Πωλ Ντυκά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πωλ Ντυκά
Paul Dukas 01.jpg
Γέννηση 1  Οκτωβρίου 1865
Παρίσι
Θάνατος 17  Μαΐου 1935
Παρίσι
Υπηκοότητα Γαλλία
Σπουδές Ωδείο των Παρισίων
Ιδιότητα συνθέτης, χορογράφος, μουσικός, παιδαγωγός, μουσικός παιδαγωγός, καθηγητής πανεπιστημίου και πιανίστας
Εργοδότης Ωδείο των Παρισίων
Σύζυγος Σουζάν Περέιρα
Τέκνα Αντριέν Τερέζ Ντουκά
Βραβεύσεις Βραβείο της Ρώμης

Ο Πωλ Ντυκά (Paul Abraham Dukas), Παρίσι 1 Οκτωβρίου 1865 – εντ. 17 Μαΐου 1935), ήταν Γάλλος συνθέτης, μουσικοκριτικός και δάσκαλος. Άνθρωπος φιλομαθής, «εσωστρεφής» και πολύ ευαίσθητος, με έντονα αυτοκριτική διάθεση, εγκατέλειψε ή κατέστρεψε πολλές από τις συνθέσεις του. Το πιο γνωστό έργο του είναι, αναμφίβολα, το ευρηματικότατο ορχηστρικό κομμάτι Ο Μαθητευόμενος Μάγος (L'apprenti sorcier), η φήμη του οποίου έχει επισκιάσει τα άλλα σωζόμενα έργα του. Θεωρείται από τους λίγους συνθέτες της εποχής του με εξαιρετικές ενορχηστρωτικές ικανότητες. [1]

Σε μια εποχή που οι Γάλλοι μουσικοί είχαν χωριστεί σε συντηρητικές και προοδευτικές παρατάξεις, ο Ντυκά δεν προσκολλήθηκε σε κάποια από αυτές, αλλά κατόρθωσε να αποσπάσει τον θαυμασμό και των δύο. Οι συνθέσεις του επηρεάστηκαν, μεταξύ άλλων, από το έργο των Μπετόβεν, Μπερλιόζ, Βάγκνερ και Ντεμπισί. Σε συνδυασμό με την συνθετική του καριέρα, εργάστηκε ως κριτικός μουσικής, συνεισφέροντας σημαντικά άρθρα σε, τουλάχιστον, πέντε γαλλικές εφημερίδες. Αργά στη ζωή του, διορίστηκε καθηγητής σύνθεσης στο Ωδείο του Παρισιού (Conservatoire de Paris) και την περίφημη École Normale. Στους μαθητές του περιλαμβάνονται οι διάσημοι Μεσιάν και Ροδρίγο.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντυκά γεννήθηκε στο Παρίσι, και ήταν ο δεύτερος γιος σε μια εβραϊκή οικογένεια που είχε τρία παιδιά. [2][3] Ο πατέρας του, Ιούλιος (Jules), ήταν τραπεζίτης και η μητέρα του, Ευγενία (Eugénie), αρκετά ικανή πιανίστα. [4][5] Όταν ήταν πέντε ετών, η μητέρα του πέθανε στην γέννα του τρίτου της παιδιού, Μαργαρίτας-Λουκίας (Marguerite-Lucie). Ο Πωλ έκανε μαθήματα πιάνου, αλλά δεν έδειξε ιδιαίτερο μουσικό ταλέντο έως ότου έγινε 14 ετών, όταν άρχισε να συνθέτει, ενώ ανάρρωνε από μια ασθένεια. [6] Μπήκε στο Ωδείο του Παρισιού (τέλη του 1881), και σπούδασε πιάνο με τον Ζορζ Ματιάς (Georges Mathias), αρμονία με τον Τεοντόρ Ντυμπουά (Théodore Dubois) και σύνθεση με τον Ερνέστ Ζιρό (Ernest Guiraud). [7] Μεταξύ των συμφοιτητών του ήταν και ο Ντεμπισί, με τον οποίο δημιούργησε στενή φιλία. [8] Δύο ουβερτούρες (εισαγωγές) σώζονται από αυτή την περίοδο, το Goetz de Berlichingen (1883) και το Le Roi Lear (1883). Μάλιστα, το χειρόγραφο της τελευταίας ανακαλύφθηκε στη δεκαετία του 1990 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1995. [9] Κέρδισε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων τη δεύτερη θέση στο πιο διάσημο βραβείο του Ωδείου, το Prix de Rome, για την καντάτα του Velléda το 1888. Απογοητευμένος επειδή δεν κατάφερε να κερδίσει το πρώτο βραβείο, έφυγε από το Ωδείο το 1889. [10] Μετά από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, άρχισε διπλή καριέρα ως συνθέτης και κριτικός μουσικής.

