Χέρενκιμζε
UNESCO | |
|---|---|
| Ανάκτορα του Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας: Νόισβανσταϊν, Λίντερχοφ, Σάχεν και Χέρρενκιμζεε | |
| Τοποθεσία | |
| Τύπος | Πολιτιστικό |
| Κριτήρια | (iv) |
| Κωδικός UNESCO | 1726 |
| Εγγραφή | 2025 (24η Σύνοδος) |
| Σε κίνδυνο | Όχι |
| Συντεταγμένες | N47 51 E12 23 |
Το Χέρρενκιμζεε (γερμ. Herrenchiemsee) είναι ένα συγκρότημα βασιλικών κτιρίων στο Χέρρενινσελ, το μεγαλύτερο νησί στη λίμνη Κίμζε, στη νότια Βαυαρία της Γερμανίας. Μαζί με το γειτονικό νησί Φράουενκιμζε και το ακατοίκητο Kράουτινσελ, σχηματίζει το δήμο Κίμζεε, που βρίσκεται περίπου 60 χλμ. νοτιοανατολικά του Μονάχου.
Το νησί, παλαιότερα η τοποθεσία ενός Αυγουστιανού μοναστηριού, αγοράστηκε από το Λουδοβίκο Β΄ της Βαυαρίας το 1873. Ο Βασιλιάς είχε μετατρέψει τις εγκαταστάσεις σε κατοικία, γνωστή ως Παλαιό Ανάκτορο (Altes Schloss). Από το 1878 και μετά, ανέγειρε το Νέο Ανάκτορο (Neues Schloss), με βάση το πρότυπο των Βερσαλλιών. Ήταν το μεγαλύτερο, αλλά και το τελευταίο από τα οικοδομικά του έργα, και παρέμεινε ημιτελές. Σήμερα διατηρείται από τη Βαυαρική Διοίκηση Κρατικών Ανακτόρων, Κήπων και Λιμνών και είναι προσβάσιμο στο κοινό. Το Χέρρενκιμζεε αποτελεί σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο.
Από το 2025 το ανάκτορο Χέρρενκιμζε, μαζί με το Ανάκτορο Λίντερχοφ, το Κάστρο Nόισβανσταϊν και τη Βασιλική Οικία στο Σάχεν συμπεριλαμβάνονται ως ένα ενιαίο σύνολο στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Και τα τέσσερα κτηριακά συγκροτήματα οικοδομήθηκαν μεταξύ 1864 και 1886 υπό την προσωπική επίβλεψη του Λουδοβίκου και ενσαρκώνουν το καλλιτεχνικό του όραμα.[1]
Το Παλαιό Ανάκτορο (Αββαείο Χέρρενκιμζε)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Σύμφωνα με την παράδοση, το αββαείο των Βενεδικτίνων του Χέρρενκιμζεε ιδρύθηκε περί το 765 από τον Τάσσιλο Γ΄ της Βαυαρίας (του Οίκου των Aγιλολφιδών), στο βόρειο άκρο του Χέρρενινσελ. Ωστόσο, νέα ευρήματα υποδεικνύουν μία ακόμη προγενέστερη ίδρυση μεταξύ 620 και 629 από το Βουργουνδό ιεραπόστολο Άγιο Ευστάθιο του Λουξέιγ, καθιστώντας το ως το παλαιότερο μοναστήρι στο Δουκάτο της Βαυαρίας, που ιδρύθηκε περίπου 70 χρόνια νωρίτερα από το Αββαείο του Αγίου Πέτρου στο Σάλτσμπουργκ.
Το 969 ο Όθων Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παρέδωσε το αββαείο στους αρχιεπισκόπους του Σάλτσμπουργκ. Αρχικά, ήταν μοναστήρι των Βενεδικτίνων, όμως περί το 1130 επανιδρύθηκε ως μοναστήρι υπό τον κανόνα του Αγίου Αυγουστίνου. Η κατασκευή μίας νέας ρομανικής βασιλικής, αφιερωμένης στους αγίους Σίξτο και Σεβαστιανό, ολοκληρώθηκε το 1158.
