρόμοια και αλληλοεπηρεαζόμενα στυλ ηλεκτρονικής μουσικής, η breakcore και η digital hardcore γεννιόνταν έχοντας ρίζες κυρίως στην jungle. Στη συνέχεια, παρακλάδι της breakcore αποτέλεσε η raggacore, η οποία, όντας επηρεασμένη από την ragga jungle, χαρακτηριζόταν από ragga στίχους και φιλικούς dancehall ρυθμούς. Ακόμη, η drum and bass υπήρξε άμεση επιρροή για την darkcore, η οποία μάλιστα θεωρείται η πρόγονος της darkstep. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι παραγωγοί διασταύρωναν όλα αυτά τα στυλ και κατέληγαν σε ήχους με ρευστά όρια.

Η drum and bass είχε επίσης έμμεσες επιρροές σε πολλά άλλα μουσικά είδη, όπως στη hip hop, big beat, dubstep, house, trip hop, ambient, techno, rock και pop, με καλλιτέχνες όπως ο Bill Laswell, Incubus, Pitchshifter, Linkin Park, The Roots, Talvin Singh, MIDIval Punditz, Missy Elliott, The Freestylers, Nine Inch Nails και David Bowie (εκ των οποίων οι δύο τελευταίοι έχουν χρησιμοποιήσει στοιχεία από το "Timeless" του Goldie) και άλλους που έχουν αναφέρει στο παρελθόν το είδος ως πηγή έμπνευσης. Τέλος, παρόμοια στοιχεία παρουσιάζει και το ghettotech των ΗΠΑ.

Ο ρόλος των MCs[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι MCs (αρχικά του Master of Ceremonies) ενσωματώθηκαν στην κουλτούρα του είδους στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καθώς το κοινό ήταν βαθύτατα επηρεασμένο από τη reggae και τη ragga hip hop σκηνή. Αν και σήμερα -σε σύγκριση με τότε- η παρουσία τους στα κλαμπ έχει περιοριστεί κατά πολύ, αποτελούν ακόμα αναπόσπαστο κομμάτι της σκηνής, ειδικά στην Αγγλία. Οι MCs τείνουν να μην αποκτούν τόσο μεγάλη φήμη όσο οι DJs, ενώ τελευταία αρκετά κλαμπ δεν δέχονται καθόλου την παρουσία τους, ύστερα από απαίτηση του κοινού. Ωστόσο, σήμερα υπάρχουν μερικοί αρκετά γνωστοί (στα πλαίσια της drum and bass σκηνής) MCs, όπως ο Stevie Hyper D, MC GQ, Dynamite MC, MC Fats, MC Conrad, Shabba D, Skibadee, Bassman, MC Stamina, MC Fun, Evil B, Trigga, Harry Shotta, Fatman D και MC Infinity.

Ρόλος των MCs σε ζωντανές συναυλίες είναι να προσφέρουν με τον ρυθμό και τους στίχους τους όσο περισσότερο δυνατόν ενέργεια στη μουσική, ώστε το κοινό να χορεύει αδιάκοπα. Φωνάζουν στο κοινό και αλληλεπιδρούν διαρκώς με αυτό, ενώ ζητάνε συχνά την αναπαραγωγή του κομματιού που παίζει εκείνη τη στιγμή (γνωστό ως reload ή rewind). Επιπλέον, οι παλιότεροι MCs, δηλαδή εκείνοι που πρόλαβαν την επιρροή της ragga hip hop στην drum and bass, συχνά τραγουδάνε κλασσικούς reggae στίχους. Γενικότερα, κάθε MC αποκτάει το δικό του στυλ και μαθαίνει να ραπάρει σε ένα συγκεκριμένο στυλ της drum and bass, γι’ αυτό και διαφορετικοί MCs καλούνται σε διαφορετικά κλαμπ. Για παράδειγμα, ο MC Coppa συνεργάζεται με παραγωγούς neurofunk, ενώ ο MC Eksman είναι γνωστός στην jump up σκηνή.

Όμως η συνεισφορά τους στη σκηνή δεν σταματάει εκεί. Δεν είναι λίγες οι φορές που MCs καλούνται από καλλιτέχνες για να συνεργαστούν και να παράγουν ή να εκδώσουν από κοινού ένα κομμάτι. Επίσης, πολλοί MCs (όπως και DJs) καλούνται ως φιλοξενούμενοι ή κάνουν εμφανίσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα σε ραδιοφωνικούς σταθμούς για να κάνουν το έργο τους ζωντανά. Τέτοιοι σταθμοί είναι το Rough Tempo και το Kool London.

Ζωντανές συναυλίες drum and bass[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί μουσικοί έχουν προσαρμόσει την drum and bass έτσι, ώστε να είναι δυνατή η ζωντανή εκτέλεσή της με όργανα όπως τα ντραμς, συνθεσάιζερ, πικάπ, μπάσο και κιθάρες. Για να επιτεύξουν τη ζωντανή αναπαραγωγή των samples, χρησιμοποιούν σε αρκετές συναυλίες samplers, ενώ συχνή είναι και η παρουσία των MCs. Καλλιτέχνες που είναι γνωστοί για τις ζωντανές συναυλίες τους περιλαμβάνουν τους Pendulum, Modestep, La Phaze, Netsky, Chase & Status, London Elektricity, DJ Fresh, Roni Size, Salmonella Dub και Shapeshifter.

Υποκατηγορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα πλαίσια της κοινότητας της drum and bass μικρότερες σκηνές έχουν σχηματιστεί και το είδος στο σύνολό της έχει χωριστεί σε συγκεκριμένα υποείδη. Ειδικότερα:

  • Techstep: Έκανε την εμφάνισή της στα τέλη της δεκαετίας του 1990, από παραγωγούς όπως τους Bad Company UK, Konflict, Ed Rush, Optical, Trace, Fierce, Nico, Dom & Rolland, Dillinja, Ram Trilogy, Moving Fusion, και Decoder & Substance. Ήταν γνωστή για τους σκληρούς, μηχανικούς ήχους που χαρακτήριζαν τα ντραμς, τα επιθετικά και έντονα μπάσα, και τα φουτουριστικά της ηχοτοπία. Οι δύο σπουδαιότερες και καθοριστικές για το είδος δισκογραφικές εταιρείες ήταν η Renegade Hardware και η Virus Recordings του Ed Rush και του Optical.
  • Neurofunk ή neuro: Πρόκειται για την εξέλιξη της techstep, ενσωματώνοντας αυτή τη φορά στοιχεία από την jazz και τη funk. Καλλιτέχνες της neurofunk υπήρξαν οι Ed Rush, Optical, Matrix, Cause 4 Concern, TeeBee, Black Sun Empire, Calyx, Hive, Gridlok, Noisia, Phace & Misanthrop, State of Mind, The Upbeats, και Spor.
  • Liquid funk ή liquid drum and bass: Αποτελεί ένα απο τα δημοφιλέστερα στυλ drum and bass. Χαρακτηρίζεται από αρμονικές και μελωδικές νότες, ενώ υπάρχει εκτεταμένη χρήση samples από τη funk, jazz, soul, R&B, disco, house και breakbeat. Πρωτοπόροι και καθοριστικοί για τον σχηματισμό και για την τελειοποίηση του ήχου υπήρξαν οι Calibre, London Elektricity, High Contrast, Logistics, Nu:Tone, Danny Byrd, Netsky, Technimatic, ενώ χαρακτηριστικές δισκογραφικές εταιρείες είναι η Hospital Records, Fokuz Records και Liquid V.
  • Jump up: Εμφανιζόμενη στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η jump up έχει τεράστια απήχηση στην Αγγλία, αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως το Βέλγιο. Τα γεμάτα ενέργεια μπάσα και τα δυναμικά ντραμς, σε συνδυασμό με την παρουσία των MCs ξεσηκώνουν το κοινό και το ωθούν να χορέψει έξαλλα στα raves. Επιπρόσθετα, χαρακτηρίζεται από έντονη χρήση samples, ιδίως διαλόγους από παλιές ταινίες. Πολύ σύντομα ξεχώρισε και δημιούργησε τη δική της σκηνή. Παραγωγοί jump up περιλαμβάνουν τους Original Sin, Taxman, Sub Zero, Jaydan, Majistrate, Sensai, Logan D, Heist, Twisted Individual, Clipz, Pleasure, Hazard, αλλά και πιο πρόσφατους, όπως τους Decimal Bass, Konichi και Tyke.
  • Drumstep: Γνωστό ως το είδος που προήλθε από τον συνδυασμό της drum and bass και της dubstep, η drumstep είναι ένα αρκετά νέο στυλ, στο οποίο ο ρυθμός είναι σε μισό χρόνο. Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία είναι παρόμοια με εκείνα της καθιερωμένης μουσικής drum and bass.
  • Ragga drum and bass: Οι καλλιτέχνες που ειδικεύτηκαν σε αυτό το είδος ήταν έντονα επηρεασμένοι από την αρχική ragga jungle, έχοντας ως πηγές έμπνευσης την reggae και την dancehall. Μερικοί από τους διασημότερους παραγωγούς είναι οι Ed Solo, Deekline, Shy FX, T Power, Congo Natty, Potential Bad Boy, Marcus Visionary, Serial Killaz και Benny Page.
  • Breakcore: Ένα στυλ ηλεκτρονικής μουσικής επηρεασμένο από την hardcore, digital hardcore, industrial και jungle, χαρακτηριζόμενο από εκτεταμένη χρήση ντραμς, breaks και samples σε πολύ υψηλά tempos. Χαρακτηριστικοί καλλιτέχνες breakcore είναι ο The Panacea και οι Atari Teenage Riot.

Άλλα, λιγότερο γνωστά (ή με λίγες έως ελάχιστες διαφορές με τα προαναφερθέντα) στυλ που αναπτύχθηκαν είναι η hardstep, darkstep, intelligent jungle/drum and bass, jazzstep, drumfunk, funkstep και sambass (ή brazilian drum and bass).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «A short history of Drum and Bass». www.globaldarkness.com. Ανακτήθηκε στις 2018-12-09. 
  2. «Drum and bass». www.fact-index.com. Ανακτήθηκε στις 2018-12-09. 
  3. 3,0 3,1 «Jungle/Drum'n'Bass Music Genre Overview». AllMusic (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 2018-12-09. 
  4. Reynolds, Shimon (21 Αυγούστου 1988). Energy Flash: A Journey Through Rave Music and Dance Culture. Ηνωμένο Βασίλειο: Picador, σελ. 512. ISBN 978-0330350563. 
  5. . Ηνωμένο Βασίλειο: Picador. 21 Αυγούστου 1988, σελ. 512. ISBN 978-0330350563. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]