Πολιορκία της Μάλτας (1565)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Πολιορκία της Μάλτας το 1565
Siege of malta 1.jpg
Η Πολιορκία της Μάλτας, η άφιξη του οθωμανικού στόλου, πίνακας του Ματέο ντε Λέτσε
Χρονολογία1565
ΤόποςΜάλτα
ΈκβασηΝίκη των Ιωαννιτών Ιπποτών


Η Πολιορκία της Μάλτας (Μαλτέζικα: L-Assedju l-Kbir), αναφέρεται επίσης και ως Μεγάλη Πολιορκία της Μάλτας, έλαβε χώρα το 1565 όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσπάθησε να κατακτήσει το αρχιπέλαγος της Μάλτας, που εκείνη την εποχή κατείχαν οι Ιωαννίτες Ιππότες. Η πολιορκία διήρκεσε σχεδόν τέσσερις μήνες, από τις 18 Μαΐου έως τις 11 Σεπτεμβρίου 1565 και έληξε με νίκη των Ιπποτών, που άντεξαν την πολιορκία και απώθησαν τους εισβολείς.

Παρά την αριθμητική υπεροχή τους, οι Οθωμανοί δεν κατάφεραν να κάμψουν την αντίσταση των Ιπποτών και εγκατέλειψαν την πολιορκία με σοβαρές απώλειες. Αυτή η νίκη του Τάγματος διασφάλισε την παρουσία των Ιπποτών στη Μάλτα και ενίσχυσε το κύρος τους στη Χριστιανική Ευρώπη.[1]

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1530, ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κάρολος Ε΄ παραχώρησε τα νησιά της Μάλτας και την βορειοαφρικανική Τρίπολη στους Ιωαννίτες Ιππότες που είχαν εκδιωχθεί από τη Ρόδο από τους Οθωμανούς το 1522, μετά την πολιορκία της Ρόδου. Οι Οθωμανοί προσπάθησαν αρχικά να καταλάβουν τη Μάλτα το 1551 αλλά απέτυχαν. Αντιμέτωποι με τη δράση των πειρατών των Ιπποτών που παρενοχλούσαν τα οθωμανικά πλοία στη Μεσόγειο και με σκοπό την εξασφάλιση στρατηγικής ναυτικής βάσης, ο Οθωμανός σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής αποφάσισε να στείλει τον στόλο του στο αρχιπέλαγος. Έτσι, το 1565, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής έκανε μια δεύτερη προσπάθεια να καταλάβει τη Μάλτα.[2]

Η πολιορκία ήταν ένα από τα επεισόδια ενός κλιμακούμενου αγώνα μεταξύ των Χριστιανικών συμμαχιών και της Ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για τον έλεγχο της Μεσογείου, ένας αγώνας που περιλάμβανε την τουρκική επίθεση στη Μάλτα και τη λεηλασία του Γκόζο το 1551, όπου σχεδόν όλοι οι κάτοικοι (6.000 περίπου) του νησιού Γκόζο αιχμαλωτίσθηκαν και πωλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Τρίπολης και κατελήφθη η Τρίπολη,[3] την οθωμανική καταστροφή ενός συμμαχικού χριστιανικού στόλου στη μάχη της Τζέρμπα το 1560, και την αποφασιστική Οθωμανική ήττα στη ναυμαχία της Ναυπάκτου αργόττερα, το 1571.

Προετοιμασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναμένοντας μια νέα οθωμανική εισβολή, οι Ιππότες ενίσχυσαν το φρούριο Σαιντ-Άντζελο στην άκρη του Μπίργκου (τώρα Βιτοριόζα), και κατασκεύασαν δύο νέα οχυρά, το φρούριο του Αγίου Μιχαήλ στο ακρωτήριο της Σενγκλέα και το φρούριο του Αγίου Έλμο στην είσοδο του κόλπου της σημερινής Βαλέτα. Τα δύο νέα οχυρά χτίστηκαν σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα έξι μηνών το 1552. Και τα τρία οχυρά αποδείχθηκαν κρίσιμα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Πολιορκίας.

Πριν από την άφιξη των Οθωμανών, ο Μεγάλος Μάγιστρος του Τάγματος, Ζαν ντε Λα Βαλέτ διέταξε τη συγκομιδή όλων των καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένων των μη ωριμασμένων σιτηρών, για να στερήσει τον εχθρό από οποιαδήποτε προμήθεια τροφίμων. Επιπλέον, οι Ιππότες δηλητηρίασαν όλα τα πηγάδια με πικρά βότανα και νεκρά ζώα.[4]

Η πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άρση της πολιορκίας της Μάλτας, πίνακας του Σαρλ-Φιλίπ Λαριβιέρ (1798–1876), Βερσαλλίες

Στις 18 Μαΐου 1565, μια μεγάλη τουρκική δύναμη αποτελούμενη από 200 γαλέρες με 40.000 άνδρες, υπό τις διαταγές του στρατηγού Μουσταφά Πασά και του ναύαρχου Πιγιάλ Πασά, κατέπλευσε στη Μάλτα και πολιόρκησε τις χριστιανικές θέσεις. [5]

Οι Ιππότες του Τάγματος που αριθμούσαν περίπου 600, υποστηριζόμενοι από Ιταλούς και Ισπανούς μισθοφόρους (περίπου 1.200 στρατιώτες), και από την πολιτοφυλακή της Μάλτας (3.000-4.000), διοικούνταν από τον Μεγάλο Μάγιστρο του Τάγματος, Ζαν ντε Λα Βαλέτ. Υστερώντας αριθμητικά, οι υπερασπιστές κατέφυγαν στις οχυρωμένες πόλεις Μπίργκου και Σενγκλέα, περιμένοντας τη βοήθεια που υποσχέθηκε ο βασιλιάς Φίλιππος Β' της Ισπανίας. Οι επιτιθέμενοι άρχισαν την πολιορκία τους με την επίθεση στο φρούριο του Αγίου Έλμο, το οποίο δέσποζε στην είσοδο του λιμανιού, ώστε να εξασφαλίσουν την προστασία των γαλέρων του οθωμανικού στόλου. Ωστόσο, οι Ιππότες κατόρθωσαν να διατηρήσουν αυτή τη θέση για ένα μήνα, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στον οθωμανικό στόλο και κυρίως απώλεια χρόνου.

