Σχωριάδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σχωριάδες
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Σχωριάδες
40°6′0″N 20°22′0″E
Χώρα Αλβανία
Ζώνη ώρας UTC+01:00 (επίσημη ώρα)
ώρα Κεντρικής Ευρώπης
θερινή ώρα Κεντρικής Ευρώπης
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
Σχωριάδες Πωγωνίου, η μεγάλη εκκλησία του χωριού - Η Γέννηση της Θεοτόκου

Οι Σχωριάδες είναι ένα από τα οκτώ χωριά του Πωγωνίου Αργυροκάστρου της Βορείου Ηπείρου. Βρίσκεται κοντά στα σύνορα με τον νομό Ιωαννίνων στην σκιά της Νεμέρτσικας.Ο πληθυσμός στο χωριό αμιγώς ελληνικός τιμά τις παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα του ηπειρώτικου πολιτισμού παρά τις αντιξοότητες. Τα επτά χωριά του Πωγωνίου Αργυροκάστρου είναι τα ακόλουθα: Πολίτσανη, Σχωριάδες, Σωπική, Οψάδα, Τσιάτιστα, Μαυρόγερο, Χλωμό, Σέλτση.

Η επαρχία Πωγωνίου Αργυροκάστρου συνορεύει νότια με το Πωγώνι νομού Ιωαννίνων (Ελλάδα), ανατολικά με την επαρχία Πρεμετής (Αλβανία), βόρεια με την επαρχία Ζαγοριάς (Αλβανία) και δυτικά με την ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Αργυροκάστρου (Αλβανία).

Οριοθετείται νότια από το όρος Μακρύκαμπος, βορειοανατολικά από το όρος Νεμέρτσικα, δυτικά από το όρος Μπουρέτο. Ο μοναδικός ποταμός της περιοχής, ο Σούχας, πηγάζει από τα χωριά Σωπική και Τσιάτιστα, διασχίζει τον κάμπο των Σχωριάδων, την κλεισούρα της Σέλστης και καταλήγει τον Δρύνο ποταμό της Δερόπολης.

Το όνομα του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο πειστική από όλες τις απόψεις, είναι ότι το όνομα του χωριού προέρχεται από το επώνυμο μιας μεγάλης φυλής ονομαζόμενης Σχωριάς, πληθυντικός Σχωριάδες. Η φυλή αυτή φαίνεται ότι όχι μόνο κυριάρχησε αλλά και κατοίκησε σε αυτόν τον τόπο, με αποτέλεσμα στη θέση της πρώτης ονομασίας του τόπου, που κατά κάποιον τόπο επείχε θέση απλού αντικειμένου, να επικρατήσει το όνομα της φυλής ως ενεργούντος υποκειμένου.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα των Σχωριάδων είναι ορεινό και ξηρό. Το έδαφος ως επί το πλείστον είναι λοφώδες. Εδώ, σπέρνονται και ευδοκιμούν όλα τα είδη δημητριακών και λαχανικών. Ευδοκιμεί η μηλιά, η συκιά, η απιδιά και όλα τα είδη οπωροφόρων με εξαίρεση την καστανιά, την ελιά και τα εσπεριδοειδή. Αλλά, περισσότερο από όλα ευδοκιμεί η καρυδιά, που τη βρίσκεις παντού. Μέχρι το 1905, στο χωριό υπήρχαν και αμπέλια, τώρα όχι. Εκτός από το λοφώδες μέρος, το χωριό έχει στην ακροποταμιά και ένα μικρό, εύφορο και ποτιστικό κάμπο.

Οι ασχολίες των Σχωριαδιτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όρος Νεμέρτσκα είναι πλούσιο σε βοσκότοπους, όπως και οι περιοχές Παροπούλα, Γκιντάτσι και Αναγοπουλιώτικο. Η κτηνοτροφία μέχρι και σήμερα είναι από τις κύριες ασχολίες των κατοίκων. Κοπάδια με πρόβατα, γίδια, αγελάδες παράγουν όλα τα απαραίτητα για το χωριό. Το κυνήγι του αγριόχοιρου, την κατάλληλη εποχή, προσφέρει επίσης μια καλή πηγή τροφής.

