Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τιντορέττο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τιντορέττο
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Tintoretto (Ιταλικά)
Γέννηση1519
Βενετία
Θάνατος31  Μαΐου 1594
Βενετία
Τόπος ταφήςMadonna dell'Orto
Χώρα πολιτογράφησηςΒενετική Δημοκρατία
Ιδιότηταζωγράφος, ειδικός αρχιτεκτονικού σχεδίου και εικαστικός καλλιτέχνης
ΣύζυγοςFaustina de Vescovi
ΤέκναMarietta Robusti, Domenico Tintoretto και Marco Tintoretto
ΚίνημαΜανιερισμός και Βενετική Σχολή
Είδος τέχνηςΒενετική Σχολή, Αναγέννηση, έργο θρησκευτικής θεματολογίας, μυθολογικά θέματα και allegory
Καλλιτεχνικά ρεύματαΜανιερισμός και Βενετική Σχολή
Σημαντικά έργαSt. Roch in Glory, Crucifixion, Christ Washing the Disciples' Feet, Portrait of a White-Bearded Man, Judith and Holofernes, Judith and Holofernes, St Mark's Body Brought to Venice, Tarquin and Lucretia, Adorazione dei Magi, Old Man and a Boy, Arachne challenges Minerva in a weaving contest, Diana and Endymion or Venus and Adonis, Bacchus, Venus and Ariadne, Mercury and the Graces, Minerva Sending Away Mars from Peace and Prosperity, Ο Μυστικός Δείπνος, Leda and the Swan, Leda and the Swan, Miracle of Saint Agnes, Mystic Marriage of St Catherine, Prayer in the Garden of Gethsemane, Resurrection and Three Avogadori, Portrait of an admiral, Portrait of a man, St Roch in Prison Visited by an Angel, Saint Roch heals the animals, Portrait of the Doge Sebastiano Venier, The Annunciation, The Assumption of the Virgin, The Crucifixion, The Massacre of the Innocents, The Raising of Lazarus, The Temptation of St Anthony, The Vision of St. Peter, The beheading of St. Paul, The circumcision και Venus, Vulcan, and Cupid
Υπογραφή
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Τιντορέττο (ιταλ.: Tintoretto, περ. 1518 ή 1519 - 31 Μαΐου 1594), πραγματικό όνομα Γιάκοπο Ρομπούστι (Jacopo Robusti) ή, σύμφωνα με νεότερες έρευνες Γιάκοπο Κομίν (Jacopo Comin)[1] ήταν σημαντικός ζωγράφος της Βενετικής Σχολής, ο οποίος έζησε και δημιούργησε στη Βενετία του 16ου αιώνα. Εκτός από θρησκευτικά και μυθολογικά θέματα, ο Τιντορέττο ολοκλήρωσε αρκετές προσωπογραφίες επιφανών Βενετών, αν και ο ίδιος ουδέποτε έγινε καθολικά δεκτός από τις αριστοκρατικές οικογένειες της Βενετίας, όπως αποτυπώνεται στις παραγγελίες έργων που δέχτηκε. Ο γρήγορος ρυθμός με τον οποίο ολοκλήρωνε τα έργα του προκάλεσε διχασμό στην εποχή του, καθώς για πολλούς συνιστούσε δείγμα προχειρότητας,[2] ενώ κοινή σε πολλούς κριτικούς υπήρξε και η άποψη πως παρέκκλινε των αποδεκτών ορίων της καλλιτεχνικής παράδοσης.[3] Σήμερα συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ζωγράφους της ύστερης Αναγέννησης και του βενετικού μανιερισμού.[4]

Ο Τιντορέττο γεννήθηκε στη Βενετία το 1518 ή 1519. H ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι εξακριβωμένη.[5] Ο πατέρας του, Τζοβάννι, ήταν βαφέας υφασμάτων (ιταλ. tintore) απ' όπου και προέρχεται το προσωνύμιο Τιντορέττο του καλλιτέχνη (tintoretto = ο μικρός βαφέας ή ο γιος του βαφέα).[6] Σύμφωνα με το διαθέσιμο αρχειακό υλικό, είχε έναν αδερφό που λεγόταν Ντομένικο. Παρότι ενδέχεται να είχε κι άλλους αδερφούς ή αδερφές, η πιθανότητα να επρόκειτο για άλλα 21 αδέρφια, όπως ισχυρίζονται κάποιες πρώιμες πηγές, θεωρείται μικρή.[7] Η οικογένειά του καταγόταν είτε από την πόλη Λούκα (Lucca) στην Τοσκάνη είτε από τη Μπρέσια και εγκαταστάθηκε στη Βενετία λίγο καιρό πριν τη γέννηση του ζωγράφου.[8] Το πραγματικό όνομα της οικογένειας ήταν Κομίν (ιταλ. Comin), αλλά ο πατέρας έλαβε το προσωνύμιο Robusti (= ρωμαλέος) ως αναγνώριση της θαρραλέας του συμβολής στην υπεράσπιση της πόλης Πάντοβα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τις δυνάμεις της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το 1509.[1] Ο ίδιος ο Τιντορέττο απέκτησε το προσωνύμιο Furioso (ακάθεκτος, έξαλλος, μαινόμενος) λόγω του μανιώδους τρόπου με τον οποίο ζωγράφιζε. Όταν Βενετοί αξιωματούχοι τον ρώτησαν γιατί ζωγράφιζε με τόσο γρήγορους ρυθμούς, σε σύγκριση με τους άλλους συναδέλφους του, ο καλλιτέχνης απάντησε: «Επειδή αυτοί δεν έχουν γύρω τους τόσα πολλά ζωύφια που να τους τρελαίνουν».[9]

