Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Roussel de Bailleul (Γαλλικά)
Γέννηση11ος αιώνας
Νορμανδία
Θάνατος1078
Μικρά Ασία
Συνθήκες θανάτουθανατική ποινή
Χώρα πολιτογράφησηςΔουκάτο της Νορμανδίας
Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμισθοφόρος
στρατιωτικός[1]

Ο Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ, γαλλ.: Roussel de Bailleul, αγγλ.: Ράσελ Μπάλιολ (απεβ. 1077) ήταν Νορμανδός τυχοδιώκτης (ή εξόριστος), που ταξίδεψε στη Ρωμανία και εκεί εργάστηκε ως στρατιωτικός και διοικητής σώματος ανδρών από τον Αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ (β. 1068-71). Είναι επίσης γνωστός στα λατινικά ως Ursellus de Ballione ή Roscelin (Roskelin) de Baieul, ενώ η Άννα Κομνηνή τον αποκαλεί Ουρσέλιο. Σε σφραγίδα του αναγράφεται ως Φραγκόπουλος (i.e. Φράγκος).

Η σφραγίδα του Ρουσέλ. Στη μία όψη η Θεοτόκος. Στην άλλη η επιγραφή Θ[ΕΟΤΟ]ΚΕ Β[ΟΗ]Θ[ΕΙ] ΤΩ CΩ ΔΟΥΛ[Ω] ΟYΡCΕΛΗ[Ω] BECT[HAPITΗ] ΤΩ ΦΡΑΓΟ[ΠΩΛΩ].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρουσέλ ήταν πιθανώς Φράγκος, αλλά σίγουρα περιπλανήθηκε με τους Νορμανδούς της Απουλίας στην Ιταλία, εγκαταστάθηκε στο Τέρρα ντι Οτράντο και υπηρέτησε υπό τον Ρογήρο των Ωτβίλ στη Σικελία. Σύμφωνα με τον Γκοφρέντο Μαλατέρρα (ιστορικό του 11ου αι.), ο Ρουσέλ διακρίθηκε για τη γενναιότητά του στη μάχη του Τσεράμι, όπου παρότρυνε τον κόμη Ρογήρο να καταδιώξει τους Σαρακηνούς, που διέφευγαν. Εκτός από αυτή τη σύντομη αναφορά του Μαλατέρρα, η Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής είναι η κύρια πηγή για τον Ρουσέλ.

Ήταν παρών στην εκστρατεία του Μάντζικερτ το 1071, αλλά δεν συμμετείχε στη μάχη, καθώς είχε προηγουμένως αποσταλεί από τον Αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ στο Κλιάτ για τροφή και λεηλασία. [2] Μετά το καταστροφικό αποτέλεσμα της μάχης, κρατήθηκε σε Αυτοκρατορική υπηρεσία, καθώς το Κράτος χρειαζόταν καλούς στρατηγούς και στάλθηκε ξανά στη Μικρά Ασία με δύναμη 3.000 Γαλλο-Νορμανδικών βαρέων ιππέων. Εκεί ο Ρουσέλ κατέκτησε κάποια περιοχή στη Γαλατία και την ανακήρυξε ανεξάρτητο κράτος το 1073 με τον εαυτό του ως πρίγκιπα, ακολουθώντας το παράδειγμα που έθεσαν οι συμπατριώτες του Νορμανδοί στη Νότια Ιταλία. Πρωτεύουσά του ήταν η Άγκυρα. Νίκησε τον καίσαρα Ιωάννη Δούκα και λεηλάτησε τη Χρυσόπολη, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Υποστήριξε ακόμη και έναν υποψήφιο σφετεριστή, αλλά επειδή κατείχε εδάφη που επίσημα είχαν κατακτήσει οι Σελτζούκοι, ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ έπεισε τον Σελτζούκο πολέμαρχο Τουτούς Α΄ να απομακρύνει τον Ρουσέλ. Τόσο ο Δούκας όσο και ο Ρουσέλ ηττήθηκαν και συνελήφθησαν από τις τουρκικές δυνάμεις, αλλά ευτυχώς για τον Ρουσέλ η σύζυγός του μπόρεσε να πληρώσει τα λύτρα που ζήτησαν οι Τούρκοι. Αυτό επέτρεψε στον Ρουσέλ να επιστρέψει στην Αμάσεια, όπου ο λαός τον αγαπούσε τόσο, που ο Ρουσέλ έκανε τον εαυτό του αδιαμφισβήτητο κυβερνήτη. Όμως εγκαταλείφθηκε από τον λαό μέσω ενός τεχνάσματος τού Αλεξίου Κομνηνού (1074), τότε στρατηγού και μετέπειτα Αυτοκράτορα.

Το 1077 απελευθερώθηκε (ένεκα λύτρων) από φυλακή της Κωνσταντινούπολης, για να οδηγήσει ένα τάγμα εναντίον του επαναστάτη Νικηφόρου Βοτανιάτη. Τον νίκησε με ευχέρεια, αλλά μετά αυτομόλησε και τον ακολούθησε. Ο Αυτοκράτορας κάλεσε ξανά τους Σελτζούκους, που τον νίκησαν και τον συνέλαβαν στη Νικομήδεια. Παραδόθηκε στους Ρωμαίους και εκτελέστηκε.

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  2. Kaldellis, Anthony (2017). Streams of Gold, Rivers of Blood (1 έκδοση). New York: Oxford University Press. σελ. 246. ISBN 9780190253240. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]