Σουβλάκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το σουβλάκι με τηγανιτές πατάτες.

Το σουβλάκι είναι ελληνικό έδεσμα από ψημένα κομμάτια κρέατος, το οποίο είναι ονομαστό σε όλο τον κόσμο και σερβίρεται κυρίως σε ειδικά καταστήματα (σουβλατζίδικα). Είναι επίσης και ένας τύπος γρήγορου φαγητού που συναντάται σε υπαίθριες εκδηλώσεις εορταστικού χαρακτήρα. Στα ελληνικά πανηγύρια, σχεδόν πάντα συναντώνται πρόχειρες ψησταριές που πουλούν σουβλάκια με ψωμί.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνταγή είναι γνωστή από την ελληνική αρχαιότητα. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Αθήναιου στο έργο του Δειπνοσοφιστές, ότι ο Ηγήσιππος στο Οψαρτυτικό του, δηλ. στον οδηγό μαγειρικής που έγραψε, αναφέρει ένα έδεσμα που λεγόταν κάνδαυλος και ήταν κάτι ανάλογο με το σημερινό σουβλάκι. Συνδύαζε κομμάτια από ψητό κρέας, πίτα, τυρί και άνηθο και σερβιριζόταν με ζουμί (Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές, 12, 516d).

Το σουβλάκι από εντόσθια αναφέρεται σε ρωμαϊκά κείμενα του 1ου αιώνα μ.Χ. αλλά και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά την άλωση, μικροπωλητές πωλούσαν στους δρόμους, εκτός από φρούτα ή λαχανικά, και σουβλάκι με πίτα. Η λέξη «σουβλάκι» προέρχεται από τη σούβλα, που με τη σειρά της προέρχεται από το λατινικό subulus.[1]

Συστατικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελείται από κομμάτια χοιρινού κρέατος περασμένου σε μικρή ξύλινη σούβλα από καλαμιά (για αυτό το λόγο σε κάποιες περιοχές ονομάζεται καλαμάκι) τα οποία για να καταναλωθούν πρέπει να ψηθούν.

Μπορεί να φτιαχτεί από κρέας κοτόπουλου, που αν τυλιχτεί με μπέικον, αποκαλείται "κοτομπέικον". Μπορεί να συνδυαστεί με πίτα.

Σπανιότερα φτιάχνεται και από κρέας αρνιού. Στην Ελλάδα. το αρνίσιο σουβλάκι (ντονέρ) δεν είναι τόσο διαδεδομένο, όπως για παράδειγμα είναι στις ανατολικές χώρες (Τουρκία, Αίγυπτος).

Παραλλαγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από το κλασσικό σουβλάκι στα εστιατόρια φτιάχνονται και μεγαλύτερα σουβλάκια (μερίδες), όπου ανάμεσα στο κρέας υπάρχουν υλικά όπως κομμάτια ντομάτας ή και πιπεριάς, που συνοδεύονται από πατάτες.

Το κοντοσούβλι είναι παραλλαγή του σουβλακίου που ψήνεται μακριά και λεπτή μεταλλική σούβλα και καταναλώνεται συνήθως το Πάσχα.[2][3] Τα κομμάτια του κρέατος πρέπει να είναι κομμένα μεγάλα, περίπου τρία έως πέντε εκατοστά.[2][3]

Εναλλακτικά υπάρχει και το "εξοχικό" που συνήθως αποτελείται από κομμάτια χοιρινού, βοδινού ή κατσικίσιου κρέατος.[4][5]

Ανά τις χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σουβλάκια κατά τη διάρκεια του ψησίματος.

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ορισμένες περιοχές της Νότιας Ελλάδας, αποκαλείται καλαμάκι (που του αποδίδεται στο υλικό κατασκευής της σούβλας), ενώ σε κάποιες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας αποκαλείται σουβλάκι (που του αποδίδεται λόγω ότι το κρέας διαπερνάται από σούβλα).

