Πολιτική των Σεϋχελλών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Πολιτικά των Σεϋχελλών)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Σεϋχέλλες είναι πολυκομματική Προεδρική Δημοκρατία, στην οποία αρχηγός Κράτους και αρχηγός κυβερνήσεως είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την κυβέρνηση. Η νομοθετική εξουσία εκχωρείται στη δικαιοδοσία τόσο της κυβέρνησης όσο και της Εθνικής Συνέλευσης.

Πολιτική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμα πολιτικά κινήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο πληθυσμός των Σεϋχελλών ήταν 24.000 και αισθάνονταν κάπως παραμελημένοι από τους Bρετανούς αποικιοκράτες. Μετά την οικονομική κρίση του 1929 η χώρα υπέφερε από την πτώση στην τιμή της κόπρας , όπως και οι μισθοί. Σειρά μεταρρυθμίσεων εισήχθησαν από τον Κυβερνήτη Σερ Άρθουρ Γκριμπλ , ο οποίος μερίμνησε για την απαλλαγή των οικογενειών με χαμηλό εισόδημα από την καταβολή φόρων και επίσης συνετέλεσε στο να δοθεί γη και κατοικία στους αστέγους. Ωστόσο, η έγκριση πολλών από αυτά τα μέτρα δεν έγινε παρά όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Το πρώτο πολιτικό κόμμα, ο Όμιλος Φορολογουμένων (Taxpayers Association), συστάθηκε το 1939. Στις πρώτες εκλογές, οι οποίες διεξήχθησαν το 1948, οι περισσότεροι από τους εκλεγέντες στο Νομοθετικό Συμβούλιο πιστεύεται ότι ήταν μέλη του Ομίλου Φορολογουμένων.

1964-1976[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1964 εμφανίστηκαν και νέες πολιτικές κινήσεις. Τη χρονιά αυτή ιδρύθηκε το Ενωμένο Κόμμα του Λαού των Σεϋχελλών (SPUP), με ηγέτη το Φρανς-Αλμπέρ Ρενέ, το οποίο έκανε εκστρατεία υπέρ της ανεξαρτησίας του κράτους από το Ηνωμένο Βασίλειο. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε από τον Τζέιμς Μάντσαμ το Δημοκρατικό Κόμμα των Σεϋχελλών (DP), το οποίο επιζητούσε στενότερους δεσμούς και ένταξη στη Βρετανία. Στις πρώτες εκλογές στις οποίες ψήφισαν όλοι οι ενήλικες κάθε κόμμα κέρδισε 3 έδρες με το Μάντσαμ να ανακηρύσσεται νικητής μέσω υποστήριξης από έναν ανεξάρτητο. Υπό το νέο Σύνταγμα, ο Μάντσαμ ανέλαβε ανώτερος υπουργός (Chief Minister). Ακολούθησαν οι εκλογές το Νοέμβριο του 1970 και εκείνες του Απριλίου του 1974 , στις οποίες έλαβε τις περισσότερες έδρες το κόμμα του Μάντσαμ (10 επί συνόλου 15 εδρών το 1970 και 13 από 15 το 1974).

Στο μεταξύ, η απροθυμία της Βρετανίας για ένταξη οδήγησε το Μάντσαμ να ζητήσει την ανεξαρτησία μαζί με το Ρενέ. Το DP και το SPUP σχημάτισαν κυβέρνηση συνασπισμού το 1975 και έγιναν αλλαγές στον αριθμό των εδρών στην Εθνοσυνέλευση, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 10. Σχηματίστηκε νέο υπουργικό συμβούλιο, με 8 υπουργούς να προέρχονται από το κόμμα DP και 4 από το SPUP. Ο ανώτερος υπουργός Μάντσαμ έγινε πια πρωθυπουργός. Στις 29 Ιουνίου του 1976 η χώρα έγινε ανεξάρτητη και ο Μάντσαμ πρόεδρος, με πρωθυπουργό το Ρενέ.


