Ποντλάχια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 52°24′0″N 22°39′0″E / 52.40000°N 22.65000°E / 52.40000; 22.65000

Ποντλάχια
Herbarz Kaspra Niesieckiego Подляшское.svg
Έμβλημα
Podlasie.png
ΧώραΠολωνία και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας
Γεωγραφική υπαγωγήd:Q11792464
Γεωγραφικές συντεταγμένες52°24′0″N 22°39′0″E

Η Ποντλάχια (πολωνικά: Podlasie‎, λιθουανικά: Palenkė‎, λευκορωσικά: Падляшша‎, ουκρανικά: Підляшшя‎) είναι ιστορική περιοχή στο βορειοανατολικό τμήμα της Πολωνίας. Μεταξύ 1513 και 1795 ήταν βοεβοδάτο με πρωτεύουσα το Ντροχίτσιν. Τώρα το τμήμα βόρεια του ποταμού Μπουκπεριλαμβάνεται στο σύγχρονο Βοεβοδάτο Ποντλάσκιε με πρωτεύουσα το Μπιαουίστοκ.

Ονόματα και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο απόψεις σχετικά με την προέλευση του ονόματος της περιοχής. Σύμφωνα με την πρώτη, το όνομα προέρχεται από την πολωνική λέξη las («δάσος») και σημαίνει «κοντά στο δάσος». Συνήθως, οι ειδικοί λένε ότι προέρχονται από την πρωτοσλαβική λέξη les ή las που σημαίνει «δάσος», δηλαδή, είναι «δίπλα στο δάσος» ή «περιοχή δασών», καθιστώντας την Ποντλάχια κοντά στην έννοια της γειτονικής Πολεσίας. Η θεωρία έχει αμφισβητηθεί, καθώς δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη τις μετατοπίσεις φωνηέντων "a" > "e" > "i" σε διάφορες σλαβικές γλώσσες (στην πραγματικότητα, αναμειγνύει φωνήεντα από διαφορετικές γλώσσες).

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, το όνομα προέρχεται από τη λέξη liakhlach, ουκρανικά: лях‎, «Πολωνός») και σημαίνει «κοντά στην Πολωνία». Η δεύτερη γνώμη υποστηρίζει ότι ο όρος προέρχεται από την έκφραση pod Lachem, η οποία μπορεί να μεταφραστεί κυριολεκτικά ως «κάτω από τους Πολωνούς» (βλέπε: Λεχία). Κάποιοι ισχυρίζονται ότι σημαίνει «υπό πολωνική κυριαρχία», αν και κατά τον Μεσαίωνα η Ποντλαχία ήταν μόνο εν μέρει υπό πολωνική κυριαρχία και από το 1446 έως το 1569 η περιοχή ανήκε στο Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας. Μια καλύτερη παραλλαγή αυτής της θεωρίας υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από την περίοδο που η επικράτεια βρισκόταν εντός του Βοεβοδάτου Τράκαϊ του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας, κατά μήκος των συνόρων με την επαρχία Μασοβίας, κυρίως φέουδο της Πολωνίας των Πιαστ και αργότερα εν μέρει του Βασιλείου της Πολωνίας των Γιαγκελλόνων.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ιστορικά σύνορα της Ποντλάχιας με πράσινο χρώμα

Η Ποντλάχια βρίσκεται κατά μήκος του μεσαίου τμήματος του ποταμού Μπουκ μεταξύ της Μασοβίας στα δυτικά, της Πολεσίας και της Βολυνίας στα ανατολικά, του ποταμού Νάρεφ στα βόρεια και της Γης του Χέουμ στα νότια. Τα σύνορα της Ποντλάχιας άλλαξαν με το χρόνο και δεν ήταν ίδια με το ιστορικό Βοεβοδάτο Ποντλάσκιε (1513-1795). Η Ποντλάχια μερικές φορές χωρίστηκε σε δύο μέρη (νότιο και βόρειο), τα οποία είχαν διαφορετική διοικητική υπαγωγή.