Λίγες πληροφορίες είναι γνωστές σχετικά με την εκπαίδευσή του. Η έλλειψη ομοιομορφίας ως προς το ύφος των έργων που φιλοτέχνησε την περίοδο 1535-1544 είναι τέτοια, που καθίσταται δύσκολο να σκιαγραφηθούν με βεβαιότητα τα στάδια της εκπαίδευσής του και η εξέλιξη της τεχνοτροπίας του.[10] Πρώιμες πηγές παραδίδουν πως εκδιώχτηκε από το εργαστήριο του Τιτσιάνο, είτε από ζήλια, όπως ισχυρίζεται ο ζωγράφος και βιογράφος Κάρλο Ριντόλφι [en], είτε, σύμφωνα με τον Μάρκο Μποσκίνι, από αδυναμία κατανόησής του εκ μέρους του δασκάλου του.[2] Παρά τον πιθανό μυθοπλαστικό χαρακτήρα αυτών των ισχυρισμών, η επίδραση του Τιτσιάνο είναι ιδιαίτερα παρούσα στα πρώιμα έργα του ζωγράφου, όπως για παράδειγμα στη Μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου, πίνακα που φιλοτέχνησε γύρω στο 1544.[10]

Τιντορέττο, Η Μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου, περ. 1544. Λάδι σε καμβά, 152.7 × 236.3 cm, Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον (1961.9.43).

Πέρα από τον Τιτσιάνο, πολλοί άλλοι καλλιτέχνες, συχνά με αντίθετες τεχνοτροπίες ή συνδεδεμένοι με την τοσκανική και τη ρωμαϊκή παράδοση αντί της βενετικής, φαίνεται να επηρέασαν τον νεαρό Τιντορέττο.

Στον τοίχο του εργαστηρίου του, σύμφωνα με τον Ριντόλφι, υπήρχαν χαραγμένες οι λέξεις: «Το σχέδιο του Μιχαήλ Αγγέλου και το χρώμα του Τιτσιάνο» («Il disegno di Michelangelo e 'l colorito di Tiziano».[11] Πράγματι η επίδραση του Μιχαήλ Αγγέλου στο έργο του είναι σημαντική. Άλλοι καλλιτέχνες από τους οποίους άντλησε στοιχεία είναι ο Πορντενόνε, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ο Ραφαήλ.[12] Το έργο του Τιντορέττο μαρτυρεί την εις βάθος γνώση των διαφόρων καλλιτεχνικών τάσεων της εποχής του, πάνω στην οποία ο ζωγράφος οικοδόμησε το προσωπικό του ύφος.[13]

Αυτή η στυλιστική ποικιλία στις αναφορές του νεαρού Τιντορέττο ώθησε τους ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι το εργαστήρι όπου μαθήτευσε αναλάμβανε μεγάλη ποικιλία παραγγελιών, τόσο ως προς το ύφος όσο και ως προς το είδος. Για παράδειγμα, τα διακοσμητικά έργα μικρών διαστάσεων, κυρίως για νυφικές κασέλες, που ζωγράφισε ο καλλιτέχνης την περίοδο 1538-1543, φαίνεται να ήταν παραγγελίες που του ανατέθηκαν στα πλαίσια της συνεργασίας του με κάποιο τέτοιο εργαστήρι.[14] Το εργαστήρι του Μπονιφάτσιο ντε Πιτάτι (Bonifacio de' Pitati γνωστός ως Bonifacio Veronese, 1487 – 1557) θα μπορούσε να είναι αυτό στο οποίο μαθήτευσε, καθώς χαρακτηριζόταν από έντονη εμπορική δραστηριότητα και μεγάλη ποικιλία παραγγελιών, ενώ η εγγύτητα μεταξύ Τιντορέττο και Μπονιφάτσιο ντε Πιτάτι ως προς το ύφος είναι ευρέως αποδεκτή.[14][15] Άλλοι καλλιτέχνες που έχουν αναφερθεί ως πιθανοί δάσκαλοί του είναι ο Πάρις Μπορντόνε (Paris Bordone) και ο Αντρέα Σκιαβόνε (Andrea Schiavone).[2] Ο Τιντορέττο εμφανίζεται να έχει δικό του εργαστήρι το αργότερο από τον Ιανουάριο του 1538, ωστόσο αρχικά δουλεύει σε μεγάλο βαθμό για έργα που του έχουν ανατεθεί από άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Μπονιφάτσιο ντε Πιτάτι ή ο Τιτσιάνο.[16] Θα χρειαστεί να περιμένουμε την ανεξαρτητοποίησή του, για να τον δούμε να εγκαταλείπει οριστικά τα διακοσμητικά έργα μικρών διαστάσεων ως πηγή εισοδήματος και να καταπιάνεται με πιο φιλόδοξα εγχειρήματα.[14]

