Ρους ο βυρσοδεψικός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρους ο βυρσοδεψικός
(Rhus coriaria)
Sommacco.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
( Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
( Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Ευδικοτυλήδονα (Eudicots)
( Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Ροδίδες (Rosids)
Τάξη: Σαπινδώδη (Sapindales)
Οικογένεια: Ανακαρδιοειδή (Anacardiaceae)
Γένος: Ρους Rhus)
Είδος: Ρ. ο βυρσοδεψικός (R. coriaria)
Διώνυμο
Ρους ο βυρσοδεψικός (Rhus coriaria)
Κάρολος Λινναίος (L.)

Ο Ρους ο βυρσοδεψικός (Rhus coriaria), κοινώς ονομάζεται πλατύφυλλο ρούδι, ρούδι βυρσοδέψη, ή Σικελικό σουμάκι, είναι ένας φυλλοβόλος θάμνος με μικρό δέντρο στην οικογένεια των Ανακαρδιοειδών (Anacardiaceae) ή κάσιους (Ανακάρδιον το δυτικόν (Anacardium occidentale)), εγγενές στην νότια Ευρώπη.[1]

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φυτό θα αναπτυχθεί σε οποιοδήποτε είδος εδάφους, είναι βαθύ και καλά στραγγιζόμενο.[1]

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην κατανάλωση του σουμάκ (βλέπε παρακάτω: τοξικότητα). Ο καρπός έχει ξινή γεύση· αποξηραμένος και θρυμματισμένος, είναι ένα δημοφιλές μπαχαρικό στη Μέση Ανατολή.[1] Επίσης τρώγονται, οι ανώριμοι καρποί και οι σπόροι του.

Τα φύλλα και ο φλοιός χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη βυρσοδεψία και περιέχουν ταννικό οξύ.[Σημ. 1]

Βαφές διαφόρων χρωμάτων όπως: κόκκινο, κίτρινο, μαύρο και καφέ, μπορούν να γίνουν από διαφορετικά μέρη του φυτού.[1]

Το λάδι που εξάγεται από τους σπόρους μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κεριών.[1]

Οι αποξηραμένοι καρποί χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με άλλα μπαχαρικά, στο μείγμα που ονομάζεται za'atar.[Σημ. 2][2][3][4][5]

Τοξικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο χυμός και ο καρπός περιέχουν τοξίνες που μπορoεί να προκαλέσουν σοβαρό ερεθισμό στα άτομα που είναι ευαίσθητα σε αυτές τις ενώσεις.[1] Λόγω της βοτανικής συγγένειας με άλλα είδη που περιέχουν ουρουσχιόλη (urushiol)[Σημ. 3][6][7][8][9][10] του γένους Ρους (Rhus), η κατανάλωση ή η επαφή, με οποιαδήποτε μέρος του φυτού, μπορεί να ενοχοποιηθεί με αλλεργικές αντιδράσεις. Ωστόσο, τέτοιες περιπτώσεις δεν έχουν τεκμηριωθεί στην ιατρική βιβλιογραφία εκτός και εάν το υλικό είναι νοθευμένο, καμία αλλεργική ή τοξική αντίδραση, δεν παρουσιάστηκε με την τακτική κατανάλωση του Σικελικού σουμάκι ως καρύκευμα.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το ταννικό οξύ είναι μια ειδική εμπορική μορφή της ταννίνης, ένα είδος πολυφαινόλης. Η ασθενής οξύτητά του (pKa περίπου 10), οφείλεται στις πολυάριθμες ομάδες φαινόλης στη δομή.
  2. Za'atar (Αραβικά: زعتر) είναι μια γενική ονομασία, μιας οικογένειας σχετικών βοτάνων της Μέσης Ανατολής από τα γένη: Origanum (ρίγανης), Calamintha (βασιλικού θυμαριού (Acinos arvensis)), θυμαριού (τυπικά Thymus vulgaris, δηλαδή, θυμάρι) και Satureja (αλμυρής).
  3. Η ουρουσχιόλη (urushiol), είναι ένα ελαιώδες οργανικό αλλεργιογόνο που βρίσκεται στα φυτά της οικογένειας των Ανακαρδιοειδών (Anacardiaceae), ειδικά στα Toxicodendron spp. (π.χ. δηλητηριώδη δρυ, δέντρο λάκας, δηλητηριώδη κισσό (Toxicodendron radicans), δηλητηριώδη σουμάκ (Toxicodendron vernix)) καθώς επίσης και στα μάνγκο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Plants for a Future database accessed August 2010
  2. Also romanized zaatar, za'tar, zatar, zatr, zattr, zahatar, aktar or satar. English pronunciation: /ˈzɑːtɑr/
  3. Allen, 2007, p. 237.
  4. Christine Manfield, Charlie Trotter, Ashley Barber -Spice 2008 - Page 28 "Sumac This reddish ground spice is made from the berries of the sumac bush,"
  5. Aliza Green Field Guide to Herbs & Spices: How to Identify, Select, and Use ... 2006 - Page 257 "In Lebanon, Syria, and Egypt, sumac is cooked with water to a thick sour paste, which is added to meat and vegetable dishes; this method was also common in Roman times. Sumac appears in the Jordanian spice mixture za'atar (page 288) ..."
  6. Julius M. Cruse, MD. Robert E. Lewis (2010). Atlas of Immunology, Second Edition. CRC Preess, σελ. 464–. ISBN 978-0849394898. http://books.google.com/books?id=L4CI-qkhuQ8C&pg=PA375&dq=mango+urushiol&hl=en&sa=X&ei=xhNxU9-KOsOyyATT7IKoCw&ved=0CDsQ6AEwAg#v=onepage&q=mango%20urushiol&f=false. Ανακτήθηκε στις June 2014. 
  7. «Can Reaction to Poison Ivy Cause Mango Allergy?». American College of Allergy, Asthma, and Immunology. Ανακτήθηκε στις June 2014.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  8. «Urushiol: Human Health Effects». NIH. Ανακτήθηκε στις June 2014.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  9. Alexander A. Fisher (2007). Fisher's Contact Dermatitis. Pmph Usa, σελ. 862–. ISBN 978-0849394898. http://books.google.com/books?id=dQBAzfyCeQ8C&pg=PA407&dq=mango+urushiol&hl=en&sa=X&ei=xhNxU9-KOsOyyATT7IKoCw&ved=0CC0Q6AEwAA#v=onepage&q=mango%20urushiol&f=false. Ανακτήθηκε στις June 2014. 
  10. Appleby, Maia (Aug 2013). «Mango & Skin Rashes». Livestrong. Ανακτήθηκε στις June 2014.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rhus coriaria της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).