Η δεκαετία του 1890[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καριέρα του Ντυκά ως κριτικού μουσικής, ξεκίνησε το 1892 με μια κριτική στο έργο του Βάγκνερ Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν που διηύθυνε ο Μάλερ στο Covent Garden του Λονδίνου και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα La Revue Hebdomadaire. Αργότερα έγραψε κριτικές στα έντυπα Minerva, La Chronique des Arts, Gazette des Beaux-Arts και Le Courrier Musical. Το παρισινό του ντεμπούτο στη σύνθεση ήταν η παρουσίαση της εισαγωγής Πολύευκτος (Polyeucte), γραμμένη το 1891. Το έργο, όπως και πολλά γαλλικά έργα της περιόδου αυτής, δείχνει την επιρροή του Βάγκνερ, αλλά έχει συνοχή και εμφανίζει κάποια προσωπικότητα. [11]

  • Μπορεί ο Ντυκά να συνέθετε ικανή ποσότητα μουσικής, ωστόσο ήταν τελειομανής και κατέστρεφε πολλά από τα κομμάτια του, όταν δεν έμενε ικανοποιημένος. Αυτός είναι ο λόγος που, από τις συνθέσεις του, παρέμεινε μικρός αριθμός. [12]

Η Συμφωνία σε Nτο Mείζονα συνετέθη μεταξύ 1895-1896. Είναι αφιερωμένη στον Πωλ Βιντάλ (Paul Vidal), ο οποίος διηύθυνε και την πρώτη εκτέλεση του έργου, τον Ιανουάριο του 1896. Σε ένα σχόλιο για τον Ντυκά, δημοσιευμένο προς το τέλος της ζωής τού συνθέτη, ο Ιρβίν Σβερκέ (Irving Schwerké) έγραψε, «Το έργο ... είναι μια πλούσια έκφραση μοντερνισμού σε κλασική μορφή. Η ιδεατή θαλερότητά του, η ευγένεια έκφρασης και η αρχιτεκτονική σταθερότητα, το σηματοδοτούν ως ένα από τα πιο εμφανή επιτεύγματα της σύγχρονης γραφής, και αντικρούουν μεγαλειωδώς την γενική επικρατούσα αντίληψη ότι ουδείς Γάλλος συνθέτης έχει δημιουργήσει ποτέ μια μεγάλη συμφωνία». [13] Το κοινό υποδέχθηκε την συμφωνία με ανάμικτα συναισθήματα. Ο Désiré-Émile Inghelbrecht που, αργότερα, έγινε γνωστός ως μαέστρος, ήταν μέλος της ορχήστρας που έπαιξε στην πρεμιέρα και έγραψε, «το έργο που, στις μέρες μας, φαίνεται τόσο ξεκάθαρο, όταν παρουσιάστηκε, προκάλεσε όχι μόνο τις διαμαρτυρίες του κοινού, αλλά και των μουσικών τής ορχήστρας». Η συμφωνία έγινε καλύτερα αποδεκτή όταν την ξαναπαρουσίασε η Ορχήστρα Λαμουρέ (Lamoureux), το 1902. [14]

Ο Μαθητευόμενος Μάγος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την Συμφωνία σε Ντο Μείζονα, ακολούθησε το περίφημο ορχηστρικό έργο, μακράν το γνωστότερο από τις συνθέσεις του Ντυκά, Ο Μαθητευόμενος Μάγος (L'apprenti sorcier), σκέρτσο για ορχήστρα, του 1897. Το έργο έχει μικρή διάρκεια (μεταξύ 10 και 12 λεπτών, στην συνηθισμένη εκτέλεση) [15] και βασίζεται στο ποίημα του Γκαίτε, «Der Zauberlehrling», σε παρόμοιο ύφος με το έργο Till Eulenspiegel του Ρίχαρντ Στράους. [16] Κατά τη διάρκεια της ζωής τού Ντυκά, το παλαιότερο μουσικό περιοδικό της Αμερικής The Musical Quarterly σχολίασε ότι, η παγκόσμια φήμη του έργου επισκίασε όχι μόνο όλες τις άλλες συνθέσεις του Ντυκά, αλλά και το πρωτότυπο ποίημα του Γκαίτε. [17] Η δημοτικότητα του κομματιού εκνεύριζε ακόμη και τον Ντυκά. [18] Το 2011, το περίφημο Λεξικό Grove έγραφε: «η δημοτικότητα του έργου, σε συνδυασμό με την συναρπαστική κινηματογραφική εκδοχή του στην Φαντασία του Disney, ενδεχομένως παρεμποδίζει την πληρέστερη κατανόηση του Ντυκά ως συνθέτη, δεδομένου ότι από μόνη της η σύνθεση, είναι μακράν, περισσότερο γνωστή από τον ίδιο τον συνθέτη της». [19]