1977-1991[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά την ανεξαρτησία, στις 5 Ιουνίου του 1977, ενώ ο πρόεδρος Μάντσαμ βρισκόταν στο Λονδίνο για να συμμετάσχει στη διάσκεψη των χωρών της Κοινοπολιτείας των Εθνών, οι υποστηρικτές του Ρενέ πραγματοποίησαν πραξικόπημα. Διεξήχθησαν νέες εκλογές τον Ιούνιο του 1979, στις οποίες ο Ρενέ εξελέγη πρόεδρος χωρίς αντίπαλο, καθώς ο μοναδικός του αντίπαλος, ο δικηγόρος Ρομπέρ Φρισό, απειλήθηκε από το στρατό του Ρενέ , όπως και η οικογένειά του, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να φύγουν στην Αυστραλία. Τον ίδιο μήνα διενεργήθηκαν και οι βουλευτικές εκλογές. Εγκαθιδρύθηκε μονοκομματικό σύστημα διακυβέρνησης. Ο Μάντσαμ εξορίστηκε για 15 χρόνια. Στις 17 Ιουνίου του 1984 και τον Ιούνιο του 1989 επανεξελέγη πρόεδρος ο Ρενέ χωρίς αντίπαλο.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1981 δύναμη μισθοφόρων με επικεφαλής τον "Τρελό" Μάικ Χόαρ επεχείρησε να καταλάβει τα νησιά. Οι επίδοξοι πραξικοπηματίες ανακαλύφθηκαν στο αεροδρόμιο και έκαναν αεροπειρατεία σε άλλο αεροσκάφος, με το οποίο κατέφυγαν στη Νότια Αφρική. Εκεί συνελήφθησαν και τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Τον Αύγουστο του 1982 στασιαστές του στρατού της νησιωτικής χώρας κατέλαβαν το κτήριο του ραδιοφωνικού σταθμού αλλά απωθήθηκαν από δυνάμεις του τανζανικού στρατού, τις οποίες είχε καλέσει ο ίδιος ο Ρενέ.

Το Νοέμβριο του 1985 δολοφονήθηκε στην οικία του στο Λονδίνο ο Ζεράρ Ορό , επιφανής πολιτικός της αντιπολίτευσης. Οι υποστηρικτές του κατηγόρησαν την κυβέρνηση του Ρενέ για την εκτέλεση αλλά η κυβέρνηση αρνήθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση δε διαλευκάνθηκε ποτέ.

Παρά τα γεγονότα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του Ρενέ στη διακυβέρνηση πέρασε χωρίς αντιπολίτευση στο εσωτερικό. Μάλιστα, το κόμμα του κέρδισε και τις βουλευτικές εκλογές, που διενεργήθηκαν στις 7 Αυγούστου του 1983 και στις 5 Δεκεμβρίου του 1987.

Επιστροφή στον πολυκομματισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έπειτα από 16 χρόνια αδιάλειπτης μονοκομματικής κυβέρνησης, ο Ρενέ ανακοίνωσε την επιστροφή στο πολυκομματικό σύστημα στη διάρκεια έκτακτου συνεδρίου του κόμματός του (Λαϊκό Προοδευτικό Μέτωπο , SPPF ) στις 4 Δεκεμβρίου του 1991. Ακολούθησε η αναθεώρηση του Συντάγματος στις 27 Δεκεμβρίου και επιτράπηκε και σε άλλα κόμματα να μετάσχουν στις εκλογές. Τον Απρίλιο του 1992 επέστρεψε από την εξορία του ο Τζέιμς Μάντσαμ, για να οργανώσει το κόμμα του. Οι εκλογές για τη σύσταση Συνταγματικής Επιτροπής διεξήχθησαν στο διάστημα από 23 ως 26 Ιουλίου του 1992. H Συνταγματική Επιτροπή συγκροτήθηκε από 22 εκλεγμένα μέλη, 14 εκ των οποίων προέρχονταν από το SPPF και άλλα 8 από το DP. Ξεκίνησε τις εργασίες της στις 27 Αυγούστου του 1992 με τον πρόεδρο Ρενέ να ζητά εθνική συμφιλίωση, όπως έκανε και ο Μάντσαμ. Στις 15 Νοεμβρίου του 1992 σε συνταγματικό δημοψήφισμα το 53,7% ψήφισαν υπέρ της αλλαγής του πολιτεύματος, το οποίο έγινε Προεδρική Δημοκρατία. Ωστόσο, το ποσοστό ήταν κάτω από το απαιτούμενο 60% για να γίνει το Σύνταγμα μόνιμο.