Παλαιότερα, ανθούσε η γεωργία εξίσου με την κτηνοτροφία. Στους κάμπους καλλιεργούνταν σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, ρόβη και πολλά άλλα δημητριακά και λαχανικά. Περισσότερο από όλα τα άλλα δέντρα ευδοκιμεί η καρυδιά, όμως θα βρείτε επίσης μηλιές, συκιές, αχλαδιές, λωτούς.

Σχωριαδίτες έμποροι στην Πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεγαλύτερες μεταναστεύσεις έγιναν κυρίως την εποχή του Αλί Πασά. Οι περισσότεροι από τους Σχωριαδίτες που μετανάστευσαν εκείνη τη χρονική περίοδο (17ος – 18ος αιώνας), προτίμησαν για νέα πατρίδα την Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη είχε μεγάλη ανάπτυξη στη βιοτεχνία και παράλληλη αύξηση του πληθυσμού της. Αυτό συντέλεσε στην κατασκευή πολλών και μεγάλων κτιρίων, γι’ αυτό και η ανάγκη για εργατικά χέρια ήταν μεγάλη. Παράλληλα, ο σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης προσφέρει ειδικά προνόμια στους ραγιάδες κι έτσι η διαβίωσή αυτών στην περιοχή ήταν ασφαλέστερη και παραγωγικότερη.

Οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες οργανώνονται σε σωματεία, μοχθούν καθημερινά, όμως δεν ξεχνούν ούτε στιγμή το χωριό τους. Στην Κωνσταντινούπολη παρέμεναν συνήθως τέσσερα με πέντε χρόνια, κι έχοντας συγκεντρώσει ένα σεβαστό ποσό χρημάτων επέστρεφαν για έναν χρόνο στις Σχωριάδες. Έπειτα, ξαναγυρνούσαν στις εργασίες τους. Τα γεράματα τους έβρισκαν πάντα στο χωριό.

Με τις οικονομίες προσπαθούσαν να αγοράσουν σε τιμές ευκαιρίας οικόπεδα, σπίτια ή μαγαζιά, προκειμένου να δημιουργήσουν τη δική τους δουλειά και να προοδεύσουν. Υπήρξαν σχωριαδίτικες οικογένειες που αναπτύχθηκαν πολύ οικονομικά κι έγιναν από τις πλουσιότερες και σημαντικότερες της Κωνσταντινούπολης.

Η μετανάστευση κατά τον 19ο και 20ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1858 επί Τουρκοκρατίας ψηφίστηκε νόμος που διεύρυνε την ατομική ιδιοκτησία, και αυτό ευνόησε την ενίσχυση της ταξικής ανισότητας. Πολλοί Σχωριαδίτες αναγκάστηκαν να εργάζονται για τρίτους ή ξενιτεύονταν. Ενδεικτικά αναφέρουμε στοιχεία καταλόγου του χωριού, που αναφέρουν ότι το 1913 από τους 130 εγγεγραμμένους άνδρες μόνο οι 18 έμεναν μόνιμα στο χωριό, οι 96 βρίσκονταν στην ξενιτιά και οι 16 είχαν επισκεφθεί το χωριό και θα επέστρεφαν στο τόπο μετανάστευσης. Οι τόποι μετανάστευσης με σειρά προτίμησης, βάσει του ίδιου καταλόγου ήταν: Κωνσταντινούπολη, Αμερική, Αλεξάνδρεια, Οδησσός, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Πειραιάς, Αργυρόκαστρο. Με το πέρασμα των χρόνων, κάποιοι από τους Σχωριαδίτες έπαιρναν τις οικογένειές τους μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη, άλλες για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και μετά τις έστελναν πίσω στο χωριό. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1922-23, οι Σχωριαδίτες εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη, εκτός όσων είχαν αποκτήσει τουρκική υπηκοότητα κι επέστρεψαν στην Αθήνα και το χωριό. Το νέο μεταναστευτικό ρεύμα είχε κύριο προορισμό την Αμερική. Η μετανάστευση είχε μπει στο πετσί των σχωριαδίτικων οικογενειών ως τον μοναδικό τρόπο απόκτησης πλούτου. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30 πολλά άτομα μετανάστευσαν στην Αμερική, παίρνοντας μαζί τους αργότερα και τις οικογένειές τους.

