Μετάβαση στο περιεχόμενο

A-7 Corsair II

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ling-Temco-Vought A-7 Corsair II
Α-7Ε Corsair II της Π.Α.
Περιγραφή
Αποστολήαεροσκάφος κρούσης
Πλήρωμα1 (A-7), 2 (TA-7)
ΚατασκευαστήςVought (αργότερα Ling-Temco-Vought)
Διαστάσεις
Μήκος46 ft 2 in14.06 m
Εκπέτασμα38 ft 9 in11.8 m
Ύψος16 ft 1 in4.9 m
Επιφάνεια πτέρυγας375 ft²34,83 m²
Βάρος
Άδειο19,915 lb8,676 kg
Πλήρες29,040 lb13,200 kg
Μέγιστο απογείωσης42,000 lb19,050 kg
Πηγή ισχύος
Κινητήρες1 x Allison TF41-A-400 turbofan δίχως μετάκαυση
Ώση15.000 lbf67 kN (Α-7Ε)
Επιδόσεις
Μέγιστη ταχύτητα606 mph1.123 km/h 300 m/s (Mach 0.94)
Αυτονομία>2400 km
Μέγιστο ύψος42.000 ft12.800 m
Βαθμός ανόδου15,000 ft/min
Οπλικό φορτίο
Πολυβόλα1 πυροβόλο M61 Vulcan 20 mm
ΒόμβεςGBU-10 Paveway, GBU-12 Paveway II, βόμβες Paveway καθοδηγούμενες με laser, 30x Mk 82 series, και πυρηνικές βόμβες όπως η B61, B28 και B57.
Πύραυλοι
Αέρος-αέρος
2x AIM-9 Sidewinder
Aέρος-εδάφους
6x AGM-65 Maverick, 2x AGM-88 HARM, AGM-62 Walleye
ΡουκέτεςCRV-7

Το A-7 Corsair II ήταν μονοθέσιο, μονοκινητήριο, αεριωθούμενο βομβαρδιστικό, αμερικανικής κατασκευής, με υψηλής ακριβείας σύστημα σκόπευσης και πλοήγησης. Υπήρξε γέννημα των αναγκών του πολέμου στο Βιετνάμ, όπου και χρησιμοποιήθηκε ευρέως με εξαιρετικά αποτελέσματα. Επιπλέον, έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον της Λιβύης το 1983, στην επέμβαση στη Γρενάδα το 1989, στον Παναμά και στην «Καταιγίδα της Ερήμου» το 1991, όπου, επίσης, διέπρεψε. Πρωτοποριακό για την εποχή του, ενσωμάτωνε προηγμένη τεχνολογία, η οποία απουσίαζε ακόμα και από τα καλύτερα καταδιωκτικά.

Α-7 Corsair II της USAF σε εκπαιδευτική άφεση βομβών.
Α-7 Corsair II της Πορτογαλικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Αν και το Douglas A-4 Skyhawk θεωρείτο αποτελεσματικό στον ρόλο κρούσης για το Αμερικανικό Ναυτικό, ήταν πολύ απλοϊκής σχεδίασης δίχως προηγμένα συστήματα. Ταυτόχρονα, το μικρό του μέγεθος σήμαινε μικρή ικανότητα μεταφοράς καυσίμων και οπλικού φορτίου. Έτσι, το 1964, παρουσιάστηκαν οι προδιαγραφές για το πρόγραμμα VAL (V = βαρύτερο του αέρα, A = κρούσης (attack), L = ελαφρύ) και οι κατασκευαστές αεροσκαφών κλήθηκαν να παρουσιάσουν τις προτάσεις τους.