Παραδοσιακή πρωτεύουσα της Ποντλάχια είναι το Ντροχίτσιν που βρίσκεται στα βόρεια και νότια τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνεται στο σύγχρονο Βοεβοδάτο Ποντλάσκιε με πρωτεύουσα το Μπιαουίστοκ (το ιστορικό όριο περνά ακριβώς από την πόλη). Μερικές φορές, το Σιέντλτσε έχει θεωρηθεί η πρωτεύουσα της περιοχής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βοεβοδάτο Ποντλάσκιε είναι μια πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική περιοχή. Είναι η περιοχή όπου η ταυτότητα των ανθρώπων διαμορφώθηκε σε όλη την ιστορία τόσο από την Ορθόδοξη όσο και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και από τη Μεταρρύθμιση, επίσης από τις Ευαγγελικές εκκλησίες. Μέχρι σήμερα, η Ποντλάχια θεωρείται η πιο πολιτιστικά ποικιλόμορφη περιοχή της Πολωνίας.[1] Σε όλη την πρώιμη ιστορία της, η Ποντλάχια κατοικήθηκε από πολλές φυλές διαφορετικών εθνικών ριζών. Τον 9ο και 10ο αιώνα, η περιοχή κατοικούνταν από φυλές Ανατολικών Σλάβων, κυρίως από Δρεβλάνους, με οικισμούς Δρεγοβίχων στα βόρεια πέρα από τον ποταμό Νάρεφ και πιθανόν Δουλέβες στα νότια.[2] Τον 14ο αιώνα η περιοχή προσαρτήθηκε από το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, αν και αργότερα περιήλθε για λίγο ακόμη υπό την κυριαρχία των Μασοβιανών Πιάστ. Το 1446, η Ποντλάχια έγινε μέρος του Μεγάλου Δουκάτου, αλλά από το 1496 τα νοτιοδυτικά τμήματα της Ποντλάχιας και από το 1501 το βόρειο τμήμα χρησιμοποιούσαν το πολωνικό δίκαιο αντί του λιθουανικού. Το 1513, ο Βασιλιάς Σιγισμούνδος Α΄ της Πολωνίας σχημάτισε το Βοεβοδάτο Ποντλάσκιε. Το 1566, το νοτιοανατολικό τμήμα της Ποντλάχιας έγινε μέρος του νεοσύστατου Βοεβοδάτου Μπρεστ. Το 1569, μετά την Ένωση του Λούμπλιν, η Ποντλάχια παραχωρήθηκε στο Βασίλειο της Πολωνίας. Ήταν το βορειότερο τμήμα της Επαρχίας Ελάσσονος Πολωνίας του Πολωνικού Στέμματος. Το βοεβοδάτο χωρίστηκε σε τρία εδάφη: το Ντροχίτσιν, το Μιέλνικ και τη Γη του Μπιέλσκ. Τον 18ο και τον 19ο αιώνα, η ιδιωτική πόλη του Μπιαουίστοκ έγινε το κύριο κέντρο της περιοχής, χάρη στην προστασία της οικογένειας Μπρανίτσκι και την ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας. Μετά τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας το 1795, η Ποντλάχια χωρίστηκε μεταξύ του Βασιλείου της Πρωσίας, της Μοναρχίας των Αψβούργων και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Το 1807, το δυτικό τμήμα της Ποντλάχιας έγινε μέρος του Δουκάτου της Βαρσοβίας, μιας ημι-ανεξάρτητης πολωνικής οντότητας, ενώ το ανατολικό τμήμα, συμπεριλαμβανομένου του Μπιαουίστοκ, περιήλθε στη ρωσική κυριαρχία.

Το 1842, η βόρεια Ποντλάχια έγινε μέρος του Κυβερνείου Γκρόντο και η νότια Ποντλάχια ανατέθηκε στην Πολωνία του Συνεδρίου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τη Ρωσική Αυτοκρατορική Απογραφή του 1897, οι πιο ομιλούμενες γλώσσες στο Κυβερνείο Σιέντλτσε (που περιλάμβανε τη νότια Ποντλάχια) ήταν τα πολωνικά (66,13%), τα γίντις (15,56%) και τα ουκρανικά (13,95%).[3] Ταυτόχρονα, οι πιο ομιλούμενες γλώσσες στην κομητεία Bielsk Podlaski (βόρεια Ποντλάχια) ήταν τα ουκρανικά (39,1%), τα πολωνικά (34,9%), τα γίντις (14,9%), τα ρωσικά (5,9%) και τα λευκορωσικά (4,9%).[4]

Τον 19ο αιώνα, η περιοχή ήταν προπύργιο της πολωνικής αντίστασης κατά της ρωσικής κυριαρχίας. Ο τελευταίος αντάρτης της Ιανουαριανής Εξέγερσης, Στανίσουαφ Μπζούσκα, επιχείρησε εδώ μέχρι το 1865. Απαγχονίστηκε δημόσια από τους Ρώσους στο Σοκόουουφ Ποντλάσκι τον Μάιο του 1865. Η Πολωνία ανέκτησε την Ποντλάχια μετά την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας το 1918.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Górczyk, Wojciech Jerzy. The Former Reformati Order's Monasteries Route, σελ. 22. https://www.academia.edu/53863074. 
  2. Stan badań archeologicznych na pograniczu polsko-białoruskim od wczesnego średniowiecza po czasy nowożytne. Białystok: Muzeum Podlaskie. 2006. ISBN 83-87026-70-0. 
  3. «Первая всеобщая перепись населения Российской Империи 1897 г. Распределение населения по родному языку, губерниям и областям». www.demoscope.ru (στα Ρωσικά). Демоскоп Weekly. Ανακτήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2020. 
  4. «Первая всеобщая перепись населения Российской Империи 1897 г. Распределение населения по родному языку и уездам 50 губерний Европейской России». www.demoscope.ru (στα Ρωσικά). Демоскоп Weekly. Ανακτήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2020. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]