Τιντορέττο, Ο Ιησούς εν μέσω των διδασκάλων, 1542-1543. Λάδι σε καμβά, 197 319 cm. Μουσείο του Ντουόμο, Μιλάνο.

Η σταδιακή του καθιέρωση ως ζωγράφου εκδηλώθηκε αρχικά μέσω του μεγέθους των έργων που αναλάμβανε. Το μέγεθος ενός ζωγραφικού έργου ή ενός γλυπτού ήταν, την εποχή εκείνη, σημαντικό αισθητικό κριτήριο, καθώς υπήρχε η αντίληψη ότι αυτό φανερώνει και το μέγεθος της καλλιτεχνικής ευφυίας του δημιουργού.[17] Ως εκ τούτου, αναζητώντας την αναγνώριση, ο νεαρός ζωγράφος άρχισε να φιλοτεχνεί έργα μεγαλύτερων διαστάσεων. Αυτή η αλλαγή κλίμακας παρατηρείται στα έργα της περιόδου 1545 με 1548.[17] Η ικανότητά του να ζωγραφίζει μεγάλες επιφάνειες γρήγορα έγινε το σήμα κατατεθέν του και τον βοήθησε να επιβληθεί στον τομέα της διακόσμησης προσόψεων μεγάρων με την τεχνική της νωπογραφίας, ενώ άρχισε να λαμβάνει και τις πρώτες του παραγγελίες για δημόσια έργα.[17][18] Παράλληλα, εισήγαγε στις συνθέσεις του ρήξεις στην κλίμακα που παραβιάζουν την αρχή των αναλογιών, ιδίως στην αναπαράσταση ανθρώπινων μορφών. Ιδιαίτερα εμφανής σε έργα θρησκευτικού περιεχομένου όπως Ο Ιησούς εν μέσω των διδασκάλων (1542-1543), η τεχνική αυτή τον συνδέει με τον μανιερισμό και με την τέχνη του Μιχαήλ Αγγέλου.[17] Την ίδια τεχνική φαίνεται να χρησιμοποίησε και στις προσόψεις μεγάρων που φιλοτέχνησε την περίοδο αυτή, προκρίνοντας τη μνημειακότητα της μορφής αντί των καθιερωμένων βενετσιάνικων αξιών ως προς το χρώμα και τη διακόσμηση.[2]

Από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν ακόμα ζωγράφιζε διακοσμητικά έργα μικρών διαστάσεων, είχε φανεί η καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα και η κλίση του προς την καινοτομία τόσο στον τομέα της τεχνικής όσο και στην εικονογραφία. Οι σχέσεις του με λόγιους, ποιητές, αρχιτέκτονες, εκδότες και μουσικούς της εποχής του, τροφοδότησαν την πνευματική του περιέργεια. Ταυτόχρονα, ο ζωγράφος συνέλεγε με πάθος γκραβούρες από την βόρεια Ευρώπη, ιδίως του Ντύρερ, χαρακτικές απεικονίσεις έργων του Ραφαήλ, του Μιχαήλ Αγγέλου και του Τζούλιο Ρομάνο, καθώς και αντίγραφα αρχαίων και σύγχρονων γλυπτών. Ακόμα και στα πιο πρώιμα έργα του μπορούν να ανιχνευθούν στοιχεία που σχετίζονται με τις ποικίλες αυτές αναφορές και πηγές έμπνευσης, που η ιστορία συχνά παρέβλεψε δίνοντας έμφαση στην ταχύτητα με την οποία ολοκλήρωνε τα έργα του και στον μεγάλο αριθμό παραγγελιών που έφερε εις πέρας.[19]

Η σημασία της ταχύτητας (prestezza) και της παραγωγικότητας του Τιντορέττο στην εκτίμηση του έργου του μπορεί να κατανοηθεί μέσα από την σύγκριση με άλλους καλλιτέχνες της εποχής του. Αν η ποιότητα ενός έργου του Τιτσιάνο ή του Βερονέζε κρινόταν, κατά τον 16ο αιώνα, με βάση τον βαθμό ολοκλήρωσης και σχολαστικότητας στην απόδοση κάθε λεπτομέρειας, ένα έργο του Τιντορέττο προκαλούσε συχνά τον θαυμασμό κυρίως ως «σωματικό» κατόρθωμα.[18]

Τιντορέττο, Ο Άγιος Μάρκος ελευθερώνει τον σκλάβο, 1548. Λάδι σε καμβά, 415 cm × 541 cm, Πινακοθήκη της Ακαδημίας της Βενετίας (42).

