Πίστη (οικονομία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ο όρος πίστη στην οικονομία είναι μία μορφή συναλλαγής, κατά την οποία μεταβιβάζονται δικαιώματα ιδιοκτησίας αντικειμένου, ή χρηματικού ποσού, από ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε άλλα, με αντάλλαγμα την απόκτηση απαίτησης που καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή σε συγκεκριμένο χρόνο. Δηλαδή εν ολίγοις πρόκειται για διαχρονική ανταλλαγή.

Από κοινωνικοοικονομική άποψη, αυτή η μεταφορά της αγοραστικής δύναμης σημαίνει ότι οι διαθέσιμοι σε μία οικονομία πόροι χρησιμοποιούνται αποδοτικότερα, μιας και δεν παραμένουν ακούσια ανενεργοί κι έτσι ο θεσμός της πίστης μπορεί τελικά να προωθήσει παραγωγικά την οικονομία.

Η έννοια πίστη, δίνει σαν ρίζα μία σειρά από ορολογίες στην οικονομία, κυριώτερες εκ των οποίων είναι:

Επίσης η έννοια πίστη έχει δώσει την ονομασία της και σε σχετικές με το αντικείμενο επιχειρήσεις, όπως «Τράπεζα Πίστεως» (η σημερινή Alpha Bank), «Ευρωπαϊκή Πίστη» κλπ. Διεθνώς χρησιμοποιείται η λατινικής προέλευσης λέξη Credit για να περιγράψει την έννοια (από το ρήμα Credo που σημαίνει Πιστεύω).