Οι Σχωριαδίτες και η Αδελφότητα Σχωριαδιτών "Η Γέννηση της Θεοτόκου"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σχωριαδίτες διατήρησαν τις παραδόσεις τους, υπερασπίστηκαν την κοινότητά τους στο πέρασμα των αιώνων, ταξίδεψαν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, πρόκοψαν και εξελίχτηκαν σε όλους τους τομείς γραμμάτων και επιστημών, ενίσχυσαν τον τόπο τους και συνεχίζουν να βοηθούν και να υποστηρίζουν το χωριό τους με κάθε τρόπο.

Οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες ίδρυσαν το 1769 στην Κωνσταντινούπολη την Αδελφότητα Σχωριαδιτών "Η Γέννηση της Θεοτόκου", σύμφωνα με τους κώδικες και τα αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, το οποίο και είχε την Αδελφότητα υπό την προστασία του. Σκοπός της Αδελφότητας, από τότε μέχρι και σήμερα, είναι η οικονομική βοήθεια και ενίσχυσητου χωριού, η κατασκευή κοινοτικών έργων, η παροχή διευκολύσεων των ξενιτεμένων Σχωριαδιτών μέχρι να ορθοποδήσουν, η φιλανθρωπική δράση κ.α. Το σημαντικότερο: Απελευθέρωσε το χωριό από το ιμπλιάκι*, με διαμεσολαβήσεις και άμεση οικονομική βοήθεια κατά την αγορά του στο όνομα των Σχωριάδων.

  • Ιμπλιάκι: Συνολικά 79 ήταν τα χωριά της Ηπείρου που από τσιφλίκια πασάδων έγιναν ιμπλιάκια, δηλαδή περιήλθαν στην περιουσία ιδιωτών ή του Τουρκικού Δημοσίου. Δεν κατάφεραν όλα τα χωριά με την εξαγορά τους να ελευθερωθούν. Για κάποια από αυτά η απελευθέρωση ήρθε το 1922.

Το σχωριαδίτικο παραδοσιακό σπίτι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σχωριαδίτικα σπίτια με τη δομή τους εξυπηρετούσαν άμεσα τις καθημερινές εργασίες, αλλά και τις ανάγκες του νοικοκυριού της οικογένειας. Η λαϊκή τέχνη διαφαίνεται από την εξωτερική πόρτα έως το κατώι.

Το σχωριαδίτικο σπίτι είχε αυλόγυρο που προστάτευε την κατοικία. Από μία μεγάλη πόρτα με καμάρα (κεμέρι) με μπρούτζινο χαλκά για χερούλι, μπορούσες να περάσεις στην αυλή. Η πόρτα είχε συνήθως υπόστεγο. Δυο πεζούλια δεξιά και αριστερά στην πόρτα χρησίμευαν ως καθίσματα. Στην κορυφή της εισόδου, μέσα σε χτιστό τετράγωνο πλαίσιο, με ανάγλυφα γράμματα και αριθμούς γραφόταν το έτος οικοδόμησης και τα αρχικά του ονόματος του ιδιοκτήτη. Η αυλή ήταν παραδοσιακά στρωμένη με πέτρινες πλάκες.

Το σπίτι ήταν διώροφο, αποτελούνταν από το κατώγι και το ανώγι. Οι γωνίες του ήταν χτισμένες από επεξεργασμένη λευκή πέτρα, όπως και τα πλαίσια των παραθύρων. Με τη λεύκη πέτρα έκαναν επίσης διακοσμητικές γραμμές (ζωνάρια). Στην αυλή και στα παράθυρα μοσχοβολούσαν τα λουλούδια και τα αρωματικά βοτάνια.

Η είσοδος του ισογείου ήταν σκεπαστή. Εκεί οι χωρικοί είχαν διαμορφωμένο χώρο για τα ζώα. Επίσης, είχαν κελάρι με βαρέλια για κρασί και ράφια για τις τροφές του χειμώνα.