Το έργο που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στη Βενετία της εποχής του είναι ο πίνακας Ο Άγιος Μάρκος ελευθερώνει τον σκλάβο (1548).[2] Παραγγελία της Μεγάλης Σχολής του Αγίου Μάρκου (ιταλ.: Scuola Grande di San Marco), ο πίνακας προκάλεσε αίσθηση με το που παρουσιάστηκε στο κοινό. Σύμφωνα με τους βιογράφους του ζωγράφου, κάποια μέλη της αδελφότητας αντέδρασαν ενάντια στο έργο ζητώντας να μην γίνει δεκτό με αποτέλεσμα ο Τιντορέτο να θυμώσει και να το πάρει πίσω στο εργαστήρι του. Το έργο τελικά τοποθετήθηκε στο μέρος για το οποίο είχε ζωγραφιστεί. Αναγνωρίστηκε κατευθείαν ως ένα έργο που έθετε νέους όρους και κριτήρια για την ζωγραφική.[20] Το έντονο δραματικό και συναισθηματικό στοιχείο που τον χαρακτηρίζει, επιτυγχάνεται μέσω της κίνησης των σωμάτων αντί της εκφραστικότητας των προσώπων.[2] Ταυτόχρονα, η δρυμία, απροκάλυπτη πινελιά του τονίζει την πλαστικότητα των μορφών και τον δυναμισμό της σύνθεσης.[20]

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1550, ο Τιντορέττο θα αναλάβει παραγγελίες από διάφορους φορείς όπως η Μεγάλη Σχολή του Αγίου Ρόκκο (ιταλ.: Scuola Grande di S Rocco) ή Σχολή της Αγίας Τριάδας (ιταλ.: Scuola della Trinità). Δεν θα λείψουν παραγγελίες υψηλού κύρους, όπως πίνακες και νωπογραφίες για τη διακόσμηση του Παλατιού των Δόγηδων και του Παλατιού των Καμερλένγκι [en]. Ωστόσο, κατά την περίοδο αυτή, στον τομέα των επίσημων παραγγελιών, ήδη επικρατεί ο κατά δέκα χρόνια νεότερός του Πάολο Βερονέζε.[2]

Η τέχνη του Τιντορέττο μεταξύ 1548 και 1555 μπορεί να θεωρηθεί ως μια επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της βενετσιάνικης ζωγραφικής παρότι η επίδραση του Μιχαήλ Αγγέλου παραμένει ορατή στον τρόπο με τον οποίο αποδίδει το ανθρώπινο σώμα.[2] Οι προσωπογραφίες επιφανών πολιτών που ζωγράφισε σε αυτά τα χρόνια μαρτυρούν την ολοένα μεγαλύτερη αποδοχή του στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους και χαρακτηρίζονται από έντονη εξατομίκευση, γρήγορη πινελιά και χρήση της τεχνικής του κιαροσκούρο.[2] Αυτή την περίοδο, η πολιτική του εργαστηρίου του φαίνεται να αλλάζει, με τη μεταφορά του στην περιοχή του Καναρέτζιο, σε μεγαλύτερο χώρο ώστε να μπορεί να υποδεχθεί βοηθούς και συνεργάτες, στους οποίους θα ενταχθούν αργότερα και τρία από τα παιδιά του ζωγράφου, η Μαριέττα [en] (περ. 1554-περ. 1590), ο Ντομένικο [en] (1560-1635) και ο Μάρκο (1561–1637).[21][2] Η διεύρυνση του εργαστηρίου του ίσως είναι και ένας από τους λόγους που, κατά την περίοδο αυτή, η καινοτομία της τέχνης του φαίνεται να υποχωρεί, σε σύγκριση με τα χρόνια που προηγήθηκαν.[21]

Τιντορέττο, Η Μεταφορά του σώματος του Ευαγγελιστή Μάρκου στη Βενετία, 1562–6. Λάδι σε καμβά, 398 cm ×315 cm, Πινακοθήκη της Ακαδημίας της Βενετίας (831).

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1550 και για τα επόμενα δέκα χρόνια, ο καλλιτέχνης άρχισε εκ νέου να πειραματίζεται με την απεικόνιση του χώρου και άλλες τεχνικές όπως οι μη ρεαλιστικές φωτοσκιάσεις, με σκοπό, ανάλογα με το έργο, να εκφράσει τα συναισθήματα των προσώπων, να εντείνει την δραματικότητα της σκηνής ή να δημιουργήσει την εντύπωση διαφορετικών επιπέδων πραγματικότητας, όπως για παράδειγμα στο έργο Η Μεταφορά του σώματος του Ευαγγελιστή Μάρκου στη Βενετία (1562-6). Ταυτόχρονα, οι μορφές στα έργα του συνδυάζονται σε ευρύτερους σχηματισμούς, υπακούοντας στην γενικότερη σύνθεση.[2] Στον τομέα του πορτρέτου και γενικότερα της διακόσμησης σημαντικών δημόσιων κτιρίων της πόλης, η εκλογή του Τζιρόλαμο Πρίουλι ως δόγη της Βενετίας το 1559, έδωσε νέα ώθηση στην καριέρα του καλλιτέχνη καθιστώντας τον αντικαταστάτη του Τιτσιάνο.[2]