Στον 20ό αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ντυκά ολοκλήρωσε δύο περίπλοκα και τεχνικώς απαιτητικά, μεγάλης κλίμακας έργα για σόλο πιάνο, την Σονάτα για πιάνο (1901), αφιερωμένη στον Σαιν-Σάνς και τις Παραλλαγές, Ιντερλούδιο και Φινάλε σε ένα θέμα του Ραμώ (1902). Στα έργα τού Ντυκά για πιάνο, γενικότερα, οι κριτικοί διακρίνουν την επιρροή του Μπετόβεν, ή καλύτερα «τον Μπετόβεν έτσι όπως ερμηνεύεται στην γαλλική νοοτροπία από τον Σεζάρ Φρανκ». [20] Υπάρχουν επίσης δύο μικρότερα έργα για σόλο πιάνο. Η σονάτα, που περιγράφεται από τον κριτικό Ε. Λοκσπάιζερ (Edward Lockspeiser), ως «τεράστια και κάπως σκοτεινή», [21] δεν κατάφερε να μπει στο mainstream του κλασικού ρεπερτορίου, αλλά έχει -πρόσφατα- υπερασπιστεί το μεγαλείο της από βιρτουόζους πιανίστες όπως ο Marc-André Hamelin και η Margaret Fingerhut. [22][23] Ο Λοκσπάιζερ περιγράφει τις Παραλλαγές πάνω στο θέμα του Ραμώ ως «πιο ανεπτυγμένες και βέβαιες ...ο Ντυκά εμποτίζει τη συμβατική μορφή με νέο και ισχυρό πνεύμα». [24] Σε αυτό το έργο διακρίνεται το γαλλικό ιδίωμα και ύφος των Παραλλαγών Ντιαμπέλι, έργο 120 του Μπετόβεν. [25] Από το 1899, ο Ντυκά είχε επιστρέψει στην οπερατική σύνθεση. Η δεύτερη προσπάθειά του, ωστόσο, Το Δέντρο της Επιστήμης ( L'arbre de science) εγκαταλείφθηκε, ατελής.

Στην ίδια χρονιά, ο Ντυκά άρχισε να ολοκληρώνει την όπερα Αριάδνη και Κυανοπώγων (Ariane et Barbe-bleue), σε λιμπρέτο του Μωρίς Μαίτερλινκ. Ο συγγραφέας είχε την πρόθεση να δώσει το λιμπρέτο στον Γκρίγκ αλλά τελικά, το 1899, το προσέφερε στον Ντυκά. [26] Ο Ντυκά εργάστηκε πάνω στην όπερα για επτά χρόνια, σε παραγωγή τής Opéra-Comique, το 1907. Η σύνθεση έχει, συχνά, συγκριθεί με την όπερα του Ντεμπισί Πελλέας και Μελισσάνθη πάλι σε λιμπρέτο Μαίτερλινγκ,, που πρωτοπαρουσιάστηκε ενόσω ο Ντυκά έγραφε το Αριάδνη και Κυανοπώγων. Δεν είναι απλώς τα λιμπρέτα από τον Μαίτερλινγκ, αλλά υπάρχουν και μουσικές ομοιότητες. Ο Ντυκά αποτίει παραθέματα ακόμη και από το έργο του Ντεμπισί στην παρτιτούρα του. [27] Η ατμόσφαιρα και η μουσική πλοκή, αντισταθμίζουν την έλλειψη δραματικής πλοκής σ’ αυτό το έργο. [28] Παρά τους επαίνους, επισκιάστηκε από την παρισινή πρεμιέρα της όπερας του Ρίχαρντ Στράους, Σαλώμη. [29] Ωστόσο, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έγινε η πρεμιέρα στη Βιέννη, όπου προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στον κύκλο του Σένμπεργκ, αλλά και στη Φρανκφούρτη, το Μιλάνο και τη Νέα Υόρκη. Παρά ταύτα, η όπερα αυτή δεν απέκτησε τακτικη θέση στο μουσικό ρεπερτόριο, παρά την επιμονή τού Αρτούρο Τοσκανίνι, ο οποίος την διηύθυνε στη Νέα Υόρκη επί τρία συναπτά έτη. [30] Επίσης, ο Σερ Τόμας Μπίτσαμ, την χαρακτήρισε ως «ένα από τα ωραιότερα λυρικά δράματα της εποχής μας» [31] και την ανέβασε στο Κόβεντ Γκάρντεν το 1937. [32]

