Χμερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι Χμερ είναι εθνότητα της Νοτιοανατολικής Ασίας, ιθαγενής της Καμπότζης, αποτελώντας το 90% του πληθυσμού της. Ομιλούν τη Χμερ γλώσσα ή Καμποτζιανή, η οποία αποτελεί τμήμα της ευρύτερης αυστροασιατικής οικογένειας γλωσσών (γλώσσες της ΝΑ Ασίας).

Η πλειοψηφία των Χμερ είναι θιασώτες του κλάδου Χμερ του Βουδισμού, μια συγκριτική εκδοχή που αναμειγνύει στοιχεία του Βουδισμού Θεραβάντα, του Ινδουισμού, του Ανιμισμού, καθώς και πρακτικές της λατρείας των νεκρών. Σημαντικοί ιθαγενείς πληθυσμοί των Χμερ ζουν στις όμορες περιοχές της Ταϊλάνδης ("Βόρειοι Χμερ"), κυρίως στις επαρχίες Σουρίν, Μπουριράμ και Σισακέτ. Επίσης σημαντικοί ιθαγενείς πληθυσμοί τους ζουν στο δέλτα του ποταμού Μεκόνγκ στο Βιετνάμ ("Χμερ Κρομ", δηλ. "Κάτω Χμερ"). Οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό των Χμερ στο Βιετνάμ ποικίλλουν από 1,1 εκατομμύρια σύμφωνα με τα δεδομένα που δίνει η κυβέρνηση του Βιετνάμ, έως 7 εκατομμύρια, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδίας των Χμερ Κρομ. Επιπλέον, περισσότεροι από 1.000.000 Χμερ αποτελούν την ευρύτερη Διασπορά, ζώντας κυρίως στις Γαλλία, Η.Π.Α. και Αυστραλία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μυθικοί ιδρυτές του Βασιλείου της Καμπούτζα (απ' όπου προήλθε το όνομα Καμπότζη), προγόνου των Χμερ, ήταν ο Ινδός βραχμάνος Καμπού Σουαγιαμπούβα και η πριγκίπισσα Σόμα ή Μέρα των Νάγκα (εθνότητα στη βορειοανατολική Ινδία και βορειοδυτική Βιρμανία, αποτελούν την πλειοψηφία στο σημερινό κρατίδιο Ναγκαλάντ της Ινδίας). Ο γάμος τους λέγεται ότι γέννησε το όνομα Χμερ (σύντμηση των Καμπού και Μέρα, ήτοι Κμερ, Χμερ). Οι Χμερ πιθανώς ονόμασαν το βασίλειό τους Καμπούτζα (Καμπότζη) από τη στρατιωτική αριστοκρατία της φυλής Καμπότζα της Ινδίας της Εποχής του Σιδήρου. Η φυλή των Καμπότζα της Ινδίας πιστεύεται από σύγχρονους επιστήμονες ότι ήταν ιρανογενής λαός, αλλά οι δεσμοί μεταξύ της φυλής των Καμπότζα και του Βασιλείου της Καμπούτζα σε αυτό το στάδιο της έρευνας είναι ακόμη ασαφείς. Πιθανώς η φυλή των Καμπότζα ήταν η στρατιωτική ελίτ (άρχουσα φυλή) ενός ιρανογενούς λαού που μετανάστευσε ανατολικότερα, κυριαρχώντας σε ινδικούς πληθυσμούς, και ο ινδοάριος πληθυσμός που προέκυψε κινήθηκε αργότερα πάλι ανατολικά προς τη σημερινή Καμπότζη ενσωματώνοντας (κατακτώντας) ιθαγενείς αυστροασιατικούς πληθυσμούς.