Το 1215, με την έγκριση του πάπα Ιννοκεντίου Γ΄, ο αρχιεπίσκοπος του Σάλτσμπουργκ Έμπερχαρντ φον Ρέγκενσμπουργκ έκανε την εκκλησία του μοναστηριού καθεδρικό ναό μίας επισκοπής σουφραγκανών, της επισκοπής Κίμζεε, συμπεριλαμβανομένων πολλών ενοριών στην ηπειρωτική χώρα και στο Τυρόλο. Το μοναστήρι των Αυγουστίνων λειτουργούσε ως σύλλογος του καθεδρικού ναού, ενώ οι βοηθοί επίσκοποι διατήρησαν την έδρα τους στο Παλάτι Κίμζεεχοφ στο Σάλτσμπουργκ. Ο σύλλογος Χέρρενκιμζεε είχε επικεφαλής κοσμήτορες, που από το 1218 κατείχαν επίσης τη θέση του αρχιδιακόνου. Απέκτησαν ακόμη και αρχιερατικά άμφια και το δικαίωμα του παπικού παλατινού κόμη τον 15ο αιώνα.
Το σημερινό μπαρόκ μοναστηριακό συγκρότημα ανεγέρθηκε μεταξύ 1642 και 1731. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Διαμεσολάβησης, το Αββαείο του Χέρρενκιμζεε εκκοσμικεύτηκε το 1803, ο καθεδρικός ναός βεβηλώθηκε το 1807 και η επισκοπή του Κίμζεε τελικά διαλύθηκε το 1808. Το νησί πωλήθηκε στη συνέχεια. Διάφοροι ιδιοκτήτες κατεδάφισαν τον καθεδρικό ναό, πώλησαν το εσωτερικό και μετέτρεψαν ακόμη και το αββαείο σε ζυθοποιείο. Ο Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας απέκρουσε τα σχέδια για την πλήρη αποψίλωση του νησιού από μία εταιρεία εμπορίου ξυλείας της Βυρτεμβέργης, εξαγοράζοντάς το νησί το 1873. Έβαλε να μετατρέψουν τα κτίρια που είχαν απομείνει για ιδιωτική του χρήση, το συγκρότημα που αργότερα έγινε γνωστό ως «Παλαιό Ανάκτορο», όπου έμεινε ερευνώντας την κατασκευή του Νέου Ανακτόρου Χέρρενκιμζεε.
Από τις 10 έως τις 23 Αυγούστου 1948, οι εκπρόσωποι ένδεκα γερμανικών κρατών των Δυτικών Ζωνών και του Δυτικού Βερολίνου συναντήθηκαν στο Παλαιό Ανάκτορο ως «Συνταγματική Συνέλευση» (Verfassungskonvent), για να προετοιμάσουν τις εργασίες για τη σύνταξη του Ομοσπονδιακού Συντάγματος (Grundgesetz) με σκοπό την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Το Νέο Ανάκτορο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατασκευή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1867 ο νεαρός Λουδοβίκος Β΄ είχε ταξιδέψει στη Γαλλία, αλλά χρειάστηκε να επιστρέψει στη Βαυαρία όταν έμαθε για το τέλος του θείου του, Όθωνα, τέως Βασιλιά της Ελλάδας, χωρίς να έχει την ευκαιρία να επισκεφθεί το Παλάτι των Βερσαλλιών. Ωστόσο, ασχολήθηκε με την κατοικία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας και είχε σχέδια για μία παρόμοια εξοχική διαμονή, που είχε σχεδιάσει ο αρχιτέκτονας της αυλής Γκέοργκ φον Ντόλμαν (1830-1895). Ένα πιθανό εργοτάξιο επιλέχθηκε στην κοιλάδα Γκράσβανγκ κοντά στο Έτταλ, την μεταγενέστερη τοποθεσία του Ανακτόρου Λίντερχοφ.