Στον επάνω όροφο ζούσε η οικογένεια. Ανάλογα το μέγεθος του κτίσματος, αποτελούνταν από το χαγιάτι, το «μεγάλο σπίτι», τη «σπιτομάνα», τον οντά, τα υπνοδωμάτια και την κρυψώνα. Το χαγιάτι και ο οντάς ήταν μεγάλα ήταν τα πιο επίσημα δωμάτια, λειτουργούσαν ως σαλόνι και καθιστικό και ξεχώριζαν από το υπόλοιπο σπίτι συνήθως με τζαμαρίες. Όλα τα δωμάτια είχαν οροφή και πόρτες με όμορφα παραδοσιακά σκαλίσματα εκτός από τη σπιτομάνα, που ήταν η κουζίνα. Αυτό το δωμάτιο δεν είχε οροφή και σε κάποια σπίτια το δάπεδό της ήταν μισό στρωμένο με σανίδες, το υπόλοιπο με χώμα. Εκεί κρεμούσαν αρμαθιές το καλαμπόκι. Η κρυψώνα ήταν ένας κρυφός αποθηκευτικός χώρος για τα πολύτιμα αντικείμενα της οικογένειας, που ενεργοποιούνταν σε εποχές έκτακτης ανάγκης, είτε ήταν πόλεμος είτε κάποια άλλη ταραχή.

Τα διακοσμητικά και χρηστικά αντικείμενα του σπιτιού εμπλουτίζονταν και διευκόλυναν τη ζωή των σχωριαδίτικων οικογενειών, όταν αυτά προέρχονταν από κάποιο ξενιτεμένο μέλος στην Κωνσταντινούπολη.

Οι χοροί και τα τραγούδια στις Σχωριάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χορός και το τραγούδι δεν έλειπε ποτέ από τη ζωή του Σχωριαδίτη. Τα ηπειρωτικά πολυφωνικά τραγούδια, ο πωγωνίσιος χορός, ισορροπούσε αρμονικά τη φύση με την ψυχή και το πνεύμα των ανθρώπων αυτού του τόπου. Στις γιορτές και στα πανηγύρια, ο χορός και το τραγούδι πρωταγωνιστούσαν, πάντα με τη συνοδεία ζωντανής λαϊκής ορχήστρας από αυτοδίδακτους παραδοσιακούς οργανοπαίκτες.

Στις Σχωριάδες χορεύονταν πολλοί παραδοσιακοί χοροί, με πιο γνωστό τον «στρωτό τον πωγωνίσιο». Στον κύκλο του έμπαιναν με σειρά πρώτα οι άντρες, μετά οι γυναίκες και τέλος τα παιδιά, σύμφωνα με την ηλικία και την οικογενειακή τους κατάσταση. Στον χορό το κράτημα μεταξύ των χορευτών γινόταν με τα χέρια ή με χειρομάντηλα. Αυτός που πρωτοστατούσε στον χορό μπορούσε να ξεχωρίζει από τον κύκλο άτομα της προτίμησής του για να τα βάλλει στην κορυφή του χορού ή να σχηματίσουν ξεχωριστό χορευτικό σύνολο. Κατεύθυνε και τερμάτιζε κάθε χορό όποτε εκείνος όριζε.

Άλλες ονομασίες χορού εκτός από τον πωγωνίσιο, που χόρευαν στο χωριό ήταν: στα τρία, η βεργινάδα, το φισούνι, η Βαγγελιώ, ο Μινούσης κ.α. Το τραγούδι το ξεκινούσαν οι άντρες και το επαναλάμβαναν οι γυναίκες ή το αντίθετο. Τα μουσικά όργανα που συνόδευαν ρυθμικά και μελωδικά ήταν το κλαρίνο, το βιολί, ο ταμπουράς και το ντέφι (τύμπανο).

Το τραγούδι και ο Σχωριαδίτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα περισσότερα τραγούδια του τόπου έχουν μια δωρικότητα κι ένα συναίσθημα, που φέρνει πιο κοντά στο μοιρολόι. Τα τραγούδια του τόπου εκφράζουν καημό, συγκίνηση και παράπονο για τους ξενιτεμένους. Διασημότερα είναι τα τραγούδια που αναφέρονται στην ξενιτιά, στον ξεριζωμό.