Ειδικότερα ως προς το μύθο, η Καμπότζη λέγεται ότι δημιουργήθηκε όταν ένας αρχαίος Ινδός βραχμάνος ιερέας παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Σόμα (ή Μέρα) των Νάγκα, ακολουθώντας ένα βέλος που είδε στο όνειρό του, η αιχμή του οποίου έδειχνε κάπου στην κατεύθυνση της Καμπότζης. Ως προίκα, ο πατέρας της Σόμα κατάπιε τους ωκεανούς και η γη που αποκαλύφθηκε από κάτω αποτέλεσε τη σημερινή Καμπότζη (η στάθμη των ωκεανών ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι είχε πέσει δημιουργώντας τα σημερινά παραθαλάσσια εδάφη των χωρών της ΝΑ Ασίας), με τους απογόνους του ιερέα και της πριγκίπισσας που την κατοίκησαν, να γίνονται γνωστοί ως Χμερ. Ο μύθος αυτός εξηγεί το φαινόμενο τού γιατί οι πιο παλαιοί ναοί των Χμερ χτίζονταν πάντα σε βουνοκορφές, καθώς και γιατί ακόμη και σήμερα τα βουνά τιμώνται από αυτούς ως ιερά μέρη.

Άφιξη στη Νοτιοανατολική Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Χμερ είναι μία από τις παλαιότερες εθνότητες στην περιοχή της ΝΑ Ασίας, έχοντας διευσδύσει σε αυτήν περίπου την ίδια εποχή με την εθνότητα των Μον (μειονοτική εθνότητα της Βιρμανίας), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν δυτικότερα και με τους οποίους οι Χμερ έχουν προγονικούς δεσμούς. Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι, καθώς και άλλοι ειδικοί, πιστεύουν ότι αφίχθηκαν στην περιοχή όχι αργότερα από το 2000 π.Χ. (περισσότερα δηλ. από 4000 χρόνια πριν, εξ ου και θεωρούνται σήμερα ιθαγενείς στην περιοχή), φέροντας μαζί τους την πρακτική της γεωργίας και ειδικώς την καλλιέργεια του ρυζιού. Η περιοχή αυτή αποτέλεσε επίσης ένα από τα πρώτα μέρη στον κόσμο όπου χρησιμοποιήθηκε ο χαλκός. Οι Χμερ υπήρξαν οι ιδρυτές της μετέπειτα ονομαστής Αυτοκρατορίας των Χμερ, που κυριάρχησε στη Νοτιοανατολική Ασία για έξι αιώνες, ξεκινώντας από το 802 μ.Χ. έως το 1431. Σήμερα οι Χμερ αποτελούν τον κύριο κορμό της πολιτικής, πολιτιστικής και οικονομικής βάσης της Καμπότζης.

Καθώς και οι υπόλοιποι πρώιμοι λαοί της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως οι Πιου, Μον, Τσαμ, Μαλαίοι και Ιαβανέζοι, οι Χμερ αποτελούσαν τμήμα της "Ευρύτερης Ινδίας" (το τμήμα της Ασίας που είχε επηρεαστεί πολιτιστικά από τον πολιτισμό της Ινδίας), έχοντας υιοθετήσει ινδικές θρησκείες, επιστήμες και έθιμα καθώς και δάνεια από τις γλώσσες της Ινδίας. Το πρώτο ισχυρό εμπορικό βασίλειο της ΝΑ Ασίας, το Βασίλειο του Φουνάν, ιδρύθηκε στη νοτιοανατολική Καμπότζη και το δέλτα του ποταμού Μεκόνγκ τον 1ο αιώνα μ.Χ., παρότι εκτεταμένες αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή Άνγκορ Μπορέι κοντά στα σημερινά σύνορα με το Βιετνάμ αποκάλυψαν κανάλια, κρεματόρια και τάφους που χρονολογούνται από πολύ παλαιότερα, συγκεκριμένα τον 5ο αιώνα π.Χ.

