Μον (εθνότητα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παιδιά φορούν παραδοσιακές στολές των Μον το 2007.

Οι Μον είναι μειονοτική εθνότητα της Μιανμάρ (πρώην Βιρμανία), που ζει κυρίως στο κρατίδιο Μον της χώρας, το δέλτα του ποταμού Ιραβάντι και κατά μήκος των νοτίων συνόρων της Μιανμάρ με την Ταϊλάνδη. Αποτελούν μία από τις παλαιότερες εθνότητες που κατοικούν στη ΝΑ Ασία, και είναι υπεύθυνοι για τη διασπορά του κλάδου Θεραβάντα του Βουδισμού στην Ινδοκίνα. Οι Μον αποτέλεσαν κύρια πηγή επιρροής στον πολιτισμό της Μιανμάρ. Ομιλούν τη γλώσσα Μον, μια αυστροασιατική γλώσσα, και μοιράζονται κοινή καταγωγή με τη μειονότητα των Νια Κουρ από την πολιτεία Ντβαραβάτι της Ταϊλάνδης.

Ο ανατολικός κλάδος των Μον περιλαμβάνει τη βασιλική οικογένεια της Ταϊλάνδης, που είναι καταγωγής από την εθνότητα των Μον και η οποία αφομοιώθηκε από την κουλτούρα της Ταϊλάνδης πολύ καιρό πριν. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα οι γυναίκες της βασιλικής δυναστείας Τσάκρι της Ταϊλάνδης διατηρούν την κληρονομιά των Μον ζωντανή στην ταϊλανδέζικη βασιλική Αυλή. Ο δυτικός κλάδος των Μον της Μιανμάρ απορροφήθηκε από την κοινωνία των Μπαμάρ (η πλειοψηφική εθνότητα της Μιανμάρ (πρώην Βιρμανίας), από τους οποίους και πήρε το όνομά της η χώρα, καθότι ήταν το κυρίαρχο εθνοτικό στοιχείο σε αυτή) αλλά εξακολούθησε να αγωνίζεται για να διατηρήσει τη γλώσσα και τα έθιμά του και να κερδίσει ένα μεγαλύτερο βαθμό πολιτικής αυτονομίας. Οι Μον της Μιανμάρ χωρίζονται σε τρεις υποομάδες, σύμφωνα με την περιοχή καταγωγής τους στην Κάτω Βιρμανία: τους Μαν Νια από την περιοχή Παθέιν (δέλτα ποταμού Ιραβάντι) στη δύση, τους Μαν Ντουίν στο Μπάγκο στην κεντρική περιοχή της Κάτω Βιρμανίας, και τους Μαν Ντα στην περιοχή Μοτάμα στα νοτιοανατολικά.

Από σύγχρονες μελέτες έχουν προκύψει αυξημένες ενδείξεις ότι οι Μον και οι Βιρμανοί μοιράζονται κάποια κοινή γενετική καταγωγή. Μια γενετική μελέτη στους Μον της νότιας Μιανμάρ και τους Βιρμανούς της ίδιας περιοχής έδειξε υπερίσχυση σε μεγάλη αναλογία μιας συγκεκριμένης μεταλλαγής του ερυθροκυτταρικού ενζύμου της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης (G6PD), η οποία μεταλλαγή δεν απαντάται στους Χμερ, Λαοτινούς και Ταϊλανδούς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μον πιστεύεται ότι είναι μία από τις παλαιότερες εθνότητες της Ινδοκίνας. Ίδρυσαν κάποιους από τους πρώτους πολιτισμούς εκεί, όπως του Ντβαραβάτι στην κεντρική Ταϊλάνδη, του Σρι Γκοταπούρα στο κεντρικό Λάος και τη βορειοδυτική Ταϊλάνδη, και το Βασίλειο του Θατόν. Υπήρξαν οι πρώτοι δέκτες των ιεραποστόλων του κλάδου Θεραβάντα του Βουδισμού, από τη Σρι Λάνκα (πρώην Κεϋλάνη), σε αντίθεση με τους ινδουϊστές συγχρόνους τους όπως οι εθνότητες Χμερ και Τσαμ.

Οι Μον υιοθέτησαν το αλφάβητο Παλλάβα και η αρχαιότερη μορφή της γραφής των Μον ανακαλύφθηκε σε ένα σπήλαιο κοντά στη σημερινή πόλη Σαραμπούρι της Ταϊλάνδης περίπου το 550 μ.Χ. Παρόλο που δεν ανακαλύφθηκαν υπολείμματα από το Βασίλειο Θατόν, αυτό αναφέρεται εκτενώς στα χρονικά της εθνότητας των Βιρμανών, αλλά και των Λαν Να του ομώνυμου βασιλείου (μιας ομάδας των βόρειων Τάι). Η θρυλική βασίλισσα Καμαντέβι από την κοιλάδα του ποταμού Τσάο Φράγια, υπήρξε η πρώτη βασίλισσα του βασιλείου του Χαριφουντσάι (σημερινό Λαμφούν) γύρω στο 800 μ.Χ.

Μετά το 1000 μ.Χ. οι Μον ήταν υπό συνεχή πίεση. Με τη μετανάστευση των λαών Τάι από το Βορρά και τις εισβολές των Χμερ από τα ανατολικά, οι Μον της περιοχής Ντβαραβάτι παραχώρησαν γύρω στο 1000 μ.Χ. τη θέση τους στο νεοπαγές Βασίλειο του Λάβο υπό την ηγεμονία των Χμερ. Οι Μον σκοτώθηκαν στους πολέμους, μεταφέρθηκαν ως αιχμάλωτοι, ή αφομοιώθηκαν στις νέες κουλτούρες. Οι Μον ως οντότητα στην κοιλάδα του ποταμού Τσάο Φράγια, ουσιαστικά εξαφανίσθηκαν. Παρόλα αυτά, το Βασίλειο του Χαριφουντσάι επιβίωσε ως προπύργιο των Μον στη βόρεια Ταϊλάνδη, υπό τη διαρκή παρενόχληση των βόρειων Ταϊλανδών.