Τελικά, συμμετείχαν τέσσερις εταιρείες: η North American Aviation, η Vought, η Douglas και η Grumman. Καθώς το ναυτικό δεν ήθελε να επιβαρύνει πολύ τον προϋπολογισμό του και να επανεκπαιδεύσει εκτενώς το προσωπικό του, έθεσε ως όρο, οι προτάσεις που θα παρουσιάζονταν να είχαν ως βάση αεροσκάφη ήδη σε υπηρεσία. Φυσικός νικητής, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, ήταν η Vought, η οποία κατασκεύαζε εκείνη τη χρονική περίοδο το F-8 Crusader, το κύριο καταδιωκτικό που επιχειρούσε από τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα. Κι αυτό, γιατί η πρότασή της ήταν στην ουσία μια αντιγραφή του Crusader, με κοντύτερη άτρακτο. Στις 19 Μαρτίου 1964, η εταιρεία ανέλαβε την κατασκευή και παράδοση των αεροσκαφών, με το χαρακτηριστικό A-7. Το αεροπλάνο ονομάστηκε αργότερα Corsair II, προς τιμήν του F4U Corsair της ίδιας εταιρείας.

Το αεροσκάφος υπηρέτησε επίσης και την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία, σε μια προσπάθεια να μειωθούν οι δαπάνες εξοπλισμού των σωμάτων του Αμερικανικού στρατού. Τα αεροσκάφη αυτά είχαν μικρές διαφοροποιήσεις από αυτά τα οποία χρησιμοποιούσε το Ναυτικό, το οποίο λίγο αργότερα αναγκάστηκε να ακολουθήσει τις αλλαγές της Αεροπορίας, καθώς βελτίωναν την απόδοση του αεροσκάφους.

Το A-7 επιχείρησε για πρώτη φορά το 1966 και παρέμεινε σε υπηρεσία με τον κύριο χρήστη του, το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό, μέχρι τον Μάιο του 1991. Άλλες τρεις χώρες, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ταϊλάνδη ήταν χρήστες του, όμως η Πορτογαλία απέσυρε τα αεροσκάφη της το 1999, ενώ τα ταϊλανδικά A-7 παραμένουν επιχειρησιακά μόνο σε περίπτωση ιδιαίτερα έκτακτης ανάγκης. Η δε παραγωγή του αεροσκάφους σταμάτησε το 1984 και 1570 αεροσκάφη κατασκευάστηκαν συνολικά.

Βλήμα AGM-82 Walleye σε πυλώνα ενός A-7 Corsair II.
Πιλοτήριο ενός Α-7D Corsair II.

Το A-7 πετά σε υψηλές υποηχητικές ταχύτητες, με κινητήρα Allison TF-41-A-400 δίχως μετάκαυση. Η προσφερόμενη ώση είναι 67 kN (15,000 lbf). Σε συνδυασμό με τη μεγάλη γωνία οπισθόκλισης (sweep angle), ο κινητήρας δίνει τη δυνατότητα στο A-7 να κινηθεί με ταχύτητες της τάξης του Mach 0.94 στα 20,000 πόδια (~6,500 m), με ακτίνα δράσης 1,900 ναυτικών μιλίων (3400+ χιλιόμετρα), που παραμένει μεγαλύτερη ακόμα και από εκείνη πιο σύγχρονων ελαφρών μαχητικών, όπως το F-16. Εντούτοις, η πλειοψηφία των πιλότων που πέταξε το αεροσκάφος θεωρούσε ότι ήταν αδύναμο από πλευράς κινητήρα (ώση και επιτάχυνση) στερώντας του δυνατότητες όσον αφορά τον τομέα της αερομαχίας.

