Χασίς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μισοθρυμματισμένη πλάκα χασίς
Σέμπσι: μια Μαροκινή μεγάλου μήκους πίπα για το κάπνισμα μαριχουάνας ή χασίς. Δεξιά διακρίνονται διάφορα εξαρτήματά της.
Παρασκευή ρητίνης από κάνναβη. Ουταράχαντ, Ινδία.
Ένα χασισοποτείο στο Κατμαντού το 1973.

Με τον όρο Χασίς (χασίσι, μαύρο/μαύρη, νταμίρα, σοκολάτα,καλαματιανό) εννοείται το συμπυκνωμένο στερεό παρασκεύασμα που προέρχεται από το φυτό Ινδική Κάνναβις (cannabis indica). Πολλές φορές με το ίδιο όνομα χαρακτηρίζονται και τα προϊόντα του φυτού αυτού που είναι τριών ειδών: ο ανθός (κορυφές) μαζί με φύλλα του φυτού (κοινώς Φούντα), η ρητίνη του φυτού καθώς και διάφορα σύνθετα μίγματα των προηγουμένων, αν και συνήθως το φυτό αναφέρεται ως Χασισόδεντρο ή Χασισιά.

  • Η χρήση των παρασκευασμάτων αυτών ονομάζεται χασισοποτεία, ο δε χρήστης ή ο εξαρτημένος στη συνήθεια της μέθης με χασίσι ονομάζεται χασισοπότης, κοινώς χασικλής. Τα ρεμπέτικα τραγούδια που έχουν ως θέμα τους το χασίς, ονομάζονται χασικλίδικα.

Η τιμή δρόμου για το χασίς στην Ευρώπη το 2011 κυμαινόταν από 3 ευρώ (Πορτογαλία) ανά γραμμάριο έως 18 ευρώ στη Μάλτα ή ακόμα και 200 κορώνες (20 ευρώ) στη Νορβηγία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χασίς έχει καταναλωθεί για πολλούς αιώνες, αν και δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για το που πρωτοεμφανίστηκε.[1] Η Βόρεια Ινδία έχει μακρά κοινωνική παράδοση στην παραγωγή του χασίς, γνωστό τοπικά ως τσάρας, το οποίο πιστεύεται ότι είναι η ίδια φυτική ρητίνη που καιόταν στο τελετουργικό μπουζ ρουζ της Αρχαίας Περσίας.[2]

Η πρώτη αναφορά του όρου "χασίς" είναι σε ένα φυλλάδιο που δημοσιεύθηκε στο Κάιρο το 1123, κατηγορώντας τους μουσουλμάνους Νιζάρι ότι ήταν "χασισοφάγοι".[3] Τον 13ο αιώνα ο Ιμπν Ταϋμίγιαχ απαγόρευσε τη χρήση του χασίς. Ανέφερε ότι εισήχθη στην Ανατολή με την εισβολή των Μογγόλων (σε όλο τον 13ο αιώνα).[4] Το κάπνισμα δεν ήταν συνηθισμένο στον Παλαιό Κόσμο παρά μόνο μετά την εισαγωγή του καπνού, οπότε μέχρι τον 16ο αιώνα το χασίς καταναλωνόταν ως βρώσιμο στον μουσουλμανικό κόσμο.[5]

Το 1596 ο Ολλανδός Γιαν Χούιγκεν φαν Λινσότεν έγραψε τρεις σελίδες στο "Bangue" (μπανγκ) στο ιστορικό του έργο που τεκμηριώνει τα ταξίδια του στην Ανατολή. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στο χασίς της Αιγύπτου.[6] Ανέφερε ότι το Μπανγκ χρησιμοποιείται επίσης πολύ στη Τουρκία και στην Αίγυπτο και παρασκευάζεται σε τρία είδη με τρία ονόματα, με το πρώτο από τους Αιγύπτιους να ονομάζεται Ασσίς (Χασίς (αραβικό).

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λατινογενής όρος ασσασίν (assassin) στα αγγλικά σημαίνει δολοφόνος. Η λέξη ετυμολογικά συνδέεται με μια μουσουλμανική στρατιωτική, θρησκευτική αίρεση των Ασασίνων (Hashshashin), οπαδών του προφήτη Ισμαήλ που ξεκίνησε την αίρεση.

Πιστεύεται πως οι Ασσασίνοι, που έδρασαν μεταξύ 8ου και 14ου αιώνα, παρασκεύαζαν από κάνναβη χασίς και έκαναν χρήση όταν ήθελαν να δολοφονήσουν κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο για πολιτικούς ή θρησκευτικούς λόγους.[7] Λέγεται, μάλιστα, ότι στα υψώματα του Κασμίρ, όπου βρισκόταν ο αρχηγός τους, είχε χτιστεί ένας κήπος όμοιος με τον Παράδεισο που περιγράφεται στο Κοράνι. Έτσι, μαζί με το χασίς και τις υπόλοιπες απολαύσεις, ο επίδοξος δολοφόνος "βίωνε" την έννοια του Παραδείσου για να φανατιστεί.

Παρασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρασκευάζεται με διάφορους τρόπους, που σε γενικές γραμμές περιλαμβάνουν την αποξήρανση των ανθών, το τρίψιμο και κοσκίνισμά τους, και στη συνέχεια τη συμπύκνωσή τους σε "πλάκες". Το τελικό προϊόν έχει χρώμα που ποικίλλει από σκούρο πράσινο σε καφέ ή μαύρο, ανάλογα με τη συγκεκριμένη τεχνική παρασκευής του, τον τόπο προέλευσης και την ποιότητά του. Η σκληρότητά του κυμαίνεται μεταξύ πλαστελίνης και ξύλου, ενώ με ελαφρά θέρμανση, μαλακώνει και θρυμματίζεται εύκολα στο κονίαμα από το οποίο προήλθε.

Από τα παρασκευάσματα της ινδικής κάνναβης, το χασίς είναι το πιο εύκολο στη μεταφορά, καθώς δεν απαιτείται κάποιο στεγανό δοχείο (όπως για το Χασισέλαιο) ή κάποια χάρτινη ή νάυλον συσκευασία (όπως για τη Φούντα), ενώ η περιεκτικότητά του στη δραστική ουσία THC είναι αρκετά μεγαλύτερη από τον ακατέργαστο ανθό (Φούντα).

Χημική σύσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tetrahydrocannabinol.svg

Η δραστική ουσία της Ινδικής Κάνναβης είναι η δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη ή αλλιώς THC

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρήση του χασίς γίνεται καπνίζοντάς το σε ναργιλέ, τσιγάρο ή διάφορα είδη πίπας αλλά και με θέρμανσή του σε κάποιο κλειστό δοχείο (σπιρτόκουτο, ποτήρι κλπ.) και εισπνοή των ατμών. Επίσης το χασίς μπορεί να παρασκευαστεί και σε τσάι καθώς και να χρησιμοποιηθεί ως συστατικό σε διάφορα φαγητά και γλυκά[8].

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χασίς αποτέλεσε κύρια θεματολογία στα ρεμπέτικα τραγούδια, πριν από την επιβολή της λογοκρισίας από τη μεταξική δικτατορία. Χαρακτηριστικοί στίχοι που αναφέρονται στο χασίς είναι:

  • Όταν μπουκάρω στον τεκέ
τον αργιλέ τσακώνω
και με τα φυλλοκάρδια μου
τραβώ τον ξελιγώνω (Ανέστης Δελιάς)
  • Μες τον τεκέ της Μαριγώς
με έπιασ' ένας μυστικός
και απάνω στο μεράκι
βάζει χέρι στο μαυράκι (Κώστας Μακρής (Στρογγυλός))
  • Εγώ μάγκας γεννήθηκα
και μάγκας θ' αποθάνω
και ας φυτρώσουν χασισιές
στον τάφο μ' από πάνω (Μάρκος Βαμβακάρης)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hashish! by Robert Connell Clarke, (ISBN 0-929349-05-9)
  2. Usaybia, Abu; Notes on Uyunu al-Anba fi Tabaquat al-Atibba, Berkeley: University of California Press, 1965.
  3. Martin Booth (30 September 2011). Cannabis: A History. Transworld, σελ. 84–. ISBN 978-1-4090-8489-1. https://books.google.com/books?id=Mjn6sCiHoFIC&pg=PA84. 
  4. Ibn Taymiyyah, Majmu al-Fatwa al-Kubra(Arabic), Vol. 3, p 425. http://shamela.ws/browse.php/book-9690#page-1323
  5. John Charles Chasteen (9 February 2016). Getting High: Marijuana through the Ages. Rowman & Littlefield, σελ. 72–. ISBN 978-1-4422-5470-1. https://books.google.com/books?id=Pk-xCgAAQBAJ&pg=PA72. 
  6. Burnell, Arthur Coke. Tiele, P.A (1885). The voyage of John Huyghen van Linschoten to the East Indies. from the old English translation of 1598: the first book, containing his description of the East. London: The Hakluyt Society, σελ. 115–117. https://archive.org/details/voyagejohnhuygh02tielgoog.  Full text at Internet Archive. Chapter on Bangue.
  7. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 8, Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, σ. 67.
  8. Βλ. Gottlieb, Adam (1993). Cooking with Cannabis: The Most Effective Methods of Preparing Food and Drink with Marijuana, Hashish, and Hash Oil. Ronin Publishing

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • cannabishellas.com - Παρεμφερείς ονομασίες: χασίσι, μαύρο , κάνναβη