Το Βασίλειο του Φουνάν θεωρείται ως ο πρόγονος όλων των μετέπειτα βασιλείων της ΝΑ Ασίας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου Φουνάν (1ος αιώνας - 6ος αιώνας μ.Χ.) οι Χμερ ασπάστηκαν τον Βουδισμό. Ως αντίπαλο βασίλειο του Φουνάν, εμφανίσθηκε το Βασίλειο της Τσένλα, επίσης της εθνότητας των Χμερ, το οποίο ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα και αργότερα κατέκτησε το Βασίλειο του Φουνάν. Το Βασίλειο της Τσένλα ήταν ένα κράτος στα ορεινά, του οποίου η οικονομία βασιζόταν στη γεωργία, ενώ το Βασίλειο του Φουνάν ήταν στα πεδινά, και βασιζόταν στο ναυτικό εμπόριο.

Αυτά τα δύο βασίλεια, ακόμα και μετά την κατάκτηση του Φουνάν και την κατοχή του-υποτέλειά του στην Τσένλα, ήταν συνεχώς σε πόλεμο (αντίσταση μετά την κατοχή του Φουνάν) μεταξύ τους, καθώς και με μικρότερα πριγκηπάτα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου Τσένλα (5ος - 8ος αιώνας μ.Χ.), σημειώθηκε η παλαιότερη παγκοσμίως καταγεγραμμένη χρήση του αριθμού μηδέν, από τους Καμποτζιανούς, όπως προκύπτει από μια επιγραφή σε κάποιο ναό τους. Μόνο όταν ο βασιλιάς Τζαγιαβαρμάν Β΄ ανακήρυξε μια ανεξάρτητη και ενωμένη Καμπότζη στα 802 μ.Χ., σημειώθηκε σχετική ειρήνη μεταξύ των δύο χώρων, της πεδινής και ορεινής Καμπότζης.

Ο Τζαγιαβαρμάν Β΄ (802–830) ανανέωσε την καμποτζιανή ισχύ και έβαλε τα θεμέλια για την "Ανγκοριανή Αυτοκρατορία" (το επίσημο όνομα της Αυτοκρατορίας των Χμερ από την ονομαστή πόλη Άνγκορ), ιδρύοντας αρχικώς τρεις πόλεις-πρωτεύουσες - Ιντραπούρα, Χαριχαραλάγια, και Μαχεντραπαρβάτα - τα αρχαιολογικά κατάλοιπα των οποίων αποκαλύπτουν πολλά στοιχεία για εκείνη την ιστορική περίοδο. Μετά τη νίκη του σε ένα μακρύ εμφύλιο πόλεμο, ο βασιλιάς Σουριαβαρμάν Α΄ (1002-1050), έστρεψε τις στρατιωτικές δυνάμεις του δυτικά και υπέταξε το Βασίλειο του Ντβαραβάτι της εθνότητας των Μον. Ως επακόλουθο, κυβέρνησε το μεγαλύτερο μέρος των σημερινών κρατών της Ταϊλάνδης και του Λάος, καθώς και το βόρειο τμήμα της Μαλαϊκής Χερσονήσου. Η περίοδος αυτή, κατά τη διάρκεια της οποίας κατασκευάστηκε το περίφημο Άνγκορ Βατ, θεωρείται το αποκορύφωμα του πολιτισμού των Χμερ.

Αυτοκρατορία των Χμερ (802-1431)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο των Χμερ εξελίχθηκε στην Αυτοκρατορία των Χμερ και οι θαυμαστοί ναοί του Άνγκορ παραμένουν ως μνημεία του θαυμαστού πολιτισμού τους. Μετά το θάνατο του Σουριαβαρμάν Β΄ (1113–1150), η Καμπότζη βυθίστηκε στο χάος, μέχρι που ο Τζαγιαβαρμάν Ζ΄ (1181-1218) διέταξε την ίδρυση μιας νέας πόλης. Καθώς ήταν βουδιστής, ο Βουδισμός έγινε για κάποια περίοδο η κυρίαρχη θρησκεία στην Καμπότζη.

