Τετραϋδροκανναβινόλη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τετραϋδροκανναβινόλη

Η Τετραϋδροκανναβινόλη ή αλλιώς THC είναι η ουσία που περιέχεται στην μαριχουάνα και το χασίς, προϊόντα του φυτού κάνναβης. Στο χασίς υπάρχει σε πολλή μεγαλύτερη συγκέντρωση σε σχέση με την μαριχουάνα. Προκαλεί ψυχοδραστικές μεταβολές στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η ουσία εντάσσεται στα ψευθαισθησιογόνα φάρμακα, τα οποία επηρεάζουν τη λογική σκέψη. Στην ίδια οικογένεια εντάσσεται και η διαιθυλαμίδη του λυσεργικού οξέος γνωστή και ως LSD.


Μηχανισμός δράσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ουσία δρα στα νευρικά κύτταρα με έναν σχετικά σύνθετο μηχανισμό που τελικά οδηγεί στην απελευθέρωση ανασταλτικών νευροδιαβιβαστών, που είναι υπεύθυνοι για τις δράσεις της Τετραϋδροκανναβινόλης.

Στο νευρικό σύστημα δύο γειτονικά κύτταρα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω νευρικών συνάψεων και μεταφέρουν μηνύματα το ένα στο άλλο. Κατά την μετάδοση του μηνύματος, το σήμα μεταφέρεται κατά μήκος του νευρικού κυττάρου μέσα από μία ηλεκτρική διέγερση, γνωστή και ως δυναμικό ενέργειας. Όταν φτάσει αυτό το σήμα στην άκρη του νευρώνα, στις νευρικές απολήξεις, μεταδίδεται στο επόμενο κύτταρο μέσα από μία συν-απτική σχισμή. Η σχισμή αυτή είναι η απόσταση ανάμεσα στα δύο αυτά κύτταρα. Για να τα καταφέρει το κύτταρο, μετατρέπει το ηλεκτρικό σήμα σε χημικό. Αυτό γίνεται μέσω ενός μορίου που λέγεται νευροδιαβιβαστής. Αυτό το μόριο ελευθερώνεται μέσω της απελευθέρωσης ιόντων ασβεστίου. Έπειτα προσδένεται σε έναν υποδοχέα της μετα-συν-απτικής μεμβράνης και μετατρέπεται εκ νέου σε ηλεκτρικό σήμα.

Στην περίπτωση της τετραϋδροκανναβινόλης, όταν διεγείρεται ο μετα-συν-απτικός υποδοχέας με την σύνδεση των νευροδιαβιβαστών απελευθερώνεται μέσα στο κύτταρο ασβέστιο. Αυτό οδηγεί στην απελευθέρωση ενδοκανναβινοειδών, τα οποία προσδένονται στους αντίστοιχους υποδοχείς στο προσυναπτικό νευρώνα. Αυτοί είναι υποδοχείς τύπου GABA (γ-αμινοβουτυρικό οξύ). Με την πρόσδεση των ενδοκανναβινοειδών αναστέλλεται η απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών που έχουν ανασταλτικές δραστηριότητες. Έτσι μέσα από αυτόν τον περίπλοκο μηχανισμό αλλάζει η νευρική λειτουργία και η τετραϋδροκανναβινόλη προκαλεί μια σειρά από αλλαγές στον ανθρώπινο οργανισμό.

Δράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δράσεις της ουσίας εμφανίζονται αμέσως μετά την χρήση της. Ωστόσο, φτάνουν στο μέγιστο τους 20 λεπτά μετά. Οι σωματικές δράσεις εξαφανίζονται πλήρως 3 ώρες έπειτα της κατανάλωσης. Αντίθετα, οι ψυχοδραστικές δράσεις μπορούν να κρατήσουν πολύ περισσότερο.

Οι κυριότερες εξ αυτών είναι:

  • Οπτικές παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις
  • Απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης
  • Έλλειψη κινήτρων και αδιαφορία (χρόνια χρήση)
  • Μείωση τεστοστερόνης (χρόνια χρήση)
  • Ενίσχυση οπτικής δραστηριότητας
  • Ξηροστομία
  • Αύξηση της όρεξης
  • Ευφορία
  • Υπνηλία
  • Χαλάρωση
  • Ταχυκαρδία
  • Πτώση αρτηριακής πίεσης
  • Ερυθρότητα των επιπεφυκοτών

Σε περίπτωση γονιδιακής προδιάθεσης, είναι δυνατόν να προκαλέσουν ψυχώσεις και ψυχικές διαταραχές.

Ιατρική χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα υπάρχει ένα κίνημα υπέρ της λεγόμενης «ιατρικής χρήσης» της κάνναβης, δηλαδή να χορηγείται για θεραπευτικούς σκοπούς σε ασθενείς που την έχουν άμεση ανάγκη, όπως είναι όσοι υποφέρουν από εμετούς και ναυτία, δηλαδή τις ισχυρές παρενέργειες της χημειοθεραπείας, από βασανιστικούς και επίμονους πόνους, από γλαύκωμα, ακόμη και νευρική ανορεξία.

Σε πολλά εργαστήρια σε όλον τον κόσμο γίνονται εντατικές έρευνες για να παραχθούν φάρμακα με βάση τα συστατικά της κάνναβης, που όμως δεν θα έχουν ψυχοτρόπες επιδράσεις, θα μένουν δηλαδή μακριά από την περιοχή του εγκεφάλου και θα δρουν μόνο στον περιφερειακό υποδοχέα στον οποίο δείχνουν προτίμηση τα μη ψυχότροπα ανάλογα (δηλαδή τα τροποποιημένα από τους ερευνητές κανναβινομιμητικά μόρια) παρουσιάζοντας υψηλή αντιφλεγμονώδη δράση. Το πρώτο τέτοιο παρασκεύασμα ενάντια στον πόνο και στο στρες ανακοινώθηκε την 1η Ιουλίου του 2005 στο περιοδικό «Nature» από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Τζόρτζια, ενώ άλλα για την επιληψία και την κατά πλάκας σκλήρυνση θα ακολουθήσουν.

Εξάρτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τετραϋδροκανναβινόλη προκαλεί ήπια εξάρτηση. Η ύπαρξη στερητικού συνδρόμου είναι αμφισβητούμενη.

Απεξάρτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή γίνεται σε ειδικές θεραπευτικές ομάδες σε κοινότητες αυτο-βοήθειας.

Ανίχνευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανίχνευση της τετραϋδροκανναβινόλης γίνεται με έλεγχο των ούρων. Το χρονικό διάστημα στο οποίο εντοπίζεται δεν είναι σε όλους τους χρήστες το ίδιο. Εξαρτάται από την ποσότητα της χρήσης και μπορεί να είναι μέχρι και 4 εβδομάδες. Στο αίμα εντοπίζεται μόνο τις πρώτες μέρες μετά την χρήση.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φαρμακολογία Richard D. Howland, Mary J.Mycek 3η έκδοση Κεφάλαιο 10, σελ. 131-132
  • Βασικές αρχές κυτταρικής βιολογίας Alberts, Bray, Hopkin,Johnson,Lewis, Raff, Roberts, Walter Κεφάλαιο 12 σελίδες 509-514
  • Κλινική Ψυχιατρική Γεώργιος Στ.Καπρίνης Β' Τόμος Κεφάλαιο Διαταραχές της συμπεριφοράς σελίδες 586-599