Ο Ντυκά με μερικούς από τους μαθητές του, το 1929. Στο άκρο δεξιά είναι ο Ολιβιέ Μεσιάν

Η τελευταία σημαντική σύνθεση του Ντυκά ήταν το δαψιλές La Péri (Το Τζίνι [33], 1912), ανατολίτικο μπαλέτο. Περιγράφεται από τον συνθέτη ως χορευτικό ποίημα (danse poeme), με έναν νεαρό Πέρση πρίγκιπα που ταξιδεύει στα πέρατα της Γης σε μια προσπάθεια να βρει τον Λωτό της Αθανασίας, με προστάτιδα σε όλη την πορεία του, ένα τζίνι. Το έργο γράφηκε για την ρωσο-γαλλίδα χορεύτρια Νatalia Trouhanova, η οποία πρωταγωνίστησε στην πρώτη παράσταση στο Châtelet, το 1912. Ο περίφημος Ντιάγκιλεφ είχε προγραμματίσει μια παραγωγή με τα Ρωσικά Μπαλέτα του, αλλά το πρότζεκτ δεν πραγματοποιήθηκε. Σε αυτό το έργο, ο Ντυκά αποδεικνύει ότι είναι κύριος του ιμπρεσιονιστικού ύφους. [34] Το 1916, ο Ντυκά νυμφεύθηκε την Suzanne Pereyra (1883-1947), πορτογαλικής καταγωγής. Απέκτησαν μια κόρη, την Adrienne-Thérèse, που γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1919. [35]

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ντυκά έγινε περισσότερο γνωστός ως καθηγητής σύνθεσης. Όταν ο Charles-Marie Widor αποσύρθηκε από το Ωδείο του Παρισιού το 1927, ο Ντυκά διορίστηκε στη θέση του. Επίσης, δίδαξε στο École Normale de Musique στο Παρίσι. Ως δάσκαλος ήταν συντηρητικός, αλλά πάντοτε ενθάρρυνε τα ταλέντα. Κάποτε, είπε σε έναν φοιτητή του: «είναι προφανές ότι αγαπάτε πραγματικά τη μουσική. Nα θυμάστε πάντα ότι θα πρέπει να γράφεται (ενν . η μουσική) με την καρδιά και όχι με το κεφάλι». [36] Έλεγε ότι, μέθοδος διδασκαλίας του ήταν «να βοηθήσει τους νέους μουσικούς να εκφραστούν σύμφωνα με την δική τους φύση. Η μουσική έχει την ανάγκη να εκφράσει κάτι. Είναι επίσης υποχρεωμένη να εκφράσει κάποιον, δηλαδή τον συνθέτη της». Στο Λεξικό Grove επισημαίνεται ότι, η ευρεία γνώση του πάνω στην ιστορία της ευρωπαϊκής μουσικής, και η εργασία του πάνω στους Ραμώ, Σκαρλάτι και Μπετόβεν, τον έκανε «αυθεντία στη διδασκαλία τού ιστορικού ύφους». [37] Το συγγραφικό του έργο, συγκεντρωμένο στη συλλογή Les Ecrits de Paul Dukas sur la musique (1928), περιλαμβάνει μερικά από τα καλύτερα δοκίμια που έχουν δημοσιευθεί για τους Ραμώ, Μπερλιόζ και Γκλουκ. [38]