Η άνοδος των βασιλείων Σουχοτάι (1238) και Αγιουτάγια (1350), αμφότερα βασίλεια των Τάι (οικογένειας εθνών, των οποίων υποσύνολο αποτελούν και οι Ταϊλανδοί), οδήγησε σε σχεδόν αδιάλειπτους πολέμους με τους Καμποτζιανούς και στην καταστροφή του Άνγκορ το 1431. Λέγεται ότι οι Τάι προκάλεσαν το θάνατο 90.000 αιχμαλώτων πολέμου. Η περίοδος που ακολούθησε το έτος 1432, με τους Καμποτζιανούς ληστευθέντες από τα υπάρχοντά τους, αποτέλεσε περίοδο κατακόρυφης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής πτώσης και παρακμής.

Η μετα-αυτοκρατορική εποχή (1431-σήμερα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1434, ο βασιλιάς Πονχέα Γιατ όρισε την πόλη Πνομ Πενχ ως πρωτεύουσά του, και η πόλη Άνγκορ εγκαταλείφθηκε και αποτέλεσε με τον καιρό τμήμα της παρακείμενης ζούγκλας της περιοχής. Εξαιτίας της συνεχιζόμενης επιθετικότητας των Σιαμέζων και Βιετναμέζων, η Καμπότζη απευθύνθηκε το 1863 στην αποικιοκρατική Γαλλία για προστασία, και το 1864 έγινε προτεκτοράτο της. Κατά τη δεκαετία του 1880, μαζί με το νότιο τμήμα του Βιετνάμ και το Λάος, συναποτέλεσαν την ελεγχόμενη από τους Γάλλους "Ένωση της Ινδοκίνας" ("Γαλλική Ινδοκίνα"). Για σχεδόν έναν αιώνα, οι Γάλλοι εκμεταλλεύθηκαν εμπορικά την Καμπότζη, έχοντας την πρωτοκαθεδρία στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή.

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, η κατάσταση στην Καμπότζη έγινε χαοτική. Ο βασιλιάς Νοροντόμ Σιχανούκ ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας το 1949 (πλήρως ανεξάρτητη κατέστη το 1953) και κυβέρνησε μέχρι τις 18 Μαρτίου 1970, όταν και ανατράπηκε από τον στρατηγό Λον Νολ, που ίδρυσε τη "Δημοκρατία των Χμερ" (δικτατορία στην ουσία). Στις 17 Απριλίου 1975, οι Κόκκινοι Χμερ, υπό την ηγεσία του Πολ Ποτ (πραγματικό όνομα Σαλόθ Σαρ), ανέτρεψαν τους στρατιωτικούς και ανήλθαν στην εξουσία, εξαπολύοντας ένα σχέδιο αποκοπής με ο,τιδήποτε θύμιζε το παρελθόν της χώρας, που οδήγησε σε γενοκτονία του πληθυσμού της και πλήθος καταστροφών σε κάθε τομέα.

Στις 7 Ιανουαρίου 1979, στρατιωτικές δυνάμεις του Βιετνάμ εισέβαλαν στην Καμπότζη και εκδίωξαν το καθεστώς των Κόκκινων Χμερ. Μετά από περισσότερο από μια δεκαετία με πολλές δυσκολίες για το λαό της Καμπότζης που προσπαθούσε να ορθοποδήσει ξανά, και με ισχνή εξωτερική βοήθεια, ο Ο.Η.Ε. παρενέβη με αποτέλεσμα να φτάσουμε στη Συμφωνία Ειρήνης του Παρισιού στις 23 Οκτωβρίου 1992, η οποία δημιούργησε τις συνθήκες που οδήγησαν σε γενικές εκλογές τον Μάιο του 1993, οι οποίες με τη σειρά τους είχαν ως αποτέλεσμα το σχηματισμό κυβέρνησης και την αποκατάσταση του πρίγκηπα Σιχανούκ στο θρόνο την ίδια χρονιά. Οι Κόκκινοι Χμερ εξακολούθησαν να ελέγχουν τμήματα της δυτικής και βόρειας Καμπότζης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν και οι τελευταίες δυνάμεις τους παραδόθηκαν στις κυβερνητικές με αντάλλαγμα αμνηστία και συμμετοχή-αναδιανομή των θέσεων εξουσίας μέσα στην καμποτζιανή κυβέρνηση.