Μετά από πολλές αναθεωρήσεις, τα σχέδια του Ντόλμαν για ένα πρώην περίπτερο, που έμοιαζε με το Μεγάλο Τριανόν ή τον Πύργο του Μαρλύ είχαν μετατραπεί σε ένα μεγάλο παλάτι, συμπεριλαμβανομένου ενός αντιγράφου της Αίθουσας των Κατόπτρων των Βερσαλλιών. Η κατασκευή σταμάτησε με το ξεκίνημα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου το 1870. Τα επόμενα χρόνια, ο Λουδοβίκος Β΄ επικεντρώθηκε στην κατασκευή του Λίντερχοφ. Συνέχισε τα προηγούμενα σχέδιά του, αφού τελικά επισκέφτηκε τις Βερσαλλίες το καλοκαίρι του 1874, ενώ έγινε δεκτός με τιμές από τη γαλλική κυβέρνηση στα γενέθλιά του στις 25 Αυγούστου. Το Χέρρενκιμζεε έγινε η καθορισμένη τοποθεσία για το μεγάλο Νέο Ανάκτορο γύρω από ένα κεντρικό κτίριο (corps de logis), σχεδιασμένο από τους Ντόλμαν, Κρίστιαν Γιανκ και Φραντς φον Ζάιτς.
Η κατασκευή ξεκίνησε στις 21 Μαΐου 1878. Ο ίδιος ο Λουδοβίκος Β΄ επέβλεπε τακτικά την πρόοδο του κτιρίου, ενώ έμενε στο Παλαιό Ανάκτορο κοντά. Ως φόρος τιμής στο λατρεμένο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄ και το θεϊκό του δικαίωμα, το Χέρρενκιμζεε προέκυψε ως μία ιδιωτική, αλλά τεράστια κατοικία, η οποία έμοιαζε με τις Βερσαλλίες, αλλά ποτέ δεν σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει ένα βασιλικό νοικοκυριό με χίλια άτομα. Ο Λουδοβίκος Β΄ είχε την ευκαιρία να μείνει στο ανάκτορο μόνο για λίγες μέρες το Σεπτέμβριο του 1885, με κάποια μόνο δωμάτια πλούσια διακοσμημένα και τα ημιτελή μέρη καλυμμένα από πολύχρωμους καμβάδες.
Μετά το θάνατο του Βασιλιά τον επόμενο χρόνο, όλες οι κατασκευαστικές εργασίες σταμάτησαν. Κατά την περίοδο μεταξύ 1863 και 1886 είχαν δαπανηθεί 16.579.674 μάρκα[2]. Χρησιμοποιώντας ένα χρυσό νόμισμα 0,2304 τρόυ ουγγιάς (7,171 γραμ.) του 1890 των "20 μάρκων" ως σημείο αναφοράς, η δαπάνη ισοδυναμεί με 190.998 ουγγιές χρυσού, το οποίο στις τιμές Οκτωβρίου 2013 άξιζε περίπου £154.000.000 (€200.000.000), κόστισε περισσότερο από το Λίντερχοφ και το Κάστρο Νόισβανσταϊν μαζί. Τα έξοδα έφεραν τα οικονομικά του Βασιλείου της Βαυαρίας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, αν και έφεραν ισχυρή ανάπτυξη στην τοπική οικονομία.
Μόνο λίγες εβδομάδες μετά το τέλος του Λουδοβίκου Β΄ το κτίριο άνοιξε για το κοινό. Μετά τη Νοεμβριανή Επανάσταση, ο διάδοχος του θρόνου, Ροβέρτος (γιος του Λουδοβίκου Γ΄, τελευταίου Βασιλιά της Βαυαρίας), παραχώρησε το Χέρρενκιμζεε στο κράτος της Βαυαρίας το 1923.