Συμφωνήθηκε συμβιβαστικό κείμενο στις 7 Μαΐου του 1993 και διεξήχθη νέο δημοψήφισμα για την έγκριση του νέου Συντάγματος, στις 15-18 Ιουνίου του ιδίου χρόνου. Το νέο Σύνταγμα εγκρίθηκε από το 73,9% του εκλογικού σώματος ενώ 24,1% ψήφισαν κατά.

Οι πρώτες πολυκομματικές προεδρικές και βουλευτικές εκλογές με το νέο Σύνταγμα διενεργήθηκαν στις 23-26 Ιουλίου 1992 και σε αυτές έλαβαν μέρος τρεις πολιτικές ομάδες: το SPPF, το DP και η Ηνωμένη Αντιπολίτευση (UO). Ο τελευταίος ήταν ένας συνασπισμός από μικρότερα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του Parti Seselwa. Όλες οι πολιτικές παρατάξεις αλλά και οι εκλογικοί παρατηρητές χαρακτήρισαν τις εκλογές "ελεύθερες και δίκαιες". Ο Ρενέ επανεξελέγη με 59,5% έναντι 36,7% για το Μάντσαμ και 3,7% για το Φιλίπ Μπουγιέ. Το κόμμα του Ρενέ κέρδισε σαρωτική νίκη στις ταυτόχρονες βουλευτικές εκλογές, με 21 επί συνόλου 22 εκλεγμένων εδρών.

Οι τρεις υποψήφιοι έλαβαν μέρος και στις προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 20-22 Μαρτίου του 1998. Ο Ρενέ αναδείχθηκε και πάλι νικητής με 66,6% και 24 επί συνόλου 30 εδρών για το SPPF στις παράλληλες βουλευτικές εκλογές. Ο Μάντσαμ ήρθε τρίτος με 13,8% πίσω από τον αιδεσιμότατο Γουάβελ Ραμκαλάουαν (19,5%).

21ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρόωρες εκλογές διεξήχθησαν στις 31 Αυγούστου- 2 Σεπτεμβρίου του 2001. Το κυβερνών κόμμα SPPF επικράτησε για μία ακόμη φορά, παρότι το κύριο αντιπολιτευόμενο κόμμα, Εθνικό Κόμμα των Σεϋχελλών (προηγούμενα γνωστό ως Κόμμα Ενωμένης Αντιπολίτευσης) με πρόεδρο το Ραμκαλάουαν πήρε 46% του συνόλου των ψήφων, σημειώνοντας έκπληξη. Το DP, με αρχηγό το Μάντσαμ, δεν έλαβε μέρος στις εκλογές. Στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 4-6 Δεκεμβρίου του 2002, το κυβερνών κόμμα πήρε 18 επί συνόλου 25 εδρών.

Τον Απρίλιο του 2004 ο Ρενέ παραιτήθηκε από την προεδρία και άφησε στη θέση του τον αντιπρόεδρο Τζέιμς Μισέλ. Στις επόμενες προεδρικές εκλογές, που διεξήχθησαν στις 28-30 Ιουλίου του 2006, ο Μίτσελ κέρδισε νίκη με 53,7%, έναντι 45,7% για το Ραμακαλάουαν και 0,6% για το Φιλίπ Μπουγέ. Στις βουλευτικές εκλογές που διενεργήθηκαν στις 10-12 Μαΐου του 2007 το SPPF πήρε 56,2% των ψήφων (18 απευθείας εκλεγμένες έδρες συν 5 με διορισμό) και το Εθνικό Κόμμα των Σεϋχελλών σε συνασπισμό με το Δημοκρατικό Κόμμα έλαβαν 43,8% (11 συνολικά έδρες, μεταξύ των οποίων 4 με διορισμό).

