Τζέιμς Γουάτσον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τζέιμς Γουάτσον
James D Watson.jpg
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
James Dewey Watson (Αγγλικά)
Γέννηση 6  Απριλίου 1928[1][2]
Σικάγο[3]
Υπηκοότητα Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σπουδές Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα στο Μπλούμιγκτον, Πανεπιστήμιο του Σικάγου και Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα
Βραβεύσεις Μετάλλιο Κόπλυ (1993), Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας (1977), Χρυσό μετάλλιο Λομονόσοφ (1994), βραβείο Άλμπερτ Λέισκερ για την βασική ιατρική έρευνα (1960), διεθνές βραβείο Γκάιρντνερ (2002), Ιππότης Ταξιάρχης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (2002), Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας (1962), υποτροφία Γκούγκενχαϊμ, Μετάλλιο ελευθερίας της Φιλαδέλφια (2000), Εθνικό Μετάλλιο των Επιστημών (1997), John J. Carty Award for the Advancement of Science (1971), Εταίρος της Βασιλικής Εταιρίας και EMBO Membership (1985)
Ιστοσελίδα
Τζέιμς Γουάτσον στην IMDb
Επιστημονική σταδιοδρομία
Ερευνητικός τομέας Βιοχημεία, γενετική και Μοριακή βιολογία
Ιδιότητα βιολόγος, γενετιστής, ζωολόγος, βιοχημικός, επιστήμονας, ιατρός, μοριακός βιολόγος, ακαδημαϊκός, διδάσκων πανεπιστημίου, χημικός, φυσικός και συγγραφέας
Διδακτορικός καθηγητής Σαλβαδόρ Λούρια
Φοιτητές του John Tooze, Ewan Birney, Richard Roberts, Phillip Sharp και Ronald W. Davis
Υπογραφή
James D Watson signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

O Τζέιμς Γουάτσον (James Watson, 6 Απριλίου 1928) είναι Αμερικανός μοριακός βιολόγος, γενετιστής και ζωολόγος, περισσότερο γνωστός για την ανακάλυψη της δομής του DNA σε συνεργασία με τον Φράνσις Κρικ το 1953. Οι Γουάτσον, Κρικ και Μώρις Γουίλκινς βραβεύθηκαν το 1962 με το Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής «για τις ανακαλύψεις του σχετικά με τη μοριακή δομή των νουκλεϊκών οξέων και της σημασίας τους για τη μεταβίβαση των πληροφοριών σε έμβιο υλικό».[4]

Γεννήθηκε στο Σικάγο το 1928 και σπούδασε ζωολογία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου (πτυχίο το 1947) και στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόις (πήρε το διδακτορικό του το 1950), και πραγματοποιήσε μεταδιδακτορικό στη χημεία με τον Χέρμαν Κάλκαρ στην Κοπεγχάγη. Στη συνέχεια εργάστηκε στο εργαστήριο Καβέντις στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου και γνώρισε τον μελλοντικό συνεργάτη του, τον Φράνσις Κρικ. Από το 1956 μέχρι το 1976, ο Γουάτσον ήταν διδακτικό προσωπικό στο τμήμα βιολογίας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, κάνοντας έρευνα στη μοριακή βιολογία.[4] Από το 1968, ο Γουάτσον ήταν διευθυντής στο Cold Spring Harbor Laboratory (CSHL) στο Λονγκ Άιλαντ. Στο CSHL, άλλαξε το επίκεντρο της έρευνάς του στη μελέτη του καρκίνου, ενώ παράλληλα το έκανε παγκόσμιο ηγετικό κέντρο στη μοριακή βιολογία. Το 1994 έγινε πρόεδρος, θέση στην οποία παρέμεινε για 10 χρόνια. Στις 14 Απριλίου 2011 σε ομιλία του στην Πάτρα, του επιτέθηκαν τη στιγμή που βρισκόταν στο βήμα του συνεδρίου άγνωστοι προσκείμενοι στον αντιεξουσιαστικό χώρο, φωνάζοντας συνθήματα κατά της Γενετικής επιστήμης. Αποτράπηκαν από καθηγητές και υπαλλήλους που βρισκόταν στην εκδήλωση.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα