337 Μοίρα Παντός Καιρού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η 337 Μοίρα Παντός Καιρού γνωστή και σαν μοίρα Φάντασμα αποτελεί μία από τις παλαιότερες μοίρες της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας μαζί με την 335 και 336 Μοίρα. Στη διάρκεια της λειτουργίας της συνετέλεσε στον έλεγχο του Ελληνικού εναέριου χώρου διασφαλίζοντας την ασφάλεια των πολιτών. Επίσης πήρε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις που της ανατέθηκαν από το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας σε συνεργασία με τις υπόλοιπες μονάδες της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

1948-1952[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ η Ελλάδα προσπαθούσε να ανακάμψει αποφασίστηκε από την τότε Ελληνική Βασιλική Αεροπορία (ΕΒΑ) η σύσταση μιας νέας μοίρας. Η καινούρια μοίρα ονομάστηκε Μοίρα Διώξεως/ Βομβαρδισμού 337, με έδρα την αεροπορική βάση της Ελευσίνας. Η επίσημη διαταγή συγκρότησης και ανάληψης έργου εκδόθηκε στις 30 Μαρτίου του 1948 βάση της υπ΄αριθμ. Α277/112/3.3.48/Δ.Υ.Α. διαταγής με αεροσκάφη Spitfire, τα οποία αντικαταστάθηκαν το 1949 από Supermarine Spitfire Mk IX. Ένα από τα αεροσκάφη αυτά, το MJ 755 βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου η 337 Μοίρα πήρε μέρος στις επιχειρήσεις Γράμμου- Βίτσι. Για την εκπλήρωση αυτών των αποστολών αεροσκάφη τις χρειάστηκε να μεταφερθούν στην Τρίπολη, το Αγρίνιο, τα Ιωάννινα και στην Κοζάνη λόγω της απόστασης της περιοχής επιχειρήσεων από την Ελευσίνα.

Μετά το τέλος του Εμφυλίου η 337 Μοίρα περιορίστηκε σε ασκήσεις με τις άλλες μοίρες της αεροπορίας αλλά και με τους άλλους κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων. Τα αεροσκάφη παρέμειναν τα ίδια μέχρι και το 1952, που αποφασίστηκε η ολική αναβάθμιση της αεροπορίας.

1952-1960[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1952 αποτέλεσε έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία της 337 Μοίρας, καθώς αντικατέστησε τα ελικοφόρα αεροσκάφη Supermarine Spitfire Mk IX με εκπαιδευτικά T-33A Silver Star. Βασικός ρόλος αυτών των αεροσκαφών ήταν η εξοικείωση των πιλότων με τα αεριωθούμενα αεροσκάφη, ώστε η μεταπήδηση τους στα F-84G Thunderjet λίγο αργότερα να ήταν πιο εύκολη. Η μεταπήδηση αυτή πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1952 με την μεταφορά της μοίρας στην Αεροπορική Βάση Λαρίσης όπου και εξοπλίστηκαν με τα νέα αεροσκάφη. Το Νοέμβριο του 1956 η Μοίρα επέστρεψε στην Ελευσίνα, όπου έμεινε για τρεία χρόνια (Νοέμβριος 1956- Νοέμβριος 1959) που μεταφέρθηκε στην 115 Πτέρυγα Μάχης με έδρα τη Σούδα. Λίγους μήνες μετά, τον Ιανουάριο του 1960 βάσει της Φ.ΓΕΑ/'Ε 2125/ΟΡΓ' /Ε 185340/9.1.60 διαταγής η Μοίρα μετονομάστηκε σε 337 Μοίρα Παντός Καιρού.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιοσημείωτη ήταν η εκπαίδευση και πιστοποίηση των πιλότων στα μαχητικά, ειδικά σε σχέση με τα τωρινά δεδομένα. Οι νέοι πιλότοι αρχικά εκπαιδεύονταν σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο στα T-33A Silver Star, ενώ στη συνέχεια λόγω έλλειψης διθέσιου F-84G Thunderjet εκπαιδεύονταν μόνο θεωρητικά σε αυτό το αεροσκάφος. Η μοναδική "κανονική" επαφή που είχαν οι πιλότοι πριν το Solo ήταν μόνο μια ταχεία τροχοδρόμηση, η οποία και έκρινε τη δυνατότητα τους για να προχωρήσους σε Solo.

Ελληνική Φλόγα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνο ένα χρόνο μετά την επίσημη ένταξη των F-84G Thunderjet σε υπηρεσία, ο Μοίραρχος Επγο Κ.Κόκκας αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ακροβατικό σμήνος αντάξιο του Αμερικάνικου Sky Blazers. Ο Κόκκας προετοίμασε σε καθεστώς απόλυτης εχεμύθειας τρεις από τους καλύτερους πιλότους της Μοίρας, οι οποίοι ήταν: ο Υποσμηναγός Δημήτριος Δαμάσκος, ο Υπσγος Ιωάννης Στυλιανάκης και ο Ανθσγος Εμμανουήλ Παπαδημητρόπουλος. Το Μάιο του 1954 ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας επισκέφθηκε τη μονάδα με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί η πρώτη επίδειξη του ακροβατικού σμήνους. Ο Υπουργός ενθουσιάστηκε από τις επιδόσεις του σμήνους και αποφάσισε να συγκροτηθεί επίσημα το σμήνος με το όνομα Ελληνική Φλόγα. Σύντομα το σμήνος απέκτησε παγκόσμια φήμη με αποτέλεσμα να δεκτεί μια σειρά από διθυραμβικά σχόλια. Η εφημερίδα Ουάσιγκτον Ποστ έγραψε: "Από άποψη ακριβούς εκτελέσεως ελιγμών, η επίδειξη ξεπέρασε και την επίδειξη του Αμερικανικού σμήνους που έγινε προς τιμή του Αιζανχάουερ", ενώ η ελβετική SPO: "Είναι κάτι το κλασσικό και τέλειο". Λόγω της εκπληκτικής ακρίβειας του σμήνους στους αεροπορικούς αγώνες ΝΑΤΟ στην Ιταλία το 1954 η Ελλάδα πήρε τέσσερα από τα πέντε βραβεία.