Το Α-7 εισήγαγε ορισμένες σημαντικές καινοτομίες. Η πρώτη και κυριότερη ήταν η χρήση Head Up Display (HUD) σε αεροπλάνο. Το HUD βοήθησε σημαντικά στην αποτελεσματικότητα του ως ελαφρού βομβαρδιστικού, καθώς, πλέον, ο πιλότος είχε πλήρη εικόνα των παραμέτρων πτήσης επί του αλεξηνέμου, δίχως να χρειάζεται να αποσπά το βλέμμα του από τον στόχο ή το περιβάλλον προκειμένου να χειριστεί τα οπλικά συστήματα, διατηρώντας επίγνωση της κατάστασης γύρω του. Δεύτερον, η ενοποίηση του ραντάρ AN/APQ-116 με το σύστημα πλοήγησης, το οποίο ήταν πλέον πλήρως ψηφιακό. Έτσι, το Α-7 διόρθωνε μόνο του τις τυχόν αποκλίσεις του αδρανειακού συστήματος ναυσιπλοΐας που διέθετε, ενώ πρόβαλε ταυτοχρόνως τη θέση του σε ψηφιακό χάρτη - άλλη μια καινοτομία που βοήθησε στην επιβίωση του σε δύσκολα περιβάλλοντα όπως στο Βιετνάμ και στην "Καταιγίδα της Ερήμου". Τέλος, το πλήρως ψηφιακό σύστημα άφεσης όπλων χρησιμοποιήθηκε για να εκτελεστούν οι πρώτοι "χειρουργικοί" βομβαρδισμοί, είτε με "έξυπνες" είτε με "κουτές" βόμβες, και μάλιστα από μεγαλύτερα ύψη και αποστάσεις από ότι συνήθως, επιτρέποντας στο A-7 να παραμένει εκτός ακτίνας των αντιαεροπορικών πυρών από ελαφρά όπλα ("trash fire" στην argot των πιλότων).

Το οπλικό φορτίο του A-7 μπορούσε να καθοδηγηθεί από λέιζερ βλήματα, πύραυλοι κατά τεθωρακισμένων, βόμβες διασποράς, πύραυλοι αντί-ραντάρ και ένα πολυβόλο M61 Vulcan. Σημαντική ήταν η ικανότητα χρήσης πυραύλων ανίχνευσης θερμότητας, που του έδινε τη δυνατότητα περιορισμένης αυτοάμυνας έναντι εναέριων στόχων, ή ακόμα και την προσβολή χαμηλά ιπτάμενων στόχων, όπως ελικόπτερα ή άλλα αεροσκάφη κρούσης. Το οπλικό φορτίο μπορούσε να τοποθετηθεί σε έξι πυλώνες στα φτερά και δύο σταθμούς κάτω από την άτρακτο, με μέγιστο βάρος 6,6 τόνων. Είναι επίσης ικανό για εναέριο ανεφοδιασμό άλλων αεροσκαφών, με τη χρήση 4 εξωτερικών δεξαμενών καυσίμων. Άλλα σημαντικά συστήματα μάχης του A-7 είναι:

  • Ικανότητα FLIR (Forward Looking Infrared - Μπροστινή Διόπτευση με Υπέρυθρες), για τη διεκπεραίωση νυχτερινών αποστολών.
  • Δυνατότητα να φέρει πυλώνες ηλεκτρονικού πολέμου ALQ-119 και ALQ-131.
  • Ραντάρ APQ-126, με ικανότητες χρήσης για πλοήγηση και μάχη.

Σε πόλεμο το A-7 έχει χρησιμοποιηθεί μόνο από το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό και την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία.

Πίσω από τα McDonnell Douglas F-4B Phantom του Α.Π.Ν. διακρίνονται τα A-7C Corsair II τα οποία πραγματοποιούν ρίψεις βομβών πάνω από το Βιετνάμ.
Απονήωση ενός οπλισμένου A-7A Corsair II από το αεροπλανοφόρο USS Ranger ένα μήνα μέτα την είσοδό του σε υπηρεσία.