Στις στιγμές ευφορίας και ευχάριστων γεγονότων υπήρχαν και τα τραγούδια που ήταν κατάλληλα για γιορτές και πανηγύρια. Επίσης, τα σατυρικά και αυτά με τη διάθεση του αυτοσαρκασμού είχαν επίσης μεγάλη πέραση. Πολλοί ήταν οι αυτοσχέδιοι στιχουργοί και συνθέτες, που μόνοι τους δημιουργούσαν και τραγουδούσαν τα τραγούδια τους. Στον γάμο, η νύφη έπρεπε να έχει έτοιμο ένα καινούργιο τραγούδι, δημιουργία της, το οποίο θα χόρευε και τραγουδούσε στο γαμήλιο γλέντι.

Συνηθιζόταν στο χωριό, ο κάθε άντρας να έχει το δικό του τραγούδι, που τον χαρακτήριζε, το οποίο τραγουδούσε σε κάθε γλέντι και γάμο. Σε περίοδο πένθους του χωριού, δεν ακουγόταν ούτε κλαρίνο ούτε τραγούδι, από κανέναν.

Το τραγούδι του ξενιτεμένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ξενιτεμός γέννησε πολλά δημοτικά τραγούδια και μοιρολόγια, που τραγουδήθηκαν σε όλα τα χωριά του Πωγωνίου, όχι μόνο στις Σχωριάδες. Ενδεικτικά αναφέρουμε παρακάτω μερικά αποσπάσματα, πλούσια από την ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση αυτών που μένουν στον τόπο και αυτών που φεύγουν στην ξενιτιά:

«Κάλλιο, μανούλα μου γλυκιά, κάλλιο να σκάσω πρώτα, παρά να μη σε θυμηθώ στα έρημα τα ξένα.»

«Φουρτούνιασε η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά! Είναι βουβά τα αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά, Και η δόλια μου ματιά θολή, παιδί μου, ώρα σου καλή.»

"Να σε παιδέψει ο πλάστης μου, καταραμένη ξενιτιά! Μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις στη φωτιά, Και πίνουμε τόση χολή, όταν τα λέμε «ώρα καλή»."

Η σχωριαδίτικη παραδοσιακή ενδυμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανδρική φορεσιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι άντρες φορούσαν τη «φουστανέλα», η οποία επικρατούσε σε όλη την Αλβανία. Η φορεσιά περιορίστηκε με την πάροδο του χρόνου. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ελάχιστοι άντρες φορούσαν την παραδοσιακή φουστανέλα με την ευκαιρία εορτών.

Το πλήρες κοστούμι της φουστανέλας απαρτιζόταν από τα παρακάτω τεμάχια: -Φουστανέλα: από άσπρο λινό, με μύτες και πιέτες. Δένεται στη μέση, φτάνει ως τα γόνατα. -Πουκάμισο: λευκό με πλατιά μανίκια που έφταναν σε μήκος έως τον αντίχειρα. -Φανέλα, λευκή και ολόμαλλη, με στενά μανίκια, φοριόταν κατάσαρκα. -Γελέκο ή χιτώνας: εποχικά πανωφόρια από σαγιάκι (χοντρό μάλλινο ύφασμα) ή τσόχα, που φοριούνταν πάνω από το πουκάμισο, ανάλογα την εποχή. Ανάλογα την οικονομική κατάσταση του κατόχου, στολίζονταν με γαϊτάνια ή χρυσά νήματα. -Εσώρουχα: λινά και μακριά. -Καλκίν: κομμάτια από άσπρο σαγιάκι (χοντρό μάλλινο ύφασμα), που κάλυπταν τα πόδια από τους αστραγάλους έως τα γόνατα. Αργότερα αντικαστάθηκαν από κάλτσες, που έφταναν έως τις ρίζες του μηρού. -Μακρύ ζωνάρι: μάλλινο ή μεταξωτό ζωνάρι που δενόταν στο δερμάτινο σιλάχι. -Τσιοράπια: μάλλινες κάλτσες. -Τσαρούχια: υποδήματα από κόκκινη τελατίνη, με μαύρες φούντες στις μύτες.

Η φορεσιά «ποτούρια» είναι μεταγενέστερη της φουστανέλας, την οποία και αποκατέστησε με τον καιρό. Η φορεσιά είχε επικρατήσει στην περιοχή των Σχωριάδων και του υπόλοιπου Πωγωνίου. Οι ξενιτεμένοι και οι άνθρωποι που είχαν σπουδάσει, είχαν υιοθετήσει το δυτικό τρόπο ντυσίματος.