Σερβίρεται σε μερίδες (συνοδευόμενο από διάφορα εδέσματα όπως πατάτες κλπ ή σαλάτες), ως μονάδα (σαν σουβλάκι-καλαμάκι με κομμάτι ψωμιού), ως τυλιχτό (τυλιγμένο σε πίτα ή μικρή μπαγκέτα και παραγγέλνεται ως "σουβλάκι-καλαμάκι σε πίτα ή μπαγκέτα μαζί με πατάτες, ντομάτα, κρεμμύδι, κέτσαπ και μουστάρδα, ενώ προαιρετικά μπορεί να προστεθεί κάποιο είδος σαλάτας σε μορφή σάλτσας, όπως τζατζίκι, τυροκαυτερή, κηπουρού, αγγουρομαγιονέζα κλπ) και σκεπαστό (με πίτα πάνω-κάτω και στη μέση το κρέας με όλους τους πιθανούς προαναφερθέντες συνδυασμούς).

Το σουβλάκι-καλαμάκι αποτελεί θέμα εννοιολογικής διαμάχης μεταξύ των κατοίκων της Βορείου και της Νοτίου Ελλάδας, κυρίως ανάμεσα στη Μακεδονία και την Αττική. Συχνά αναφέρεται χιουμοριστικά ότι αν κάποιος στη Θεσσαλονίκη ζητήσει ένα «καλαμάκι», του προσφέρουν το αντικείμενο για την κατάποση αναψυκτικών.

Κύπρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Κύπρο, η αναφορά στο έδεσμα γίνεται συνήθως στον πληθυντικό (εκτός και αν η αναφορά γίνεται για να καθοριστεί το κύριο υλικό, π.χ. κοτόπουλο σουβλάκι), καθώς στα σουβλατζίδικα σερβίρεται πάντοτε σε κυπριακή πίτα, η οποία (με το περιεχόμενό της) αποτελεί πλήρες γεύμα. Η παραδοσιακή (κυπριακή) πίτα, εκτός από χοιρινά σουβλάκια, περιλαμβάνει ντομάτα, μαϊντανό και κρεμμύδι, ενώ συχνά μπαίνει αγγουράκι και ψιλοκομμένο λάχανο(όπου στην Κύπρο λέγεται γραμπί). Αναφορικά με τα δευτερεύοντα συστατικά που συνοδεύουν τα σουβλάκια, υπάρχουν και ακόμη πιο τοπικές διαφοροποιήσεις, όπως για παράδειγμα το διαδεδομένο συνήθειο στη Λάρνακα να βάζουν στην πίτα και ταχίνι(ή τασιή στην Κύπρο), και στη Λεμεσό να βάζουν και πίκλες. Εκτός από χοιρινό σουβλάκι, τα σουβλατζίδικα στην Κύπρο σήμερα προσφέρουν επίσης κοτόπουλο σουβλάκι και σεφταλιά, τα οποία μπορούν να παραγγελθούν και σε συνδυασμό (π.χ. μια πίτα "μιξ", η οποία περιέχει κατά το ήμισυ σουβλάκια και κατά το ήμισυ σεφταλιά), καθώς και άλλα είδη σχάρας, όπως χαλούμι ή μανιτάρια στην πίτα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Όταν οι Μινωίτες έτρωγαν "subulus" ή αλλιώς... σουβλάκι». Νέα Κρήτη. 15 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2019. 
  2. 2,0 2,1 «5 Μυστικά για το τέλειο κοντοσούβλι | Kathimerini». www.kathimerini.gr. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2019. 
  3. 3,0 3,1 «Τι ειναι κοντοσούβλι;». ti-einai.gr. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2019. 
  4. #. «Εξοχικό | Συνταγή | Argiro.gr - Argiro Barbarigou». Argiro.gr. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2019. 
  5. «Εξοχικό ή κλέφτικο στη λαδόκολλα συνταγή από my mamacita». Cookpad. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2019. 


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Souvlaki της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).