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1560, ο Τιντορέττο εξέλιξε περαιτέρω το πρωτοποριακό επικό ύφος του στην θρησκευτική ζωγραφική αναλαμβάνοντας παραγγελίες για τη Μεγάλη σχολή του Αγίου Ρόκκου, όπου έγινε και δεκτός ως μέλος της αδελφότητας. Δούλεψε επίσης, μεταξύ άλλων, πάνω σε μια σειρά έργων με θέμα τον μυστικό δείπνο όπου εγκαταλείπει την παραδοσιακή μετωπική σύνθεση τοποθετώντας το τραπέζι διαγώνια ως προς το επίπεδο του πίνακα και μετακινώντας τον Χριστό από την παραδοσιακή κεντρική του θέση στη σκηνή.[2]

Τιντορέττο, Ο Μυστικός Δείπνος, 1561-3. Σαν Σιμεονε Προφέτα (Βενετία).
Τιντορέττο, Ο Μυστικός Δείπνος, 1592-4. Λάδι σε καμβά, 365 cm × 568 cm, Βασιλική του Σαν Τζόρτζο Ματζόρε (Βενετία).

Η τελευταία περίοδος του ζωγράφου συμπίπτει με την περαιτέρω διεύρυνση του εργαστηρίου του. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1570, τα παιδιά του Μαριέττα, Ντομένικο και Μάρκο ήταν πλέον σε ηλικία να συνεισφέρουν στην οικογενειακή επιχείρηση. Την εποχή αυτή ο αριθμός παραγγελιών υψηλού γοήτρου που αναλαμβάνει το εργαστήρι αυξάνεται εμφανώς, ενώ, από το 1580 και μετά, η προσωπική συμμετοχή του ζωγράφου στην εκτέλεση των έργων φαίνεται να περιορίζεται.[22] Ο γιος του Τιντορέττο Ντομένικο άρχισε να αναλαμβάνει κεντρική θέση στο εργαστήρι πριν γίνει 20 χρονών και σταδιακά απέκτησε όλο και πιο υπεύθυνο ρόλο στην απόδοση των ιδεών του πατέρα του, όπως το αναγνωρίζει ο ίδιος ο ζωγράφος στη διαθήκη του. Αντιθέτως ο ρόλος της Μαριέττα, που είχε γίνει γνωστή ως προσωπογράφος ανεξάρτητα από την οικογενειακή επιχείρηση, παραμένει ασαφής. Η συνεισφορά του Μάρκο είναι ακόμα πιο αδιευκρίνιστη. Αρχειακό υλικό φαίνεται να δείχνει ότι ήταν λιγότερο ταλαντούχος από τον Ντομένικο. Πολλοί άλλοι καλλιτέχνες πέρασαν από το εργαστήρι του Τιντορέττο ως βοηθοί.[23]

Οι δύο αυτές τελευταίες δεκαετίες της ζωής του ζωγράφου θεωρούνται οι πιο δημιουργικές.[2] Πέρα από τη σειρά έργων που φιλοτέχνησε για τη Μεγάλη Σχολή του Αγίου Ρόκκου (1575-88), συνέβαλε σημαντικά και στην διακόσμηση του Παλατιού των Δόγηδων μετά τις καταστροφές από φωτιά το 1574 και το 1577.[2] Μετά τον θάνατο του Τιτσιάνο το 1576, ο Τιντορέττο, μαζί με τον Πάολο Βερονέζε αναγνωρίστηκαν ως οι σημαντικότεροι ζωγράφοι της Βενετίας.[24] Αυτή η εξέλιξη έφερε περισσότερους χορηγούς και παραγγελίες από τις ευρωπαϊκές αυλές στην Πράγα (περ. 1577-8), τη Μάντοβα (1578-80) και το Εσκοριάλ (1583 και 1587), ενώ η παραγωγή του Τιντορέττο για την τοπική πελατεία της Βενετίας συνεχίστηκε στους ίδιους ρυθμούς.[2] Η καριέρα του ολοκληρώθηκε θριαμβευτικά, καθώς το 1588, μετά τον θάνατο και του Βερονέζε που είχε κερδίσει αρχικά τον διαγωνισμό για τον γιγαντιαίο πίνακα Παράδεισος στην αίθουσα του Μεγάλου Συμβουλίου (ιταλ. Sala del Maggior Consiglio) στο Παλάτι των Δόγηδων, κλήθηκε τελικά ο Τιντορέττο να τον ζωγραφίσει.[2]