Το A-7 μπήκε αμέσως στον μαινόμενο πόλεμο του Βιετνάμ, αναλαμβάνοντας δράση για πρώτη φορά στις 4 Δεκεμβρίου 1967 με τη Μοίρα VA-147 του ΑΠΝ. Επιχειρώντας από τα αεροπλανοφόρα Ρέιντζερ, Εντερπραϊζ, Τικοντέρογκα, Τζον Φ. Κέννεντυ και Αμέρικα. Όλες οι εκδόσεις, χρησιμοποιήθηκαν στα θέατρα των μαχών, με δημοφιλέστερες την Α και την Ε.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα A-7 συμμετείχαν σε επιχειρήσεις βομβαρδισμού και κρούσης, εγγύς αεροπορικής υποστήριξης, σε επιχειρήσεις όπως η ναρκοθέτηση λιμένων, και οι επιχειρήσεις Linebacker. Συνολικά, γύρω στα 110 αεροσκάφη του τύπου κατέπεσαν μέχρι το τέλος του πολέμου, στις 23 Νοεμβρίου 1973 (δείτε πίνακα παρακάτω για αναλυτικά)

Τύπος ΑΑΑ SAM Άτύχημα Άλλο Σύνολο
Α-7Α 15 4 20 3 52
Α-7Β 7 1 Άγνωστο 3 11+
Α-7C Άγνωστο 1 Άγνωστο Άγνωστο 1+
Α-7D 4 0 0 0 4
Α-7E Άγνωστο Άγνωστο Άγνωστο Άγνωστο Άγνωστο
Σύνολο 26+ 6+ 20+ 6+ ~ 110*

*το ολικό σύνολο περιλαμβάνονται τα ολικά καταρριφθέντα αεροσκάφη όχι το άθροισμα του πίνακα (σημείωση: ο πίνακας επιδέχεται διορθώσεων)

Στην επιχείρηση Urgent Fury, το 1983, τα A-7E του ΑΠΝ πραγματοποίησαν 300 εξόδους από το αεροπλανοφόρο Ιντιπέντενς, πραγματοποιώντας αφέσεις περίπου 40 βομβών Mk-82 και 20 βομβών διασποράς Mk-20 Rockeye. Το Α-7 χρησιμοποιήθηκε κυρίως στον ρόλο της εγγύς αεροπορικής υποστήριξης σε αυτήν τη σύρραξη, χωρίς να σημειωθούν απώλειες.

Αφρική και Μέση Ανατολή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια ειρηνευτικής αποστολής στο Λίβανο, χρησιμοποιήθηκαν Α-7 του Πολεμικού Ναυτικού. Ένα εξ' αυτών καταρρίφθηκε από αντιαεροπορικό πύραυλο στις 4 Δεκεμβρίου 1983.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε έντονη αντιπαράθεση με το καθεστώς Καντάφι στη Λιβύη, με αποτέλεσμα οι αψιμαχίες στον κόλπο της Σύρτης να είναι έντονες. Μετά την κλιμάκωση της έντασης, όταν οι αεράμυνες της Λιβύης έβαλαν εναντίον δύο Tomcat του ΑΠΝ που βρίσκονταν εντός του κόλπου, ένα Α-7Ε κατέστρεψε τα ραντάρ που καθοδηγούσαν τους αντιαεροπορικούς πυραύλους. Τον ίδιο ρόλο, του «κυνηγού ραντάρ», έπαιξαν και σε μεταγενέστερο βομβαρδισμό των ΗΠΑ, που έγινε ως αντίποινα για τη βομβιστική επίθεση σε κέντρο διασκέδασης στο Βερολίνο.

Προσγείωση του Α-7 στο αεροπλανοφόρο USS Carl Vinson το 1988.

Η πρώτη εμφάνιση του A-7 στο Περσικό κόλπο έγινε με την καταστροφή της Ιρανικής φρεγάτας "Σαχάντ". Την παρουσία τους όμως θα έκαναν αισθητή περίπου 2 χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης "Καταιγίδα της Ερήμου", που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα των αμερικανικών A-7.