Μετά το La Péri, ο Ντυκά δεν έγραψε συνθέσεις μεγάλης κλίμακας, αν και, όπως συνέβη με τον σύγχρονό του Σιμπέλιους, υπήρχαν διάφορα σημαντικά έργα στα χαρτιά. [39] Μετά από αρκετά χρόνια απουσίας, το 1920, συνέθεσε ένα αφιέρωμα στον φίλο του Ντεμπισί, το La plainte, au loin, du faune... , για πιάνο, το οποίο ακολουθήθηκε από το Amours, μουσική πάνω σε ένα σονέτο του Πιερ ντε Ρονσάρ, για φωνή και πιάνο, που δημοσιεύθηκε το 1924 για να σηματοδοτήσει τα 400 χρόνι από τη γέννηση του ποιητή. Λίγο πριν από τον θάνατό του, είχε εργαστεί για ένα συμφωνικό ποίημα εμπνευσμένο από το έργο Σαίξπηρ Η Τρικυμία, ένα θεατρικό του οποίου είχε κάνει γαλλική μετάφραση το 1918, αλλά με μια μελοδραματική εκδοχή στο μυαλό του. [40] Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, ο Ντυκά εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών (Académie des Beaux-Arts). [41] Πέθανε στο Παρίσι το 1935, σε ηλικία 69 ετών. Η σωρός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες τοποθετήθηκαν στο κολουμβάριο του νεκροταφείου Περ Λασέζ στο Παρίσι. [42]

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έργα δημοσιευμένα από τον συνθέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πολύευκτος (Polyeucte, 1891), εισαγωγή για ορχήστρα
  • Συμφωνία σε Ντο Μείζονα (1895–96)
  • Ο Μαθητευόμενος Μάγος (L'apprenti sorcier, 1897), σκέρτσο για ορχήστρα
  • Σονάτα για πιάνο σε Μιb Μείζονα (1899–1900)
  • Παραλλαγές, Ιντερλούδιο και Φινάλε σε ένα θέμα του Ραμώ, για πιάνο (περ. 1899–1902)
  • Αριάδνη και Κυανοπώγων (Ariane et Barbe-bleue), όπερα (1899–1907)
  • Villanelle, για κόρνο και πιάνο (1906)
  • Ελεγειακό Πρελούδιο πάνω στο όνομα του Χάιντν (Prélude élégiaque sur le nom de Haydn), για πιάνο (1909)
  • Vocalise-étude (alla gitana), για φωνή και πιάνο (1909)
  • Το Τζίνι (La Péri), μπαλέτο (1911, αργότερα με φανφάρα για εισαγωγή (1912))
  • Ο Απόμακρος Θρήνος του Φαύνου (La plainte, au loin, du faune...), για πιάνο (1920)
  • Αγάπες (Amours) ή Σονέτο του Ρονσάρ, σονέτο για φωνή και πιάνο (1924)
  • Allegro, για πιάνο (1925)
  • Modéré, για πιάνο (?) (1933; μεταθανάτια έκδοση 1936)

Πρώιμα αδημοσίευτα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Air de Clytemnestre, για φωνή και μικρή ορχήστρα (1882)
  • Goetz de Berlichingen, εισαγωγή για ορχήστρα (1883)
  • Ο Βασιλιάς Ληρ (Le roi Lear, 1883), για ορχήστρα
  • Τραγούδι της Μπαρμπερίν (Chanson de Barberine, 1884), για σοπράνο και ορχήστρα
  • Η Γιορτή των Μυρτιών (La Fête des Myrthes, 1884), για χορωδία και ορχήστρα
  • Η Νεράιδα και ο Ψαράς (L'ondine et le pêcheur, 1884), για σοπράνο και ορχήστρα
  • Ενδυμίων (Endymion, 1885), καντάτα για τρεις σόλο φωνές και ορχήστρα
  • Εισαγωγή στο ποίημα Τα Χάδια (Introduction au Poeme Les Caresses, 1885) για πιάνο
  • Το Όραμα του Σαούλ (La vision de Saül, 1886), καντάτα για τρεις σόλο φωνές και ορχήστρα
  • Το Λουλούδι (La Fleur, 1887), για χορωδία και ορχήστρα
  • Φούγκα (1888)
  • Ύμνος στον Ήλιο (Hymne au soleil, 1888), για χορωδία και ορχήστρα
  • Velléda, καντάτα για τρεις σόλο φωνές και ορχήστρα (1888)
  • Σεμέλη (Sémélé, 1889), καντάτα για τρεις σόλο φωνές και ορχήστρα