Αντίθετα από τον Τιτσιάνο, ο οποίος είχε ταξιδέψει πολύ και στην πελατεία του συγκαταλέγονταν πλούσιοι συλλέκτες της εποχής, ο Τιντορέττο δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Βενετία, εκτός από μια επίσκεψη που πραγματοποίησε στη Μάντοβα το 1580. [24] Παρά τις μεγάλες παραγγελίες που δέχθηκε από σημαντικούς φορείς της πόλης, οι πολυάριθμοι πελάτες του προέρχονταν συχνά από τις λιγότερο εύπορες τάξεις των πολιτών και από τις συντεχνίες.[21] Για να φτάσει στην αναγνώριση, ορισμένες φορές παρέδιδε τα έργα του με αμοιβή μόνο το κόστος των υλικών και κάποιες φορές χωρίς καθόλου χρήματα, χρησιμοποιώντας πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού. Για τις προσόψεις κτηρίων που διακόσμησε, ιδίως στην αρχή της καριέρας του, επέλεγε στρατηγικά πολυσύχναστα σημεία της πόλης, ενώ παράλληλα κατάφερε να προκαλέσει αίσθηση και να χτίσει το όνομά του, τοποθετώντας έργα του σε διάσημες εκκλησίες της πόλης.[21]

O Τιντορέτο προσάρμοζε το ύφος και την τεχνοτροπία των έργων του ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε παραγγελίας, το μέρος όπου θα τοποθετούνταν ο πίνακας, τις συνθήκες φωτισμού υπό τις οποίες θα τον έβλεπε το κοινό, το θέμα και τις απαιτήσεις του χορηγού. Όταν βρισκόταν σε ανταγωνισμό με κάποιον άλλο ζωγράφο, ενίοτε υιοθετούσε το ύφος του αντιπάλου του εμποτίζοντάς το με στοιχεία από το προσωπικό του ιδίωμα. Γενικά, επιδίωκε την ποικιλία ώστε να δείξει το εύρος των δυνατοτήτων του, να ξαφνιάσει ή να εκπλήξει τον θεατή. Το γεγονός αυτό καθιστά την χρονολόγηση των έργων του με βάση το ύφος αδύνατη. Έργα που φιλοτέχνησε με διάφορα δεκαετιών μπορεί έχουν παρόμοιο ύφος, ενώ άλλα που χρονολογούνται από την ίδια περίοδο διαφέρουν σημαντικά. [25]

Ο Τιντορέττο πέθανε στη Βενετία στις 31 Μαΐου 1594. Ο τάφος του βρίσκεται στην εκκλησία Μαντόνα ντελ Όρτο [en] δίπλα σε αυτόν της κόρης του Μαριέττα, η οποία πέθανε τρία χρόνια νωρίτερα.[2][4][26]

Τιντορέττο: Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει τον Δράκοντα

Ο Τιντορέτο δημιούργησε ένα προσωπικό ύφος που χαρακτηρίζεται από τρία βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η ζωγραφική ποιότητα της τέχνης του. Με την αδρή του πινελιά, εμφυσά ενέργεια στην επιφάνεια του καμβά, υπογραμμίζοντας, ταυτόχρονα, τα όρια των αναπαριστανόμενων μορφών. Εφαρμόζει το χρώμα σαν να επρόκειτο για κάρβουνο ή μολύβι, δηλαδή σαν να σχεδιάζει με χρώμα. Χρησιμοποιεί την τεχνική αυτή σε όλα τα επίπεδα του πίνακα, αρχικά για να σκιαγραφήσει τις κύριες μορφές, στη συνέχεια για να τονίσει τα περιγράμματα, τις πτυχώσεις των υφασμάτων και τις λεπτομέρειες, τέλος για να προσθέσει στοιχεία του φόντου. Οι καινοτόμες τεχνικές του σε αυτόν τον τομέα, παρότι στην εποχή του αποτέλεσαν πολλές φορές αντικείμενο κριτικής ως αιτία της ανολοκλήρωτης όψης των έργων του, ενέπνευσαν πολυάριθμους μεταγενέστερους καλλιτέχνες, από τον Ελ Γκρέκο και τον Ρούμπενς μέχρι τους Γάλλους ζωγράφους του ρομαντισμού. Η ελεύθερη και εκφραστική πινελιά του, θεωρείται σήμερα σημαντικό βήμα στην εξέλιξη της ζωγραφικής με λάδι σε καμβά.[27]