Αρχιτεκτονική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Σε αντίθεση με το μεσαιωνικό Nόισβανσταϊν, που ξεκίνησε το 1869, το Νεο-Μπαρόκ Νέο Ανάκτορο στέκεται ως μνημείο του θαυμασμού του Λουδοβίκου Β΄ προς το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄ της Γαλλίας. Η μεγάλη οροφή της Αίθουσας των Κατόπτρων είναι ζωγραφισμένη με 25 τοιχογραφίες, που δείχνουν το Λουδοβίκο ΙΔ΄ στις καλύτερες στιγμές του.
Το ανάκτορο είχε σχήμα «Π» με δύο πτέρυγες να πλαισιώνουν το κεντρικό κτίριο. Μόνο 16 από τα 70 δωμάτια ήταν στο ισόγειο.[3] Αν και επρόκειτο να ήταν ισοδύναμο με το Παλάτι των Βερσαλλιών, μόνο το κεντρικό τμήμα κτίστηκε πριν αποβιώσει ο Βασιλιάς και η κατασκευή διακόπηκε με 50 από τα 70 δωμάτια ακόμη ημιτελή. Δεν προοριζόταν ποτέ να είναι ένα απόλυτα ακριβές αντίγραφο του γαλλικού βασιλικού παλατιού. Όπως και οι Βερσαλλίες, η Στοά των Κατόπτρων έχει 17 τόξα, ενώ η Αίθουσα της Ειρήνης και η Αίθουσα τού Πολέμου εκατέρωθεν έχουν έξι παράθυρα η καθεμία. Οι κόγχες των παραθύρων στο Χέρρενκιμζεε είναι ελαφρώς πιο φαρδιές από αυτές των Βερσαλλιών, καθιστώντας την κεντρική του πρόσοψη μερικά μέτρα ευρύτερη. Η τραπεζαρία διαθέτει τραπέζι ασανσέρ και το μεγαλύτερο πορσελάνινο πολυέλαιο Mάισσεν στον κόσμο. Επίσης τεχνολογικά, το κτίριο επωφελείται από σχεδόν δύο αιώνες προόδου. Το αρχικό Παλάτι των Βερσαλλιών δεν είχε τουαλέτες, νερό και κεντρική θέρμανση, ενώ το Nέο Ανάκτορο έχει όλα αυτά, συμπεριλαμβανομένης μίας μεγάλης θερμαινόμενης μπανιέρας.

Σύγκριση με το Νόισβανσταϊν: Το ανάκτορο οικοδομήθηκε σε ένα ως επί το πλείστον απροσπέλαστο σημείο, στη μέση ενός δάσους, σε ένα λίγο πολύ απομακρυσμένο λιμναίο νησί και προσβάσιμο μόνο με λέμβο, σήμερα μέσω ενός συστήματος μικρών ατμόπλοιων. Αυτή η τοποθεσία, σε πείσμα των δύο άλλων ανακτόρων, έχει ένα θαυμάσιο τοπίο γύρω της και την κοντινή σειρά των Άλπεων Χίμγκαου, που φαίνονται επάνω και αντανακλώνται στη λίμνη. Μπορεί να ήταν και μπορεί να εξακολουθεί να θεωρείται σαφώς λιγότερο ελκυστική θέση από το πιο εύκολα προσβάσιμο, θεαματικό κάστρο Nόισβανσταϊν, το οποίο έχει ένα εντυπωσιακό αλπικό σκηνικό κοντά στο Φύσσεν, για να μην μιλήσουμε για το ότι ήταν σκαρφαλωμένο ακριβώς επάνω σε έναν απότομο βράχο (που η κορυφή του ανατινάχθηκε για να ισοπεδωθεί) και σε ένα αρκετά απότομο φαράγγι, αντί να έχει μία πίσω αυλή. Όχι μόνο το εξωτερικό, αλλά και το εσωτερικό στο Χέρρενκιμζεε έμεινε ακόμη πιο ημιτελές από αυτό του Νόισβανσταϊν. Η διεθνής δημοτικότητα του τελευταίου, ωθούμενη από την έμπνευση που άντλησε ο Ουώλτ Ντίσνεϋ από αυτό -ας το πούμε Κάστρο της Σταχτοπούτας- έκανε τη δυσανάλογη προσοχή, που απολαμβάνουν οι δύο χώροι με τους τουρίστες.