Εκτελεστική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχηγός Κράτους είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος των Σεϋχελλών είναι τόσο αρχηγός Κράτους όσο και αρχηγός κυβερνήσεως. Εκλέγεται με λαϊκή ψήφο για πενταετή θητεία. Το υπουργικό συμβούλιο διορίζεται από τον πρόεδρο έπειτα από την πλειοψηφία της νομοθετικής εξουσίας. Η θέση του πρωθυπουργού καταργήθηκε μετά το πραξικόπημα του 1977, οπότε ο από το 1976 πρωθυπουργός Αλμπέρ Ρενέ έγινε πρόεδρος. Πρώτος πρωθυπουργός ήταν ο Μάντσαμ (1970-76).

Νομοθετική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νομοθετική εξουσία ασκείται από την Εθνική Συνέλευση, η οποία διαθέτει 34 έδρες, από τις οποίες οι 25 ανήκουν σε μονοεδρικές περιφέρειες και οι 9 απονέμονται αναλογικά στα κόμματα, τα οποία συγκεντρώνουν περισσότερο από το 10% των ψήφων.

Το κοινοβούλιο έχει ένα σώμα, την Εθνοσυνέλευση (National Assembly of Seychelles ή Assemblée Nationale), αποτελούμενη από 34 μέλη, από τα οποία τα 25 εκλέγονται από το λαό και 9 έδρες διορίζονται αναλογικά με βάση το ποσοστό που έλαβε κάθε κόμμα. Όλα τα μέλη υπηρετούν πενταετείς θητείες.

Πολιτικά κόμματα και εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κύρια πολιτικά κόμματα είναι το Προοδευτικό Κόμμα του Λαού των Σεϋχελλών (SPPF) και το Εθνικό Κόμμα των Σεϋχελλών (SNP).

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κράτος διαιρείται σε 25 διοικητικές περιοχές οι οποίες συναποτελούν τα εσώτερα νησιά. Οκτώ από τις επαρχίες συγκροτούν την πρωτεύουσα των Σεϋχελλών και αναφέρονται ως Μείζονα Βικτώρια. Ενώ άλλες 14 επαρχίες θεωρούνται το αγροτικό κομμάτι του κύριου νησιού Μαέ με δύο επαρχίες στην Πραλέν και μια στη Λα Ντιγκ, η οποία συμπεριλαμβάνει αντίστοιχα άλλα γύρω νησιά.Τα υπόλοιπα Εξωτερικά νησιά δε θεωρούνται τμήμα καμιάς επαρχίας. Οι 25 διοικητικές περιοχές είναι: Anse aux Pins, Anse Boileau, Anse Etoile, Anse Royale, Au Cap, Baie Lazare, Baie Sainte Anne, Beau Vallon, Bel Air, Bel Ombre, Cascade, Αγγλικός Ποταμός (English River), Glacis, Grand' Anse (στη νήσο Μαέ), Grand' Anse (στη νήσο Πραλέν), Inner Islands, Les mamelles, Mont Buxton, Mont Fleuri, Plaisance, Pointe Larue, Port Glaud, Roche Caiman, Saint Louis, Takamaka.

Συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σεϋχέλλες είναι μέλος των οργανισμών ACCT, ACP, AfDB, AU ECA, FAO, G-77, Παγκόσμια Τράπεζα, ICAO, ICRM, IFAD, IFC, IFRCS, ILO, IMF, IMO, InOC, Intelsat (δεν υπέγραψε), Interpol, IOC, ISO (ανταποκριτής), ITUC, NAM, OPCW, SADC, UN, UNCTAD, UNESCO, UNIDO, UPU, WHO, WMO, WToO, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (έκανε αίτηση). Η χώρα είναι επίσης μέλος της Επιτροπής του Ινδικού Ωκεανού (IOC), La Francophonie (ένωση των γαλλόφωνων χωρών) και της Κοινοπολιτείας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Politics of Seychelles της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).