Κατεστραμμένα, ημιτελή ή προσχεδιασμένα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Horn et Riemenhild, όπερα (1892)
  • Το Δέντρο της Επιστήμης ( L'arbre de science, 1899), όπερα
  • Le fil de Parque, συμφωνικό ποίημα (περ..1908)
  • Ο Καινούργιος Κόσμος (Le nouveau monde, περ. 1908-10), όπερα
  • Το Αίμα της Μέδουσας (Le sang de Meduse, 1912), μπαλέτο
  • Συμφωνία αρ. 2 (μετά το 1912)
  • Σονάτα για βιολί και πιάνο (μετά το 1912)
  • Η Τρικυμία (La Tempête, περ. 1918), όπερα
  • Χορογραφικές Παραλλαγές (Variations choréographiques, 1930), μπαλέτο

Επίσης, ένα άτιτλο ορχηστρικό έργο για τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης (1932)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΠΛΜ, τ.46, σ.155
  2. Lockspeiser
  3. Grove online
  4. Grove online
  5. http://www.musimem.com/dukas.htm
  6. Grove online
  7. http://www.jstor.org/stable/738438?seq=1#page_scan_tab_contents
  8. Lockspeiser
  9. Grove online
  10. http://www.jstor.org/stable/920194?seq=1#page_scan_tab_contents
  11. http://www.jstor.org/stable/738438?seq=1#page_scan_tab_contents
  12. Dukas, quoted in Grove
  13. Schwerké
  14. Langham
  15. Indicative timings: 10 minutes 04 seconds on HMVLP 1432 (NBC Symphony Orchestra and Arturo Toscanini, 1957); 10' 44" on DG CD 419 617-2 (Berlin Philharmonic Orchestra and James Levine, 1987); 11' 31" on Chandos CD CHAN 241-32 (Ulster Orchestra andYan Pascal Tortelier, 1989); and 11' 33" on Decca CD 421 527-2 Montreal Symphony Orchestra and Charles Dutoit, 1989)
  16. ΠΛΜ, τ.46, σ.156
  17. Schwerké
  18. "Paul Dukas", The Musical Times, July 1935, pp. 655–656
  19. Grove online
  20. Lockspeiser
  21. Lockspeiser
  22. Nicholas, Jeremy. "Dukas", Gramophone, July 2006, p. 74
  23. Chandos CD 8765 (1988)
  24. Lockspeiser
  25. ΠΛΜ, τ.46, σ.156
  26. Walsh
  27. Arnold, Denis and Richard Langham Smith. "Dukas, Paul (Abraham)." The Oxford Companion to Music. Ed. Alison Latham, Oxford Music Online
  28. ΠΛΜ, τ.46, σ.156
  29. Grove online
  30. Taubman, Howard. "Toscanini in America", The Musical Quarterly, April 1947, pp. 178–187
  31. Lockspeiser
  32. Jefferson
  33. Kennedy, p. 934
  34. ΠΛΜ, τ.46, σ.156
  35. Grove online
  36. Blakeman, Edward (1990). Notes to Chandos CD 208852, p. 5
  37. Grove online
  38. ΠΛΜ, τ.46, σ.156
  39. Walsh
  40. Grove online
  41. Walsh
  42. Cimetière du Père Lachaise. Plot: Division 87 (columbarium), urn 4938

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Λεξικό Μουσικής και Μουσικών» (Dictionary of Music and Musicians) του George Grove, D.C.L (Oxford, 1880)
  • Kennedy, Michael Λεξικό Μουσικής της Οξφόρδης (Oxford University Press Αθήνα: Γιαλλέλης, 1989) ISBN 960-85226-1-7
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1981, 1996 (ΠΛΜ)
  • Enciclopedia Bompiani-Musica, Milano (εκδ. ΑΛΚΥΩΝ, 1985)
  • Eric Blom The New Everyman Dictionary of Music (Grove Weidenfeld, N. York, 1988)
  • Jefferson, Alan (1979). Sir Thomas Beecham: A Centenary Tribute. London: Macdonald and Jane's. ISBN 0-354-04205-X
  • Langham Smith, Richard (1994). Notes to Chandos CD 209225
  • Lockspeiser, Edward (1957). "Paul Dukas". In Bacharach, A. L. (ed.). The Music Masters. Harmondsworth: Pelican Books. OCLC 655768838.
  • Schwerké, Irving. "Paul Dukas: A Brief Appreciation", The Musical Quarterly, July 1928, pp. 403–412
  • Walsh, Stephen (1997). "Paul Dukas". In Holden, Amanda (ed.). The Penguin Opera Guide. London: Penguin Books.ISBN 0-14-051385-X.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Paul Dukas της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).