Επίσης, από το Μόναχο, το Λίντερχοφ (80 χλμ. από το Μόναχο) βρίσκεται στην ίδια κατεύθυνση (νοτιοδυτικά) και όχι πολύ μακριά από το Nόισβανσταϊν, (το Νόισβανσταϊν είναι 16 χλμ. δυτικότερα) προς το Τυρόλο και τη Σουηβία, έτσι οι τουρίστες συχνά επιλέγουν να επισκεφθούν και τα δύο μέρη σε μία ημερήσια εκδρομή. Το Κίμζεε με τα νησιά του βρίσκεται νοτιοανατολικά, στο δρόμο προς το Σάλτσμπουργκ, δηλαδή σχεδόν σε αντίθετη κατεύθυνση (110 χλμ. από το Λίντερχοφ, 70 χλμ. από το Βασιλικό Ανάκτορο του Μονάχου).
Κήποι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο επίσημος κήπος είναι γεμάτος με αναβρυτήρια, αντίγραφο της Κρήνης της Λητούς των Βερσαλλιών και αγάλματα τόσο στο κλασικό στυλ των Κήπων των Βερσαλλιών, όσο και στο φανταστικό ρομαντισμό που προτιμούσε ο βασιλιάς Λουδοβίκος. Αγάλματα που θυμίζουν την αρχαιότητα βρίσκονται σε όλους τους κήπους, διακοσμημένα στο μεγαλειώδες ύφος των ρομαντικών οπερών του Ρίχαρντ Βάγκνερ.
Εκθεσιακός χώρος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Το Νέο Ανάκτορο από τα δυτικά.
- Ο επίσημος κήπος με αναβρυτήρια στα δυτικά του Nέου Ανακτόρου.
- Θέα από το ανάκτορο προς τα ανατολικά.
- Η είσοδος (ιματιοθήκη).
- Ο κεντρικός άξονας πέρα από το αναβρυτήριο της Λητώς στο Κίμζεε μιμείται τη θέα των Βερσαλλιών στο Μεγάλο Κανάλι.
- Το αχρησιμοποίητο Δωμάτιο του Αλβέρτου (Albertzimmer) του Λουδοβίκου Β΄ αντικατοπτρίζει το δωμάτιο εργασίας (cabinet de travail) του Λουδοβίκου ΙΕ΄.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «The Palaces of King Ludwig II of Bavaria: Neuschwanstein, Linderhof, Schachen and Herrenchiemsee». Επίσημος ιστότοπος της UNESCO. Ανακτήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2026.
- ↑ Michael Petzet, König Ludwig II. und die Kunst (King Ludwig II and the Arts), Munich, 1963.
- ↑ «Bavarian Palace Administration | Herrenchiemsee Palace and Park | New Palace | Palace tour». www.herrenchiemsee.de. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2022.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Σελίδα Herrenchiemsee του τμήματος βαυαρικών ανακτόρων (αγγλικά): Bayerische Schlösserverwaltung | Schloss und Park Herrenchiemsee | Aktuelles
- Σελίδα Herrenchiemsee Τμήματος Βαυαρικών Ανακτόρων (Γερμανικά): Bayerische Schlösserverwaltung | Schloss und Park Herrenchiemsee | Aktuelles
- Herrenchiemsee, the bavarian Versailles: Herrenchiemsee, the bavarian Versailles Αρχειοθετήθηκε 2021-02-24 στο Wayback Machine.