Σε αυτήν το Α-7 πραγματοποίησε εξόδους από το αεροπλανοφόρο «Κέννεντυ» με τις Μοίρες VA-46 και VA-72, κυρίως στον ρόλο της τακτικής κρούσης, ενώ ως δευτερεύοντα ρόλο είχε και εκείνον του «κυνηγού ραντάρ» και του εναέριου ανεφοδιασμού. Τα αμερικανικά Α-7 είχαν ήδη ξεκινήσει να αποσύρονται από τον στόλο από τα μέσα της δεκαετίας του '80, και αποσύρθηκαν ολικά μόλις 3 μήνες μετά τη λήξη αυτής της σύρραξης. Ορισμένα αεροσκάφη παρασχέθηκαν στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ταϊλάνδη.

TA-7C Corsair II της Π.Α.
Το επετειακό αεροσκάφος της 335ΜΒ "Τίγρης" στην Αεροπορική Επίδειξη Αρχάγγελος 2005.

Η δικτατορική κυβέρνηση της Ελλάδος μέσα στο γενικό πρόγραμμα αναβάθμισης της Πολεμικής Αεροπορίας παρήγγειλε 60 A-7Ε, τα οποία όμως δεν είχαν τη δυνατότητα FLIR και εναέριου ανεφοδιασμού («φιλικού ανεφοδιασμού»). Τα μοντέλα αυτά ονομάστηκαν A-7H και η σύμβαση για την απόκτησή τους υπεγράφη τον Ιούνιο του 1974. Ένα χρόνο μετά, τα πρώτα αεροσκάφη έφτασαν στα αεροδρόμια της Σούδας και της Λάρισας και τέθηκαν στη διάθεση των ιπτάμενων. Μοιράστηκαν μεταξύ των Μοιρών 345 «Λαίλαψ», 340 «Αλεπού» και 347 «Περσέας» (110 ΠΜ) αμφότερες της 115 Πτέρυγας Μάχης.

Το 1980 πραγματοποιήθηκε επιπλέον αγορά 5 διθέσιων εκπαιδευτικών TA-7H. Ταυτόχρονα, ένα από τα Α-7Η μετατράπηκε σε ΤΑ-7Η. Τέλος, ο στόλος της Π.Α. αυξήθηκε, και οι δυνατότητές του αναβαθμίστηκαν με την προσθήκη 62 A-7E και ΤΑ-7C πλήρως εξοπλισμένων από πλευράς συστημάτων από τα αποθέματα της Αεροπορίας του Αμερικανικού Ναυτικού το 1992. Με την παραλαβή τους, μεταφέρθηκαν στην 116 ΠΜ και πιο συγκεκριμένα στις 336 Μοίρα Βομβαρδισμού («Όλυμπος») και 335 Μοίρα Βομβαρδισμού («Τίγρης»).

Το αεροπλάνο χρησιμοποιήθηκε ως καμβάς για δύο επετειακά αεροσκάφη των προαναφερθέντων μοιρών. Συγκεκριμένα το 2005 η 336 Μοίρα έβαψε ένα από τα αεροσκάφη της ολόμαυρο με καλλιτεχνικές απεικονίσεις του Όλυμπου και ενός κουρσάρου και η 335 Μοίρα έβαψε ένα από τα αεροσκάφη της στα χρώματα και τις χαρακτηριστικές ραβδώσεις μιας τίγρεως. Αξιοσημείωτο είναι ότι το αεροσκάφος της 335 ΜΒ είναι ένα από τα Α-7Ε που αποκτήθηκαν από το Α.Π.Ν. και πρόκειται περί βετεράνου του πολέμου του Βιετνάμ.

Τα A-7 προοριζόταν για απόσυρση από τον στόλο της Π.Α. στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Τελικά οι «Κουρσάροι» είπαν το τελευταίο αντίο στους πολίτες στη παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 2014 σε μια τελευταία διέλευση στον ουρανό της Θεσσαλονίκης.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]