Το δεύτερο χαρακτηριστικό στοιχείο της τέχνης του συνίσταται στην επιλογή να βασίσει τις συνθέσεις του πάνω στον δυναμισμό και τις εντάσεις που δημιουργούν οι εν κινήσει ανθρώπινες μορφές. Η ενέργεια που ρέει μέσα από το ανθρώπινο σώμα, όταν αυτό αναπαρίσταται σε δυναμικές στάσεις, είναι ένα από τα στοιχεία που προσδίδουν στα έργα του ένταση και δραματικότητα.[28] Ο Τιντορέτο σχεδίαζε τις ανθρώπινες μορφές πρώτα γυμνές και πρόσθετε τα ρούχα εκ των υστέρων ώστε το σώμα να είναι αντιληπτό κάτω από το ύφασμα. Παρότι η παρατήρηση της φύσης ήταν μέρος της δημιουργικής διαδικασίας, οι μορφές του χαρακτηρίζονται όχι τόσο από ρεαλισμό όσο από έναν ηρωικό ιδεαλισμό που προέρχεται από την μελέτη της γλυπτικής. Ο Τιντορέτο έχτιζε τις συνθέσεις του συνδυάζοντας τις ανεξάρτητες ανθρώπινες μορφές. Στα έργα του, η δομή της σύνθεσης και ο χώρος της αναπαράστασης προκύπτει από τις σχέσεις των μορφών αυτών μεταξύ τους.[29]

Σύμφωνα με τον Ριντόλφι, χρησιμοποιούσε μοντέλα από πηλό ή κερί, τα οποία τοποθετούσε ή κρεμούσε μέσα σε μικρά κουτιά ("σπιτάκια") με τεχνητό φωτισμό, ώστε να δημιουργήσει μια ιδέα της σύνθεσης.[2] Η χρήση τέτοιων μοντέλων ήταν αρκετά διαδεδομένη την εποχή εκείνη και συνήθως ακολουθούνταν από την φάση της σπουδής, δηλαδή του προπαρασκευαστικού σχεδίου πάνω στο οποίο θα βασιζόταν το τελικό έργο. Στην περίπτωση του Τιντορέττο, όμως, θεωρείται ότι ίσως η χρήση μοντέλων να είχε ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου του μικρού αριθμού των σωζόμενων προπαρασκευαστικών σχεδίων των συνθέσεών του, ότι δηλαδή είναι πιθανό να περνούσε κατευθείαν στη ζωγραφική, χωρίς προσχέδιο την σύνθεσης αλλά μόνο των μεμονωμένων μορφών που την αποτελούν.[2]

Το τρίτο χαρακτηριστικό που τον διακρίνει από τους ανταγωνιστές του, τον Τιτσιάνο και τον Βερονέζε, είναι ο βαθμός αφοσίωσής του στη θρησκευτική ζωγραφική. Ο Τιντορέττο μπορεί να θεωρηθεί ως ο πιο προσηλωμένος θρησκευτικός ζωγράφος του δεύτερου μισού του 16ου αιώνα στη Βενετία. Τα έργα του με θέματα από την Αγία Γραφή χαρακτηρίζονται από αφηγηματικότητα, έντονο συναίσθημα αλλά και επινοητικότητα ως προς τον τρόπο απόδοσης.[28]

Στην Βενετία πολλοί μεταγενέστεροι ζωγράφοι μιμήθηκαν το ύφος του Τιντορέτο, αλλά κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός απόγονός του. Επρόκειτο κυρίως για απομιμήσεις που στερούνταν έμπνευσης και στις οποίες λείπει η χαρακτηριστική δύναμη και δεξιοτεχνία του ζωγράφου. Η κληρονομιά του Τιντορέτο συνεχίστηκε κυρίως χάρη στο έργο ζωγράφων εκτός βενετικής σχολής. Αυτός που μπορεί να θεωρηθεί ως ο πιο αληθινός συνεχιστής του είναι ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος που ανέπτυξε ένα αντίστοιχο προσωπικό ιδίωμα. Το πέρασμά του από τη Βενετία μεταξύ 1567 και 1568 συμπίπτει με την περίοδο ακμής του Τιντορέτο. Μέσω του Γκρέκο και αργότερα του Βελάσκεθ που αγόρασε έργα του Τιντορέττο για λογαριασμό του βασιλιά Φιλίππου Δ' της Ισπανίας και τα μελέτησε, ο Βενετός καλλιτέχνης άσκησε σημαντική επίδραση στην ισπανική ζωγραφική. Οι αδερφοί Καρράτσι, ζωγράφοι από την Μπολόνια, επίσης γνώριζαν και θαύμαζαν το έργο του Τιντορέττο. Μέσω αυτών, πολλές ιδέες και στοιχεία του έργου του ενσωματώθηκαν στην τέχνη της Ρώμης του 17ου αιώνα και στο εκκολαπτόμενο μπαρόκ.[25]

Πολλά έργα του καλλιτέχνη βρίσκονται και σήμερα στη Μεγάλη Σχολή του San Rocco, στο Παλάτι των Δόγηδων και σε ναούς της Βενετίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις πρόκειται για σειρές πινάκων ή για αίθουσες όπου το σύνολο του διακόσμου έχει φιλοτεχνηθεί από το εργαστήρι του Τιντορέττο. Στη Μεγάλη Σχολή του Αγίου Μάρκου, σχεδόν όλα τα έργα που κοσμούν τη Σάλα Καπιτολάρε αποδίδονται στον Τιντορέττο και στον γιό του Ντομένικο. Σειρά έργων του βρίσκεται επίσης την εκκλησία Μαντόνα ντελλ’Όρτο. Αυτά τα μεγάλα διακοσμητικά σύνολα και οι αφηγηματικοί κύκλοι, με σημαντικότερο αυτόν της Μεγάλης σχολής του Αγίου Ρόκκου όπου ο ζωγράφος εργάστηκε επανειλημμένα μεταξύ 1564 και 1588, αποτελούν την πιο ολοκληρωμένη έκφραση της τέχνης του ζωγράφου.[30] Σημαντικό έργο του επίσης είναι η Σταύρωση (1565).