Πτώση του Σαν Έλμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φρούριο του Αγίου Έλμο στη Βαλέτα

Το φρούριο του Αγίου Έλμο ήταν το σκηνικό μερικών από τις πιο έντονες μάχες αυτής της πολιορκίας και άντεξε στον μαζικό βομβαρδισμό από τουρκικά κανόνια για 28 ημέρες. Οι υπερασπιστές του φρουρίου ήταν περίπου 150 ιππότες και 600 στρατιώτες. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού του φρουρίου, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Οθωμανός ναύαρχος και κουρσάρος Ντραγκούτ, ένας από τους πιο τρομερούς Οθωμανούς διοικητές. Το φρούριο κατελήφθη από τους Οθωμανούς στις 23 Ιουνίου 1565. Κανένας από τους υπερασπιστές Ιππότες δεν επέζησε και μόνο 9 στρατιώτες έφθασαν κολυμπώντας απέναντι. Η μακρά πολιορκία του φρουρίου όμως έδωσε πολύ χρόνο για την προετοιμασία των άλλων δύο φρουρίων και την άφιξη ενισχύσεων.

Στις αρχές Ιουλίου, άρχισε η πολιορκία των πόλεων Μπίργκου και Σενγκλέα. Για δύο μήνες, παρά την αριθμητική ανωτερότητά τους και τη δύναμη του πυροβολικού τους, οι Οθωμανοί είδαν τις επιθέσεις τους να απωθούνται συστηματικά, προκαλώντας πολλές απώλειες μεταξύ των επιτιθέμενων.[6]

Άφιξη ενισχύσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές Σεπτεμβρίου έφθασαν ενισχύσεις, με επικεφαλής τον αντιβασιλέα της Σικελίας, τον Ντον Γκαρσία Αλβάρες του Τολέδο, που αποβιβάσθηκε με 8.000 άντρες στον κόλπο του Αγίου Παύλου στο βόρειο άκρο του νησιού. Μετά την άφιξη των ενισχύσεων, οι πολιορκημένοι κατάφεραν να νικήσουν τους Οθωμανούς, αποθαρρυνμένους από την έκβαση της πολιορκίας και αποδυναμωμένους από ασθένειες και έλλειψη τροφής.[4]

Επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φρούριο Σαιντ-Άντζελο

Η νίκη των Ιπποτών του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ είχε σημαντικές επιπτώσεις σε όλη τη Χριστιανική Ευρώπη: τους έδωσε τεράστιο κύρος και ενίσχυσε το ρόλο τους ως υπερασπιστές της χριστιανικής θρησκείας ενάντια στον μουσουλμανικό επεκτατισμό. Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν μετά από αυτήν τη νίκη κατέστησαν δυνατή την ανοικοδόμηση της άμυνας της Μάλτας και τη διασφάλιση της διαρκούς παρουσίας του Τάγματος στο νησί. Επίσης, στέρησε τους Οθωμανούς από μια στρατηγική θέση που θα τους επέτρεπε να ξεκινήσουν πολλές επιδρομές στη δυτική Μεσόγειο.[7]

Αμέσως μετά την πολιορκία ιδρύθηκε μια νέα πόλη, προκειμένου να υπερασπιστεί τη χερσόνησο του Xiberras από πιθανή επιστροφή του οθωμανικού στόλου. Ονομάστηκε Humilissima Civitas Valletta — Η Ταπεινοτάτη Πόλη της Βαλέτας, στη συνέχεια πήρε το όνομα Βαλέτα, ως φόρος τιμής στον ιδρυτή της Μεγάλο Μάγιστρο του Τάγματος Ζαν ντε Λα Βαλέτ που απώθησε τους Οθωμανούς.[8]

Αυτή η νίκη έγινε ένα από τα πιο διάσημα γεγονότα της Ευρώπης του 16ου αιώνα, σε σημείο που ο Βολταίρος έγραψε: «Τίποτα δεν είναι πιο γνωστό από την πολιορκία της Μάλτας». Αναμφίβολα συνέβαλε στην κατάρριψη της ευρωπαϊκής αντίληψης για το οθωμανικό αήττητο και είχε σημαντικό αντίκτυπο στην Ευρώπη, ενώνοντας τους Χριστιανούς βασιλιάδες σε μια συμμαχία ενάντια στους προηγουμένως φαινομενικά ανίκητους Οθωμανούς με αποτέλεσμα την τεράστια ένωση δυνάμεων εναντίον των Οθωμανών στη ναυμαχία της Ναυπάκτου έξι χρόνια αργότερα. Παρόλα αυτά, η Μεσόγειος συνέχισε να αμφισβητείται μεταξύ Χριστιανικών συνασπισμών και των Οθωμανών για πολλά χρόνια.[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]