Η ποτούρια απαρτιζόταν από τα παρακάτω τεμάχια: -Ποτούρια: μακρύ και πλατύ παντελόνι μέχρι τα γόνατα. -Γελέκι: εποχικό πανωφόρι. -Μανίκια: πουκάμισο από μαύρο σαγιάκι (χοντρό μάλλινο ύφασμα). -Κάλτσες: στενές κάλτσες που έφταναν μέχρι τα γόνατα. -Προπόδια: λευκές μάλλινες γκέτες. -Τσαρούχια, βαριά υποδήματα, ειδικά για τους κτηνοτρόφους. -Σκούφος: μαύρος δίκοχος σκούφος.

Η γυναικεία φορεσιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραδοσιακή ενδυμασία των γυναικών διέφερε από το ένα χωριό στο άλλο. Η σχωριαδίτικη γυναικεία φορεσιά αποτελούνταν από τα τεμάχια: -Καβάδι: ή φερμελές, ντολαμάς, σιμοκόβι κ.α. Το φόρεμα που ποικίλε το όνομά του ανάλογα το είδος του υφάσματος. Οι μεγάλες γυναίκες φορούσαν μαύρο καβάδι, οι νέες και οι νύφες φορούσαν πιο ανοιχτά χρώματα και ήταν στολισμένο με γαϊτάνια. -Ζωνάρι: ζώνη με πλάτος 5-8εκ., σε ποικίλα χρώματα, ανάλογα με την ηλικία. Το έδεναν με δύο τόκες, συνήθως ασημένιες. -Φούτα: ποδιά, μαύρη για τις ηλικιωμένες γυναίκες, σε διάφορα ανοιχτά χρώματα για τις νέες. -Γκατζέλα: παλτό από σαγιάκι (χοντρό μάλλινο ύφασμα), με κοντά, πλατιά μανίκια. -Ρουτιά: μακριά πουκαμίσα με κεντημένο όλο το στρίφωμα, που φοριόταν κατάσαρκα. -Τσιοράπια: μάλλινες κάλτσες, μαύρες για τις ηλικιωμένες γυναίκες, ποικίλα χρώματα για τις νέες και τις νύφες. -Σιαμί: το κεφαλομάντηλο. Στις άκρες του ήταν κεντημένο με μεταξωτές κλωστές ή με μάλλινες, τα «κλώσια», ανάλογα το χρώμα και το είδος του μαντηλιού. -Τσαρούχια: ή πόχες, μυτερά υποδήματα από τελατίνη. Στις νέες και τις νύφες κατέληγαν με φούντα από κόκκινες και μαύρες κλωστές, στη μύτη.

Οι νέες κρατούσαν χρωματιστά και μεταξωτά μαντήλια, οι ηλικιωμένες γυναίκες ολόμαλλα μαύρα. Οι γυναίκες κατά τις ημέρες των εορτών έβαζαν αντί για την γκατζέλα την τζούμπα, που ήταν ένα είδος παλτό από τσόχα. Κατά το πένθος, οι γυναίκες σκέπαζαν το μέτωπό τους με μαύρο μαντήλι, διπλωμένο σαν μια στενή λωρίδα πλάτους 5-6εκ., και το ονόμαζαν «πόσι». Με το πέρασμα των χρόνων, με τη μετανάστευση και την επαφή με τα αστικά κέντρα, οι γυναίκες ξεκίνησαν να φορούν φορέματα σύμφωνα με τη μόδα της εποχής.

Η νυφική φορεσιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το «ρούχο» ήταν η φορεσιά για τις νύφες και τις νέες. Ήταν ένα καβάδι (φόρεμα) φτιαγμένο από τσόχα και περίτεχνα κεντημένο με χρυσές και ασημένιες κλωστές. Το πατρόν του έμοιαζε με αστική ενδυμασία του 18ου και 19ου αιώνα. Τα μακριά μανίκια κατέληγαν σε σχήμα ανοιχτής και στρογγυλής παλάμης, που θυμίζει μεσαιωνική φορεσιά.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Εκδόσεις Σχωριάδες, www.schoriades.gr 2. Δημήτρης Μπεντούλης, "Σχωριάδες Πωγωνίου", εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε. 3. Προσωπικό αρχείο Θωμά Νάκα