Αναφέρονται μόνον ορισμένα από τα διακοσμητικά του σύνολα καθώς και οι πιο γνωστοί του πίνακες, που βρίσκονται σε μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία και στην Queensland Art Gallery στην Αυστραλία.

  1. 1 2 Krischel (2018), σελ. 62.
  2. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 Nichols (2003).
  3. ↑ Nichols (2004), σελ. 13.
  4. 1 2 Pallucchini & Encyclopaedia Britannica Editors (2024).
  5. ↑ Σε έγγραφο της 31ης Μαρτίου του 1594 γίνεται αναφορά στο θάνατό του σε ηλικία 75 ετών και μετά από 15 ημέρες ασθενείας. Με βάση αυτό το έγγραφο ορισμένοι μελετητές τοποθετούν τη γέννησή του το Μάρτιο του 1519. Ωστόσο, ο στρογγυλός αριθμός των 75 ετών καθώς και το γεγονός πως δεν δίνονται λεπτομέρειες σχετικά με το μήνα ή την ημέρα του θανάτου του κάνει τους βιογράφους του διστακτικούς ως προς την ακριβή τοποθέτηση της χρονολογίας γέννησής του το 1519 ή εναλλακτικά το 1518. Βλ. και Frederick Ilchman, Jacopo Tintoretto in Process: The Making of a Venetian Master, 1540-1560, Ph.D., Columbia University, 2014.
  6. ↑ «Jacopo Tintoretto». J. Paul Getty Museum. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιανουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2011.
  7. ↑ Echols & Ilchman (2018), σελ. 41.
  8. ↑ Cassegrain (2010), σελ. 57.
  9. ↑ Μετάφραση από τα αγγλικά: «Because they haven't got so many pests around to drive them crazy» («Jacopo Tintoretto». J. Paul Getty Museum. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιανουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2011.)
  10. 1 2 Cassegrain (2010), σελ. 12.
  11. ↑ Krischel (2018), σελ. 66.
  12. ↑ Cassegrain (2010), σελίδες 12-14, 31.
  13. ↑ Cassegrain (2010), σελ. 31.
  14. 1 2 3 Cassegrain (2010), σελίδες 31-34.
  15. ↑ Krischel (2018), σελ. 52.
  16. ↑ Krischel (2018), σελ. 52, 70.
  17. 1 2 3 4 Cassegrain (2010), σελίδες 34-36.
  18. 1 2 Cassegrain (2010), σελίδες 45.
  19. ↑ Krischel (2018), σελ. 56.
  20. 1 2 Echols & Ilchman (2018), σελ. 7.
  21. 1 2 3 4 Krischel (2018), σελ. 60-61.
  22. ↑ Στη Βενετία του 16ου αιώνα, η παράδοση τους οικογενειακής bottega, όπου βοηθοί, συχνά συγγενείς, εκτελούσαν τα έργα υπό την εποπτία ενός δασκάλου επικρατούσε ήδη εδώ και δύο αιώνες. Το σύστημα λειτουργίας των εργαστηρίων βασιζόταν σε αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε ποιοτικό έλεγχο και διαχείριση μάρκας. Οι φορείς και οι επιφανείς πολίτες που αγόραζαν ένα έργο του Μπελίνι, του Τιτσιάνο ή του Τιντορέττο δεν περίμεναν απαραίτητα αυτό να έχει φιλοτεχνηθεί εξολοκλήρου από το χέρι του καλλιτέχνη, αλλά να έχει εκτελεστεί υπό την επίβλεψή του σύμφωνα με τις προδιαγραφές του εργαστηρίου (Echols & Ilchman (2018), σελ. 30).
  23. ↑ Echols & Ilchman (2018), σελ. 28-30.
  24. 1 2 «Jacopo Tintoretto». The National Gallery. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Μαρτίου 2025.
  25. 1 2 Echols & Ilchman (2018), σελ. 33.
  26. ↑ «Tintoretto, Marietta»Απαιτείται συνδρομή επί πληρωμή. Grove Art Online (στα Αγγλικά). 2003. doi:10.1093/oao/9781884446054.013.90000372933. Ανακτήθηκε στις 8 Ιουνίου 2025.
  27. ↑ Echols & Ilchman (2018), σελ. 2, XV, 10-12.
  28. 1 2 Echols & Ilchman (2018), σελ. XV.
  29. ↑ Echols & Ilchman (2018), σελ. 10.
  30. ↑ Echols & Ilchman (2018), σελ. 12.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]